31/5/10

¿Cuándo me amarás?




Ελένα Ταμάργο

Σαν πότε θα μ’ αγαπήσεις;
 
Αν όχι τώρα, πότε θα μ’ αγαπήσεις;
Αν όχι τώρα, που η μνήμη μου μαραίνεται απ’ τα βαλς
αν όχι τώρα, που ένας άντρας γεννιέται και για να υποφέρει
πάλι και πάλι γεννιέται στους αιώνες.
Αν όχι τώρα, πότε θα μ’ αγαπήσεις;
Αν όχι τώρα, που αρώματα σκορπάς
από κρανία φθαρμένα,
αν όχι τώρα που στο δωμάτιο αυτό όπου μόνη βρίσκομαι
με απληστία αναθυμούμαι περισσή
όλα όσα έζησα στη ζωή και στο θάνατο,
από τη σάρκα ως τη νίκη.
Αν όχι τώρα που προχωρώ προς την έρημο
προς τον πυρετό και τα παραμύθια τα περσικά
προς την ακτή της θάλασσας, της θάλασσας, της θάλασσας.
Αν όχι τώρα, που το όνομά μου στα πόδια μου έπεσε
και τους άντρες ρωτά για τον κύριό του,
αν όχι τώρα, πότε θα μ’ αγαπήσεις;
Τώρα, που ήδη ξέρω κι από χιόνι, κι από θύελλες
κι από χαλάζι, κι από βροχή
κι απ’ το λουλούδι του κήπου σου.
Αχ, θεία πρόνοια είναι, κάτι καλό συμβαίνει και δεν το βλέπεις.
Δε θα προσποιηθώ την ξέγνοιαστη, ζω με κάρβουνα πυρακτωμένα
που με κατακαίνε, που τρεμουλιάζουν. Αυτά ως προς εμένα.
Ως προς εσένα
που η θάλασσα σε αντικρίζει σιωπηλό και τα χείλη σου δαγκώνει
η μοίρα, τώρα είναι η ώρα για κραυγές μοναχικές.
Πότε θα μ’ αγαπήσεις;
Αν αυτό το φόρεμα το θνητό που για ‘σένα φόρεσα
δεν πέσει στα πόδια μας ωσάν πουλί νεκρό,
αν όλο αυτό το ασύγκριτο -το λακκάκι στο λαιμό σου,
τα μαλλιά σου, οι μπότες σου-  σωστά δεν κατονομάστηκε,
μετά από επίκληση στην τόλμη και τη γλώσσα
για λέξεις κρύες,
αν δεν τυλίξεις σφιχτά στη σάρκα σου το ύφασμα αυτό το περίτεχνο –
πότε θα μ’ αγαπήσεις;


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*********************** 
¿Cuando me amarás?
Si no es ahora, ¿cuándo me amarás?
Si no es ahora que mi memoria se agota de los valses
si no es ahora que un hombre nace y por sufrir
sigue naciendo durante siglos.
Si no es ahora ¿cuándo me amarás?
Si no es ahora que traes un perfume
de cráneos agotados
si no es ahora que en este cuarto en que estoy solitaria
rememoro con pródiga avaricia
todo cuanto he vivido y cuanto he muerto
desde la carne a la victoria.
Si no es ahora que avanzo hacia el desierto
por la fiebre, por las fábulas persas
por la costa del mar, del mar, del mar
Si no es ahora que está mi nombre caído al pie de mí
y pregunta a los hombres por su dueño
si no es ahora, ¿cuándo me amarás?
Ahora que ya conozco la nieve, la ventisca
el granizo, la lluvia
la flor de tu jardín.
Oh, ser providencial, pasa algún bien y no lo ves.
No he de fingir serenidad, vivo con brasas
que calcinen, que templen, eso es en cuanto a mí.
En cuanto a ti
que el mar te mire silencioso, muerde tus labios
el destino es ahora dar voces solitarias.
¿Cuándo me amarás?
Si este mortal vestido que me he puesto por ti
no cae a nuestros pies como un pájaro muerto
si aquello incomparable, el cuenco de tu cuello
tu melena, tus botas, no estuvo bien nombrado
después de haber pedido al valor y al lenguaje
los vocablos del frío
si no arrugas febril contra tu carne esa tela perpleja
¿cuándo me amarás?


