30/3/12

Nobody...

Σαν αγεωγράφητο ποίημα...

















A. K. Χριστοδούλου

Λεπτομέρειες

"Πώς εκάθισεν μόνη η πόλις
η πεπληθυμμένη λαών;-
γραφικό εδάφιο απ' τη Σιών
σωτήριο σπάραγμα στα χείλη 
πάλι θρηνείς
σαν εξόριστος ποιητής
έτσι ζεις κι εσύ
ονειροπόλε των Αθηνών - 

πίναξ και χάρτης ζωγραφικός
μιας πολιτείας νεκρής
με έναν ψυχρό μολυβή ουρανό
πανομοιότυπο της ίδιας ψυχής
που κρέμαγε διαρκώς σ' ένα
τοπίο κενό πληκτικό ο πρόσ-
φυγας σγουράφος και χαρτογράφος
Κυριακός ο Κρητικός."

Αυτός ή εγώ
με ένα πράσινο φύλλωμα
στον αέρα είμαι
σαν αγεωγράφητο ποίημα

ευνόητο δυστυχώς.

 

27/3/12
















«Τι έρωτας του τάφου…»
«Μήδεια»
Ευριπίδη
Φεστιβάλ Επιδαύρου
Ιούλιος 2011

«Δεν είσαι γυναίκα εσύ, είσαι θηρίο ανήμερο, Σκύλα». Οι υβριστικοί αυτοί χαρακτηρισμοί δια στόματος Ιάσονα, με πηγή τους τον αστείρευτο πόνο της πολλαπλής απώλειας κι αποδέκτη τους τη Μήδεια, αποκτούν στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη βαθύτερο νόημα, δίνοντας στο θεατή την αφορμή να αναλογιστεί όντως, ενώπιον τι είδους πλάσματος βρίσκεται. Πρόκειται για έλλογο –στα όρια του παραλογισμού– άνθρωπο, για πλάσμα καθοδηγούμενο απ’ το ένστικτο και τα πάθη ή για υπερκόσμια δύναμη; Το έργο, αντί ν’ απαντήσει, θέτει το παραπάνω ερώτημα, παρουσιάζοντας έναν κόσμο όπου επικρατεί το σκοτάδι.

«Θα νυχτώσει και θα ’ναι για πάντα νύχτα»: Όχι, τα λόγια αυτά δε συνιστούν δυσοίωνη προφητεία της Κασσάνδρας, μα ενόραση της Μήδειας για τα μελλούμενα, τις πράξεις της που θα επιφέρουν το απόλυτο σκοτάδι∙ απόλυτο, όπως ο έρωτάς της για τον Ιάσονα, αλλά και το μίσος της γι’ αυτόν. «Ζήστε τη νύχτα που δε χαράζει»: αυτήν την αιώνια νύχτα θα ζήσουν η κόρη του Κρέοντα και νέα σύζυγος του Ιάσονα, αυτήν κι ο Κρέοντας ο ίδιος, αυτήν και τα δυο παιδιά, καρπός του γάμου της Μήδειας με τον Ιάσονα∙ την ίδια ατέρμονη νύχτα, αν και ζωντανοί, θα βιώσουν και οι δυο αυτοί οι τελευταίοι. Τόσες νύχτες, όλες δια χειρός της μίας, προδομένης κι εγκαταλειμμένης από σύζυγο, ελπίδα κι αντοχή, Μήδειας, αυτής της μορφής για την οποία τα αδύνατα γίνονται δυνατά, ο φόνος των ίδιων των παιδιών της θυσία ύψιστη και μέσο εκδίκησης. 