Αναδημοσίευση από το περιοδικό Poeticanet, Τεύχος 12 (www.poeticanet.gr)

27/5/10

Στοιχίζει η μοναδικότητα


 
Ηρώ Νικοπούλου

Στοιχίζει η μοναδικότητα

Μαλλιά καστανά απ' τους ήλιους καμένα
ξυπόλυτη παίζεις μοναχοκόρη
στης μάνας σου την γέρικη
καρκινική αγκαλιά

Γλυκό κορίτσι αργότερα
στεφανωμένο σφιχτές πλεξούδες
περίμενες μέσα σε ριχτά
της εποχής φορέματα

Όμως -βράδυ να ήταν ή ξημέρωμα;-
άλλα σου αναγγείλανε
σάστισε η σκέψη σου βουβή
κι έκτοτε με χαμόγελο κοιτούσες
μισό τη ζωή που σου ετάχθη

Ο γάμος κι ύστερα ο κατατρεγμός
δεν καταλάβαινες
κι ο Γιος
που άρχισε γοργά να μεγαλώνει
Έπειτα για λίγο όλα έμοιασαν εντάξει
μα πού να 'ξερες

Φυλακισμένη πως θά 'σουνα
μες στους αιώνες σε τέμπλα
σε χιλιοφίλητα γυαλιά
πάλι και πάλι να πονάς διστάζοντας
και να πολυδακρύζεις
-δεν είχε τέτοιες διευκρινίσεις ο αγγελιοφόρος
(κούριερ τους λέμε σήμερα, που φέρνουν συστημένα)

Αλλιώς σου τά 'πε τότε όλα καλά χαρμόσυνα
"ευλογημένη εσύ μόνη απ' όλες τις γυναίκες..."
κι εκεί ξεχάστηκες
κάτι σου τράβηξε την προσοχή
αυτό το "εσύ μόνη" ίσως
δεν άκουσες το παρακάτω
θα θρηνείς αδάκρυτη μες στους αιώνες
το θάνατό Του.
 

Blaue Stunde


 

Gottfried Benn

Blaue Stunde

1 

Ich trete in die dunkelblaue Stunde -
da ist der Flur, die Kette schließt sich zu
und nun im Raum ein Rot auf einem Munde
und eine Schale später Rosen - du!

Wir wissen beide, jene Worte,
die jeder oft zu anderen sprach und trug,
sind zwischen uns wie nichts und fehl am Orte:
Dies ist das Ganze und der letzte Zug.

Das Schweigende ist so weit vorgeschritten
und füllt den Raum und denkt sich selber zu
die Stunde - nichts gehofft und nichts gelitten -
mit ihrer Schale später Rosen - du.

2 

Dein Haupt verfließt, ist weiß und will sich hüten,
indessen sammelt sich auf deinem Mund
die ganze Lust, der Purpur und die Blüten
aus deinem angeströmten Ahnengrund.

Du bist so weiß, man denkt, du wirst zerfallen
vor lauter Schnee, vor lauter Blütenlos,
todweiße Rosen Glied für Glied - Korallen
nur auf den Lippen, schwer und wundergroß.

Du bist so weich, du gibst von etwas Kunde,
von einem Glück aus Sinken und Gefahr
in einer blauen, dunkelblauen Stunde
und wenn sie ging, weiß keiner, ob sie war.
 
3

Ich frage dich, du bist doch eines andern,
was trägst du mir die späten Rosen zu?
Du sagst, die Träume gehn, die Stunden wandern,
was ist das alles: er und ich und du?

"Was sich erhebt, das will auch wieder enden,
was sich erlebt - wer weiß denn das genau,
die Kette schließt, man schweigt in diesen Wänden
und dort die Weite, hoch und dunkelblau."

25/5/10

Προσωπικό


 
Μιχάλης Γκανάς

Προσωπικό

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα 'μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ' αρχίζαμε
απ' το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν' αγαπάς
και δυσκολότερο ν' αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να 'ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ' όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

21/5/10

Ο Φραπέ κι ο Καπουτσίνο...



Παυλίνα Παμπούδη

Η καφέ ιστορία

Στην οδό Αναγνωστοπούλου,
η Κική Καφετζοπούλου
με το γέρο της τον θείο
άνοιξαν καφεκοπτείο.

Είχαν άφθονους πελάτες
(είχαν και πεντέξι γάτες)
κι ένα σκύλο καφετί,
που τον είχαν πώς και τι.

Κάποια μέρα, η Κική
ήταν λίγο νευρική.
κι είπε να τα παρατήσει
και να πάει να περπατήσει.

Έκλεισε το μαγαζί,
πήρε το κλειδί μαζί
και το σκύλο τον καφέ
(που τον έλεγαν Φραπέ).

Η Κικίτσα προχωρούσε
κι ο Φραπέ χοροπηδούσε
η Κικη έκανε ‘ουφ!’
κι ο Φραπέ έκανε ‘μουφ!’ 

Κάπου στο Πολυτεχνείο,
μπήκαν σ’ ένα καφενείο.
Η Κική ήπιε καφέ
και νεράκι ο Φραπέ.

Ο ωραίος καφετζής
ήτανε χωρατατζής
ήταν συμπαθητικός
και λεγότανε Κοκός.

Είχε μία θειά καλή
είχε, επίσης, και σκυλί.
Καφέ ήτανε κι εκείνο
και το λέγαν Καπουτσίνο.

Οι δυο σκύλοι μυριστήκαν
παίξανε και δαγκωθήκαν
κι η Κική και ο Κοκός
γνωριστήκαν τελικώς.

Γνωριστήκανε, χαρήκαν
και πολύ αγαπηθήκαν!
Και παντρεύτηκε η Κική
τον Κοκό μια Κυριακή…

Κι είχαν πια θεία και θείο,
είχαν και καφεκοπτείο
καφενείο είχαν φίνο
με Φραπέ και Καπουτσίνο! 

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1994

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο "Νέοι ήχοι στο παμπάλαιο νερό".

17/5/10

Mar de mi patio


 Elena Tamargo

Θάλασσα της αυλής μου 

Κι αν εσύ φτάσεις, θάλασσα,
σαν το σώμα μου χώμα γίνει οργωμένο
και στα μάτια μου βρέχει;
Φύκια κι αλάτι ζεστασιάς  ¯
τα νύχια σου δε μεγαλώνουν;
Κατά πρόσωπο θα σε κοιτάξω,
δέσμια εγκαυμάτων τα βλέφαρα να σηκώνεις
αφήνοντας τα μάτια σου να δουν τα αδιάφορα.
Πώς ήσουν σαν εγώ σε επέλεξα.
Θεά αναδυόμενη, θεές να εκτοπίζεις ¯
θα στυλώσεις το βλέμμα σαν με δεις;
Έλα κοντά μου, μην αργείς,
μη χάσω τις δυνάμεις μου.
Μόνη μου είμαι χορεύοντας και τη χλωρίδα μου
χιλιάδες πόδια πατούν απελπισμένα.
Βγάλε με απ’ αυτή τη δίνη
πάρε μακριά αυτό το άκομψο πουλί που το λευκό μου συνοδεύει
αυτήν την πυξίδα που μαντεύει ανατολή.
Λίγο σαν αργήσεις, η μορφή μου θα διαλύσει
το σώμα αυτό που υπέροχα χορεύει.
¯ Πες μου, ποια είναι η ώρα που δε φτάνεις,
τους δρόμους αρωματίζοντας με τα ψάρια σου τα φρέσκα; ¯
Θάλασσα της αυλής μου, βασανισμένη θάλασσα
αυτό που με πονά
είναι που οι μέρες μου
όλο και πιο πολύ γίνονται
χώμα.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*********************** 