Αναλύσεις του έργου γίνονταν και θα γίνονται ανά τους αιώνες, καθώς ολοένα και κάποιο, μέχρι πρότινος παραγνωρισμένο, στοιχείο του έργου έρχεται στο φως, ενώ ολοένα και καινούργιες ερμηνείες φιλοτεχνούνται, ανάλογα με τις εκάστοτε αντιλήψεις. Το γεγονός αυτό κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι, όπως επίσης και το ότι η «Μήδεια» μαζί με τον «Οιδίποδα Τύραννο» συνιστούν τις δυο δημοφιλέστερες τραγωδίες από τις απαρχές του είδους. Ποιοι όμως οι λόγοι αυτού του πάθους με το έργο, αυτής της αναπόφευκτης παράλυσης εμπρός στην απόλυτη μορφή της Μήδειας; Μήπως ο τρόμος για το καταστροφικό μέγεθος της παιδοκτονίας από μια μητέρα; Μήπως η απορία (με την πρωταρχική σημασία της έννοιας) για την ίδια την ανθρώπινη φύση και τις δυνατότητές της; Μήπως μια προσπάθεια εξιλέωσης απέναντι στην υπέρτατη δύναμη της ιδιόβουλης Μοίρας, της οποίας όργανο γίνεται το χέρι της Μήδειας; Όπως και να ’χει, ο άνθρωπος πάντα γοητεύεται απ’ τη Μήδεια και το σκοτάδι που την περιβάλλει, ίσως γιατί εν τέλει αναγνωρίζει σ’ αυτήν κάτι απ’ τον εαυτό του και τον δικό του τρομερό κόσμο.

 

Η σκηνοθετική άποψη του Αντύπα, η μεταφραστική προσέγγιση του Χειμωνά και η ερμηνευτική εμπειρία των ηθοποιών υπόσχονταν τον Ιούλιο του 2011 μια παράσταση ανάλογη του βάρους που φέρει η συγκεκριμένη τραγωδία, ιδίως μετά το πλήθος πρόσφατων δοκιμών απόδοσης που κατέληγαν από απαράδεκτες έως γελοίες. Όντως, ο Αντύπας δεν απογοήτευσε. Με μια αφαιρετική σκηνοθεσία, όπου το προβάδισμα δίνεται στο ίδιο το έργο και τις ερμηνείες, έμεινε πιστός στο νόημα –στο ζητούμενο– του έργου. Αρμονική η έναρξη της παράστασης με τους προσκυνητές και το σχήμα του «θεάτρου μέσα στο θέατρο», αν και θα έπρεπε να γίνει πιο ξεκάθαρο σκηνοθετικά. Ευφυές το συχνό τράβηγμα και τέντωμα του πανωφοριού της Μήδειας, ένα νοητό σκίσιμο εις ένδειξιν κι αποτύπωσιν της απόγνωσης  και της εσωτερικής της πάλης, καθώς και η οριστική έκδυσή του στη σκηνή όπου η Μήδεια εκδύεται κάθε συναισθήματος και οίκτου κι ετοιμάζεται για το φοβερό φόνο. Μάλλον όχι τυχαία και η «τοποθέτηση» της πρωταγωνίστριας σε ψηλά υποδήματα, θυμίζοντας την αρχαία πρακτική των κοθόρνων. Ωστόσο, η παρουσία των ηθοποιών στη σκηνή καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης ήταν περιττή στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς προσέδιδε έναν τόνο ζεστασιάς και οικειότητας. Πόσο πιο τραγική θα ήταν μια Μήδεια μόνη στην ορχήστρα, εφόσον η απομόνωσή της στο έργο είναι δεδομένη; Το αυτό αποτέλεσμα είχε και η εξαιρετική μουσική της Καραΐνδρου, φροντίζοντας μεν για τον πιο μελωδικό χορό που έχουμε ακούσει ποτέ, απαλύνοντας δε την ένταση και το συναισθηματικό βάρος του έργου. 