Mar de mi patio

Y si llegaras mar
cuando mi cuerpo fuera tierra arada
y lloviera en mis ojos?
Alga y sal de prusia calentura
¿no te crecen las uñas?
Te veré frente a frente
presa en tus quemaduras, levantando las cejas
dejando ver los ojos con esa indiferencia.
Cómo tú eras cuando yo te elegí.
Diosa naciendo y destronando diosas
si tú al verme fijaras la mirada.
Ven hacia mí, no tardes
puedo perder las fuerzas.
Estoy sola bailando y en mi musgo
me pisan miles de pies desesperados.
Sácame este mareo
este jilguero tosco que custodia mi blanco
esta brújula adivinando el este.
Si te demoras se deshace mi estatua
este cuerpo que danza maravillosamente.
–¿Qué hora es que no llegas
perfumando las calles con tus pescados frescos?–
Mar de mi patio, mar atormentado
lo que me duele
es que mis días
se vuelvan más y más de tierra.



Αναδημοσίευση από το Poeticanet Τεύχος 12 (www.poeticanet.com)

12/5/10

Από τον "Φάουστ" του Γκαίτε





... Με τον όγκο το πλήθος το κερδαίνουν,
καθένας βρίσκει κάτι μοναχός.
Πολλά όποιος φέρνει, φέρνει κάτι καθενός,
κι όλοι τους πια ευχαριστημένοι βγαίνουν.
Κομματιαστό δίνε το έργο απ’ την αρχή!
Ένα τέτοιο γιαχνί σου πετυχαίνει,
σερβίρεται εύκολα, εύκολα όπως βγαίνει.
Κάτι ολάκερο αν δόσεις, τι ωφελεί;
Πάντα κομμάτια απ’ το κοινό θα γένει.

                   *******

ΒΑΓΝΕΡ

Αχ, όταν μένει στο γραφείο κανείς κλειστός
και μόλις μια γιορτή μονάχα βγαίνει
τον κόσμο με το κιάλι ν’ αντικρύσει,
με την πειθώ μπορεί να τον διοικήσει;

ΦΑΟΥΣΤ

Αν δεν το αισθάνεστε, προσπάθεια περιττή,
απ’ την ψυχή σας άμα δεν πηγάζει 
και τις καρδιές όσων ακούν δεν τις δαμάζει,
μ’ευχαρίστηση μέσα δυνατή.
Καθίστε σεις, κολλάτε, μαγειρεύετε
από των άλλων τ’ αποφάγια ένα φαγί
και το σωρό τη στάχτη σας σκαλεύετε,
μια φλόγα εκείθε κακορίζικη να βγει!
Θα σας θαυμάσουνε μαϊμούδες και παιδιά,
αν είναι τέτοια η επιθυμιά σας-
μα καμιά δε θ’ αγγίξετε καρδιά,
αν ο λόγος δε βγαίνει απ’ την καρδιά σας.


Μετάφραση: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος

5/5/10

Πορεία




Πορεία

Ήχοι δυο τόνων
σειρήνες.
Οι ένοχοι φόνων
-κηφήνες-
χλευάζουν.

Στάχτη στο δρόμο
και λάβα.
Μότο στον ώμο
ναι, τράβα,
πλησιάζουν...


Έλενα Σταγκουράκη

1/5/10

Χάδι πεταλουδίσιο



Κική Δημουλά

Συντομογραφία

Άνοιξη ή νεοφάνεια
θαύμα ή θέατρο
λουλούδια ή αντλίες προηγουμένων
πεταλούδες ή απειλές;
Χιλιάδες πεταλούδες
σπασμωδικά ωραίες
πάνω σε λουλούδια 
σε αντλίες προηγουμένων
σε χιλιάδες απειλές και θέατρα
πετούν
αποσιωπώντας τ' όριο της ζωής τους,
όριο ζωγραφισμένο μερακλίδικα
όσο κανένα άλλο
από συντομογράφου χέρι.
Μόλις π' αγγίζουν τον ανθό
κι αμέσως σ' άλλον πάνε
με φρικαλέα έμφαση βιασύνης.
Όχι πως είναι άπληστες
ότι ξεπαρθενεύουν ποικιλίες.
Να προφτάσουν το είναι τους βιάζονται.
Τρελά ανήσυχες ελέγχουν,
αγωνιώντας τα λουλούδια συμβουλεύονται
αν παν καλά, αν όλα λεν την ίδια ώρα,
γιατί και τα λουλούδια
ρολόγια είναι κατά βάθος.