Τα σκηνικά του Πάτσα ήταν επιτυχημένα μες στην λιτότητά τους, καθώς η ξύλινη κατασκευή στο πίσω κεντρικό μέρος της ορχήστρας είχε ρόλο πολλαπλό. Αφενός αναπαριστούσε την πρύμνη της Αργούς, συνδέοντας και οπτικά την υπόθεση της τραγωδίας με ό, τι έχει προηγηθεί στο μύθο. Αφετέρου, σε ένα δεύτερο επίπεδο, συνιστούσε το «αναθηματικό γλυπτό» στον ιερό χώρο όπου προσέρχονταν οι προσκυνητές-ηθοποιοί κατά το εναρκτήριο σκηνοθετικό τέχνασμα. Τέλος, ιδωμένο απ’ το πλάι, με μορφή να θυμίζει πουλί κυκλαδικής τεχνοτροπίας, το σκηνικό γινόταν σύμβολο ελευθερίας και οιωνός της ανάληψης της Μήδειας στους ουρανούς. Έξυπνη επίσης η αλλαγή χρώματος της φωτεινής οριζόντιας δέσμης από μπλε σε κόκκινο για την οπτική απόδοση της αιματηρής σκηνής.

Όσο για τη Μουτούση στον πρωταγωνιστικό ρόλο, οι απαιτήσεις ήταν υψηλές. Η ίδια είχε ήδη ερμηνεύσει μια φορά στη θεατρική της νεότητα το ρόλο της Μήδειας και πρόσφατα επεσήμανε –ορθώς– ότι «το ιδανικό (ως Μήδεια) θα ήταν να κάνεις το θεατή να δει τον ίδιο τον πόνο να περπατάει, κι όχι τον άνθρωπο που πονάει». Οι προσδοκίες ωστόσο έμειναν μετέωρες∙ το κοινό εισέπραξε την απουσία της παραπάνω περιγραφής, την έλλειψη δηλαδή βάθους του βιώματος. Παρακολούθησε μια ερμηνεία που παρέμεινε ερμηνεία, με τη ρηχή αμφιταλάντευση μεταξύ μητρικής αγάπης κι εκδικητικής μανίας, με την επιδερμική ανακοίνωση της φοβερής φράσης πόσο μάλλον για μάνα «θα τα σκοτώσω» και την απουσία, επιπλέον, οποιασδήποτε παύσης ή στοιχείου δισταγμού. Με μια φωνή να σπάει, όχι από το συναισθηματικό φόρτο, αλλά από αδυναμία για μια βιωμένη κραυγή πόνου, η πρωταγωνίστρια παρέσυρε το κοινό στο γοργό κι επιφανειακό πέρασμα της σχεδόν ανύπαρκτης κορύφωσης του δράματος.

Ο Λεμπεσόπουλος επανήλθε με τον ιδιότυπο τρόπο ερμηνείας του∙ έναν τρόπο ενιαίο κι απαράλλακτο, είτε πρόκειται για τον Κρέοντα στη «Μήδεια», είτε για τον Ζαν στη «Δεσποινίδα Τζούλια». Η αδυναμία του να εμβαθύνει και να εκλεπτύνει τον εκάστοτε ρόλο κάνει τους ρόλους που υποδύεται να μοιάζουν μ’ ένα –ίδιο πάντοτε– προσωπείο που τίθεται ανεξαιρέτως περίστασης και παραμένει ξένο προς αυτήν. Ευχάριστη έκπληξη της παράστασης ήταν η ερμηνεία του Λούλη, ο οποίος, αν και έχει ερμηνεύσει πολλάκις το ρόλο του ωραίου και γοητευτικού νέου ή εραστή, εδώ το έπραξε με επιτυχία. Έδωσε έναν Ιάσονα χωρίς υπερβολές ούτε και ελλείμματα, αντιθέτως όπως πρέπει, συγκινώντας το κοινό ως ο χαμένος της ιστορίας κι άτεκνος πλέον πατέρας. Ο χορός εμφανίστηκε κάπως ασύντακτος κι ασυγχρόνιστος, ωστόσο η Καλλιμάνη ως κορυφαία ξεχώρισε με τον ιδιαίτερο τρόπο της.

Η «Μήδεια» του Αντύπα, θεατρικό γεγονός του καλοκαιριού, μαγνήτισε 14.500 θεατές στις δύο μέρες των παραστάσεων στην Επίδαυρο. Παρά κάποιες αδυναμίες, υπήρξε παράσταση αξιοπρεπής. Έτσι, άξιζε τον κόπο το προσκύνημα, αν όχι στην Ακραία Ήρα, τουλάχιστον στο ιερό χώμα της Αρχαίας Επιδαύρου.



Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 26.07.2011


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέα ευθύνη", τεύχος 8 (Νοέμβριος 2011)

19/3/12

Para Rosenver...




Una semana dedicada a la música de Latinoamérica!!!

Η Καρέκλα-Καρέκλα, η πολι(τι)κή αρκούδα και άλλα ζώα πολλά...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιώργος Λαμπράκος

 Ζώα 

 

Στον πλανήτη μας υπάρχουν αρκετά ζώα τα οποία δεν κινδυνεύουν ποτέ με εξαφάνιση. Η περιήγησή μας ξεκινά από τον εσαεί βασιλιά της πλανητικής ζούγκλας μας, και μόνιμο αντικείμενο ζωοφθονίας, την Καρέκλα-Καρέκλα. Πρόκειται για ένα ζώο άφυλο, που αναπαράγεται με αχαλίνωτο ρυθμό, αποφεύγει τις πολλές μετακινήσεις και είναι παχύδερμο, ανεξάρτητα από το πόσο τρώει. Αυτό το είδος είναι διάσπαρτο και στην Ελλάδα, καθώς εντοπίζεται τόσο στις πόλεις όσο και στα χωριά, τόσο στα βουνά όσο και στα νησιά. Τελευταία έχει εντοπιστεί μια φονική παραλλαγή της Καρέκλας-Καρέκλας με μεγάλους, τεράστιους θα λέγαμε, τραπεζίτες, χωρίς την αφαίρεση των οποίων είναι αδύνατο να καταπολεμηθεί. Αν και τρώει τα πάντα, ακόμα και την ίδια της την καρέκλα, το αγαπημένο θήραμα της Καρέκλας-Καρέκλας παραμένει το ανεξάρτητο, αδιάλλακτο, αδέκαστο πνεύμα, αυτό που, σε αντίθεση με την εθελόδουλη πλειονότητα, αρνείται να μπει και να κρυφτεί μες στον Δούλειο Ίππο.

Ένα άλλο επικίνδυνο ζώο είναι η Πολιτική Αρκούδα, την οποία κανείς δεν εύχεται να βρει στο διάβα του. Εντοπίζει τη λεία της παντού, κυρίως σε μέρη όπου τα άλλα ζώα αναζητούν τελείως άλλα πράγματα, και της επιτίθεται με μια ταχύτητα που συχνά ακινητοποιεί το υποψήφιο θύμα. Η Πολιτική Αρκούδα συμμερίζεται αρκετές ιδιότητες με την Καρέκλα-Καρέκλα, αν και υπάρχουν Πολιτικές Αρκούδες που ισχυρίζονται πως δεν ονειρεύονται να πάρουν τη θέση της. Μέχρι να μας πείσουν ότι είναι ειλικρινείς, καλό είναι να τις κρατούμε σε απόσταση, ιδίως όταν διαλαλούν τη διόλου ακίνδυνη πεποίθηση ότι ακόμα και η θάλασσα έχει (κι αν δεν έχει, να τσακιστεί να αποκτήσει!) ταξική συνείδηση.

Ένα υβριδικό είδος που παρουσιάζει ενδιαφέρον μέχρι αηδίας, λιγάκι άνθρωπος, λιγάκι ζώο, και πολύ τίποτα, είναι ο Καυλιτέχνης. Ο αρσενικός Καυλιτέχνης είναι ένα αρπακτικό που ασχολείται με την τέχνη μόνο στον βαθμό που του εξασφαλίζει όσο το δυνατόν περισσότερο σεξ με όσο το δυνατόν περισσότερα θηλυκά, ενίοτε και αρσενικά, έχοντας ως βασικό εργαλείο αυτό που μόνο ο ίδιος ονομάζει «η τέχνη μου». Η θηλυκή Καυλιτέχνις είναι ένα νεαρό αρπακτικό που συχνάζει σε πανεπιστήμια, μπαρ και λέσχες δημιουργικής γραφής, αναζητώντας έναν διάσημο, ή και άσημο, που όμως παριστάνει τον διάσημο, μεσήλικα, ώστε να την εξυπηρετήσει με ποικίλους τρόπους, ένας εκ των οποίων είναι να διαδώσει αυτό που μόνο η ίδια ονομάζει «η τέχνη μου». Ο Καυλιτέχνης εμφανίζεται σε διάφορες ζωικές παραλλαγές, που όλες ανήκουν στη συνομοταξία του Καυλοπερασάκια.