Ζωή πεταλουδίσια.

Έτσι και η ζωή των αγγιγμάτων,
που 'ναι κουκούλι του χαδιού
αερογεφυράκι της  προσέγγισης.
Πετούν στο ανθισμένο δέρμα 
στην ανθισμένη αναμονή
και αποσιωπούν
το όριό τους το πεταλουδίσιο,
παραποιημένο μερακλίδικα
από ονειρογράφου χέρι.
Άνοιξη ή νεοφάνεια
και άνοιξα και βρήκα
χάδι πατικωμένο 
σε κάποιο πολυσέλιδο βίο των αγγιγμάτων
που συχνά ανοίγω ξανά να διαβάσω
το πώς γεννιούνται αυτά τα μόρια επαφής
και ποια προϋπόθεση υφαίνει το κουκούλι
και τι μετά υφαίνει,
μα τι, Θεέ μου, ατιμώρητο υφαίνει
το θάνατό τους τον πεταλουδίσιο. 

28/4/10

Ηλιόπετρα (289-307)




Από την Ηλιόπετρα (στ. 289-307)

...κεντούσαν οι γυναίκες στην πλατεία,
με τα παιδιά τους λέγανε τραγούδια,
μετά ο συναγερμός, κραυγές τριγύρω,
σπίτια γονατισμένα μες στη σκόνη,
κτίρια φτυσμένα, τείχη ραγισμένα,
κι ο ορυμαγδός διαρκώς των κινητήρων:
οι δυο γυμνώθηκαν κι αγαπηθήκαν
ν' αγωνιστούν για το αιώνιο μερτικό μας,
το μερτικό μας στην Εδέμ, στο χρόνο,
τις ρίζες μας ν' αγγίξουν, ν' ανακτήσουν
τον κλήρο μας που της ζωής οι κλέφτες
χίλιους αιώνες τώρα μας αρπάξαν,
οι δυο γυμνώθηκαν και φιληθήκαν
γιατί οι γυμνότητές τους οι ενωμένες
ειν' άτρωτες κι υπερπηδούν το χρόνο,
ανέγγιχτες γυρίζουν στην αρχή τους,
δεν έχει εκεί εσύ ή εγώ, χθες, αύριο, 
των δυο η αλήθεια ειν' μια ψυχή, ένα σώμα,
ω είναι ακέραιο...

Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης

************************

de la Piedra de Sol (versos 289-307)

...en la Plaza del Ángel las mujeres
cosían y cantaban con sus hijos,
después sonó la alarma y hubo gritos,
casas arrodilladas en el polvo,
torres hendidas, frentes esculpidas 
y el huracán de los motores, fijo:
los dos se desnudaron y se amaron
por defender nuestra porción eterna,
nuestra ración de tiempo y paraíso,
tocar nuestra raíz y recobrarnos,
recobrar nuestra herencia arrebatada
por ladrones de vida hace mil siglos,
los dos se desnudaron y besaron
porque las desnudeces enlazadas
saltan el tiempo y son invulnerables,
nada las toca, vuelven al principio,
no hay tú ni yo, mañana, ayer ni nombres,
verdad de dos en sólo un cuerpo y alma,
oh ser total...

Octavio Paz

24/4/10

El don de tu amor




Anna Akhmatova

Que pierda el jardín de tu casa blanca.
Me basta una vida brillante y vacía.
Como ninguna otra a esta etapa
a ti grorificaré con mi poesía.
Recordarás a tu amada de ojos bellos
por la que creaste un gran paraíso.
Y yo venderé como joyas de cielos
el don de tu amor cariñoso y liso.

Μετάφραση προς ισπανικά: Έλενα Σταγκουράκη

************************

Άννα Αχμάτοβα

Το άσπρο σου σπίτι με τον κήπο ας χάσω.
Μια φωτεινή κι άδεια ζωή τώρα μου φτάνει.
Με τους στίχους μου εσένα, εσένα θα δοξάσω,
όπως άλλη καμιά δεν το έχει κάνει.
Τη λατρευτή, που, για τα ωραία της μάτια,
παράδεισο έκτισες, θα τη θυμάσαι τώρα.
Και θα πουλάω εγώ την πιο ακριβή πραμάτεια-
της τρυφερής αγάπης σου τα δώρα.