Στον αντίποδα του Καυλιτέχνη βρίσκεται ένα εξίσου επικίνδυνο είδος, ο Αλίμπιντος. Ο Αλίμπιντος πασχίζει να κάνει παρέα με όλα τα άλλα ζώα, αλλά πάντα καταλήγει στη συντροφιά των ομοίων του. Σκοπός της ζωής του Αλίμπιντου είναι να μάθει τα πάντα για τον σκοπό της ζωής, αλλά αποτυγχάνει, αφού αμελεί τη βασική αλήθεια της ζωής, τη λίμπιντο. Αυτό καθιστά δυσχερή την αναπαραγωγή του και απίθανη τη διαιώνισή του. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν συναντήσει κανείς έναν Αλίμπιντο που μοιάζει λυσσασμένος, αλύπητα λυσσασμένος, για τη μετάδοση των γνώσεών του.

Μελετώντας κάποια είδη της πανίδας, διαπιστώσαμε πόσο επικίνδυνη, όσο και αναπόφευκτη, είναι η συναναστροφή μαζί τους. Αν υπήρχε αρκετός χρόνος θα μπορούσαμε να εστιάσουμε και στο Μαγκουρό, ένα ζώο κοινότατο στην Ελλάδα, με σώμα μάγκα και κεφάλι μάγκα (άλλου μάγκα). Το Μαγκουρό έχει την ιδιάζουσα τάση να πηδά από το μπαλκόνι κάνοντας ένα μεγάλο άλμα, και να αυτοκτονεί, αμέσως μόλις μαθαίνει πως και δεν έχει ποδοσφαιρικό αγώνα στην τηλεόραση, και δεν έχει λεφτά να πάει στα μπουζούκια. Όσο για το βασίλειο της χλωρίδας, θα αναλύσουμε άλλη φορά το εξοχότερο μέλος της, τον Ναρκισσό, ένα αναρριχητικό φυτό που μπορεί να μοιάζει με νάρκισσο, μπορεί να παριστάνει τον νάρκισσο, αλλά μη σας ξεγελάει, είναι νάρκισσος.

Κλείνοντας, ας αναφερθούμε σε ένα ανέκαθεν σπάνιο είδος, που σήμερα κινδυνεύει με εξαφάνιση, τον Βιβλιόσκυλο. Ο Βιβλιόσκυλος είναι ένα ζώο φιλικό προς το περιβάλλον και εχθρικό προς τα περισσότερα ζώα, γι’ αυτό και στις κοινωνικές συναναστροφές του συνήθως τρώει φόλα. Ο Βιβλιόσκυλος προσπαθεί, διαβάζοντας και εκδίδοντας βιβλία και περιοδικά, να επιβιώσει σε ένα μεταλλαγμένο φυσικό και ηλεκτρονικό τοπίο, χωρίς καθόλου πια τοπίο. Νιώθοντας ότι πλησιάζει το φρικτό του τέλος, συχνά το προτιμά από μια φρίκη δίχως τέλος, γεμάτη ασχήμια, ανευθυνότητα, αήθεια και βλακεία. Όποτε συναντούμε έναν άμοιρο Βιβλιόσκυλο να τρεκλίζει, ας τον βοηθούμε να ορθοποδεί.



[Πρώτη δημοσίευση: Κοντέινερ, τχ. 18, Δεκέμβριος 2011]


13/3/12

Anna Netrebko - O mio babbino caro...