Μετάφραση προς ελληνικά: Απόστολος Καρούλιας /
                                    Απόδοση: Κάρολος Τσίζεκ

21/4/10

Δεν ξεχνάμε...



κι ας μην τα ζήσαμε...

Μαργαριτάρι




Μαργαριτάρι

Εκεί που ξεδιπλώνεται η δαντέλα των κυμάτων
κοχύλι βρήκε,
διπλό κι επτασφράγιστα κλεισμένο.
Προσπάθεια στην προσπάθεια
-κι επιμονή πόσο ζηλευτή!-
το κοχύλι άνοιξε λαίμαργα,
τα μέσα του να δει.
Δεν ήτανε σκουριά στην άρθρωση
ούτε ζωύφιο πεισμωμένο
που το κοχύλι κλειδωμένο
έκανε συρτάρι.
Εμπρός στα μάτια του καλοθρεμμένο
ένα ολόλευκο, δειλό μαργαριτάρι.
Μπα! Μαργαριτάρια στις μέρες μας...
Είπε και το πέταξε πίσω στη θάλασσα.

Έλενα Σταγκουράκη

12/4/10

Λέμε



José Saramago

Λέμε

Λέμε σε όσους βρίσκονται σε σύγχιση "Γνώθι σαυτόν", σαν να ’ταν η γνωριμία με τον εαυτό μας η πέμπτη και δυσκολότερη πράξη της ανθρώπινης αριθμητικής, λέμε στους άβουλους "Θέλω ίσον μπορώ", σαν να μη διασκεδάζουν καθημερινά οι κτηνωδίες του κόσμου αυτού αντιστρέφοντας τη σχετική θέση των ρημάτων, λέμε στους αναποφάσιστους "Ξεκίνα απ’ την αρχή", σαν να ’ταν η αρχή η ορατή πάντα άκρη ενός κακοτυλιγμένου νήματος που αρκεί να το τραβήξει κανείς και να συνεχίσει να τραβά για να φτάσει στην άλλη άκρη, στο τέλος, και σαν ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη να είχαμε στα χέρια μια γραμμή ισόπεδη και συνεχή όπου δεν θα χρειαζόταν να διαλυθούμε εμείς, ούτε να ξετυλιχτούμε μπερδεμένοι, πράγμα απίθανο να συμβεί στη ζωή των κουβαριών και, αν μου επιτραπεί ακόμα μια κοινοτοπία, και στα κουβάρια της ζωής.

Μετάφραση: Αθηνά Ψυλλιά

11/4/10

Όπως άλλη καμιά




Άννα Αχμάτοβα

Το άσπρο σου σπίτι με τον κήπο ας χάσω.
Μια φωτεινή κι άδεια ζωή τώρα μου φτάνει.
Με τους στίχους μου εσένα, εσένα θα δοξάσω,
όπως άλλη καμιά δεν το έχει κάνει.
Τη λατρευτή, που, για τα ωραία της μάτια,
παράδεισο έκτισες, θα την θυμάσαι τώρα.
Και θα πουλάω εγώ την πιο ακριβή πραμάτεια-
της τρυφερής αγάπης σου τα δώρα.


*********************

Στο τραπέζι, την ώρα που βραδιάζει.
Μπροστά μου το λευκό, άγραφο χαρτί.
Νίκαια η μιμόζα και νοτιά ευωδιάζει,
στου φεγγαριού το φως ένα πουλί.

Τις κοτσίδες μου ενώ άυπνη σφιχτοπλέκω,
για να 'ναι έτοιμες αύριο, όταν ξυπνήσω,
τις θίνες και τη θάλασσα έξω βλέπω,
νιώθω ότι πια δεν θα μελαγχολήσω.

Τι δύναμη έχει εκείνος που η καρδιά του
τι θα πει τρυφερότητα δεν ξέρει!
Με βλέφαρα βαριά στον αντίκρισμά του
τ' όνομά μου θ' ακούσω να προφέρει.