Πώς λησμονήθηκα λοιπόν...






















Ορέστης Αλεξάκης

Αισιοδοξία
 

Και μολονότι ξένος και μονήρης
ανθίζω κάποτε στο φως ωραίος και πλήρης

παρ' όλα αυτά τα κάτοπτρα που ωστόσο
μ' αμφισβητούν και μ' ασχημίζουν τόσο.


***


Αφύπνιση


Μέσα σε φως και μνήμη κατοικώ

πώς λησμονήθηκα λοιπόν 
στο σώμα;

9/3/12

Με υπέροχον καιρόν...

Σε μέθη αιθέρια εώρει...















Γιάννης Σκαρίμπας

Το πλοίο
(ο τιτανικός)

Εκεί, προς τις γραμμές του Νότιου απείρου
Περήφανο ως λικνίζοντας το πλοίο
Με δύο γλαρά φουγάρα και ονείρου
Φώτα χρυσά – η Κυρία μ’ ένα βιβλίο,

Στο χέρι εμελαγχολεί… τι θεία ώρα
Στα βαλς που η σάλα αντηχεί κι είχεν έβγει
Μισή φωτιά η σελήνη!… και τι φιόρα
Οι έξωμες μηλαίδες και τα ζεύγη

Που ωραία στροβιλίζονταν. Η μπάντα
Που ανύποπτους σε μέθη αιθέρια εώρει!
Και η Κυρία –ωωω! … που εκράτει πάντα
Εκείνο το βιβλίο… το βαπόρι

Στο πέλαο που αγάλι έκανε κ ρ ά τ ε ι…
Ω η Κυρία, η Κυρία αυτή η μοιραία
Με πάντα το βιβλίο - τώρα, ω! νάτη-
Κρυφά το σκα απ’ την πόρτα κι ειν’ ωραία.

Μα ωχρή… Ενώ το πλοίο πλέει ( ή δεν πλέει;)
το πλοίαρχο κρατεί κι αχνή και κρύα:
«Γροίκησα σαν κάποιο τίναγμα…» του λέει.
- Μα βέβαια, βυθιζόμεθα Κυρία!…

4/3/12

Have I told you...

Κι αν το νερό της θάλασσας το πλύνει...






















Gerardo Diego

Δική σου

Δυο λέξεις βρίσκεις μοναχά: «δική σου».
Οι άγγελοι στη θάλασσα τις λένε,
δεν τις αφήνουν να πνιγούν, μον’ καίνε
στη θέρμη τα φτερά και τη φωνή τους.

Τα πλάσματα υμνούνε: «Και αν μακρύνει,
κι αν σου κρυφτεί, στα ύπουλα να κλάψει,
δική σου είναι, κι αν φωτιά το κάψει
κι αν το νερό της θάλασσας το πλύνει.»

«Δική σου» τραγουδούν πουλιά και ψάρια,
το γράφουν άλαλα με τα φτερά τους:
το δέλτα, γιώτα, κάπα και το ήτα.

Ξανά να τραγουδήσετε την άρια,
ντουέτο να δοκιμαστεί, σειρά τους:
«Εσύ δική μου;» «Ναι, δική σου, στο είπα.»



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


****************************

Tuya

Ya sólo existe una palabra: tuya.
Ángeles por el mar la están salvando
cuando ya se iba a hundir, la están alzando,
calentando sus alas. ¡Aleluya! 

Las criaturas cantan: «Aunque huya,
aunque se esconda a ciegas sollozando,
es tuya, tuya, tuya. Aunque nevando
se borre, aunque en el agua se diluya».

«Tuya» , cantan los pájaros, los peces
mudos lo escriben con sus colas de oro:
Te, u, y griega, a, sí, tuya, tuya.

Cantádmela otra vez y tantas veces,
a ver si a fuerza de cantar a coro.
« ¿Tú? ¿Ya? ¿De veras?» «Sí. Yo, Tuya. Tuya.»


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Κουκούτσι", τεύχος 3 (αφιέρωμα στη γενιά του '27 της ισπανικής ποίησης)