Μετάφραση: Απόστολος Καρούλιας
Απόδοση: Κάρολος Τσίζεκ


7/4/10

Όταν η ποίηση γίνεται απόλαυση...


 

(Εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα», 11/11/2009, σελ.34)

Όταν η ποίηση γίνεται απόλαυση… 
Ο Αργύρης Χιόνης στο θέατρο Κυδωνία 

Γράφει η Έλενα Σταγκουράκη 

Από την Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου, και για οκτώ ακόμα παραστάσεις, ως τις 22 του μήνα, το θεατρόφιλο κοινό των Χανίων έχει τη δυνατότητα να απολαύσει και πάλι το πρώτο μέρος του δίπτυχου αφιερώματος στον Αργύρη Χιόνη, στο θέατρο Κυδωνία. 

Πρόκειται για το έργο του Χιόνη με γενικό τίτλο «Βροχή δωματίου», αποτελούμενο από 32 ποιήματα του ίδιου και τις παντομίμες «Ο ρήτορας ή ο κανιβαλισμός» και «Αυτός εντός και εκτός του κοστουμιού του», γραμμένες στο Άμστερνταμ το 1971 και σε σκηνοθεσία Δέσποινας Πολλαναγνωστάκη. 

Η παράσταση ξεκινά με την ερμηνεία ποιημάτων του Χιόνη από το απόλυτα ταιριαστό δίδυμο των Μαρία Μπουλουγούρη και Λίλα Τρουλλινού. Η ερμηνεία των δύο ηθοποιών δίνει σάρκα και οστά στην ποίηση του Χιόνη και την κάνει άκρως απολαυστική. Αξίζει να τονιστεί η εκφραστικότητα της Μαρίας Μπουλουγούρη και η επιτυχημένη εναρκτήρια σκηνή. 

Στη συνέχεια ο θεατής παρακολουθεί την πρώτη παντομίμα, «Ο ρήτορας ή ο κανιβαλισμός», όπου με ιδιαίτερα σατιρικό και σαρκαστικό τρόπο ο Salih Hatisarou θίγει τα κακώς κείμενα και ταυτόχρονα μεγάλες αλήθειες της πολιτικής ζωής και της δημαγωγίας. Συμβολισμός και αλληγορία επιστρατεύονται για να καυτηριάσουν την αλαζονεία της δύναμης, το φανφαρονισμό και την τυφλή υποταγή των πληθών ανά τον κόσμο κι ανά εποχή. 

Την πρώτη παντομίμα ακολουθεί το ιντερμέδιο ποίησης από το παραπάνω δίδυμο, το οποίο αποφορτίζει το θεατή κατά τρόπο -τι άλλο;- ποιητικό. Το κοινό απολαμβάνει την ιδιαίτερη δύναμη της ποίησης του Χιόνη και προετοιμάζεται για τη δεύτερη παντομίμα. 

Η παντομίμα «Αυτός εντός και εκτός του κοστουμιού του» μοιάζει με αυτοτελή παράσταση, λόγω του διαφορετικού ύφους της, της ξεχωριστής εικαστικής της απόδοσης και της πολύπλευρης διάστασης του χαρακτήρα. Ο Θοδωρής Σεραφείδης, συνεπικουρούμενος από τον τσελίστα Arnold Smith, δίνει τον καλύτερό του εαυτό για να δείξει ακριβώς ένα άτομο φυλακισμένο στο ίδιο το εγώ του. 

Αν και η δεύτερη παντομίμα φορτίζει έντονα το θεατή, η λήξη της παράστασης επιφέρει τη συναισθηματική ισορροπία: «Έρχονται κάτι μέρες τόσο χαρούμενες, τόσο ρόδινες που δεν μπορείς ν’ αντισταθείς, να μην τις ασπαστείς στο στόμα». 

Ο Αργύρης Χιόνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943, ωστόσο έζησε για περισσότερα από είκοσι χρόνια σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Εργάστηκε για δέκα χρόνια ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το 1992 παραιτήθηκε. Έκτοτε ζει σ’ ένα χωριό της Κορινθίας όπου «καλλιεργεί τη γη και την ποίηση». Η ποίηση του Χιόνη έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα, καθώς φαινομενικά δεν εστιάζει στην αισθητική πλευρά της ποίησης, αλλά παρουσιάζει με ποιητικό τρόπο τη φιλοσοφία. Κανείς διαβάζοντας το έργο του αναρωτιέται: πρόκειται για ποιητή που φιλοσοφεί ή για φιλόσοφο που γράφει ποίηση; Ενδεικτικά παρατίθενται οι εξής στίχοι: «Πώς νοιώθει άραγε η νύχτα/ μ’ όλα τούτα τ’ άστρα/ στο κορμί της/ ωραία ή σημαδεμένη;» ή «Είμαστε το παραβάν του εαυτού μας/ πίσω μας γυμνή συμβαίνει η ζωή μας». Συχνά δε η ποίησή του περιστρέφεται γύρω από κάποιο δίπολο. Στην παράσταση ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων τα δίπολα χρυσόψαρο-παρατηρητής, σαράκι-σιωπή, μοναξιά-εκείνος, βροχή-τζάμι, τζάμι-άνθρωπος. 

Η παράσταση «Βροχή δωματίου» αποδεικνύει περίτρανα πώς η ποίηση μπορεί να γίνει θέαμα. Πολύ περισσότερο ακόμη, πόσο η ποίηση είναι συνυφασμένη με τη ζωή, ακόμα και με τις πιο κοινότοπες εκφάνσεις της. Η σκηνοθεσία ήταν επιτυχής, προτρέποντας τη διάδραση κοινού-σκηνής και φροντίζοντας για τη συνεχή εγρήγορση των αισθήσεων. Ο φωτισμός της Μαρίας Μπαλαντίνου έπαιξε σωστά το ρόλο του. Είναι μια παράσταση, την οποία οι λάτρεις του θεάτρου και της ποίησης δεν πρέπει να χάσουν! 


Ζητήσαμε από τη σκηνοθέτιδα του έργου, Δέσποινα Πολλαναγνωστάκη, να μας λύσει κάποιες απορίες: 

Ε.Σ: Γιατί επιλέξατε το θεατρικό έργο του Αργύρη Χιόνη; Πώς προέκυψε η ιδέα; 
Δ.Π: Η ιδέα της παρουσίασης του θεατρικού έργου του Αργύρη Χιόνη ανήκει στο Μιχάλη Βιρβιδάκη, και αυτό στα πλαίσια της προβολής τα τελευταία χρόνια του έργου Χανιωτών δημιουργών από το θέατρο Κυδωνία. (Ο Αργύρης Χιόνης κατάγεται από τα Χανιά από την πλευρά της μητέρας του.) Εγώ απλά είχα την ιδέα, μαζί με τις παντομίμες που θα σκηνοθετούσα, να παρουσιαστεί και ένα μέρος του ποιητικού του έργου, χάρη στο οποίο είναι περισσότερο γνωστός στο ελληνικό κοινό. 

Ε.Σ: Τι σας συγκινεί εσάς προσωπικά στο ποιητικό έργο του Χιόνη; 
Δ.Π: Τον Χιόνη τον γοητεύουν πάντα ιστορίες ανθρώπων στους οποίους δεν συνέβη ποτέ, τίποτε… Ανθρώπων που «κραυγάζουν ήσυχα, απαλά, σχεδόν ψιθυριστά», που διανύουν μεγάλες αποστάσεις δίχως κοινό και δίχως αντιπάλους, ανθρώπων καθισμένων στα αγκάθια μιας ανθισμένης ακακίας, που ναυαγούν μέσα στο κοστούμι τους, μες τη βαθιά τους πολυθρόνα, ανθρώπων που καταπίνουν το τραγούδι τους αδιάκοπα, ώσπου μια μέρα ρόδινη ερωτεύονται τρελά ένα σαράκι και το τελευταίο σπαρτάρισμα τους είναι γεμάτο μουσική. Ο ποιητής τούς χαϊδεύει το κεφάλι και τους εύχεται να είναι γλυκός ο ύπνος τους. 

Ε.Σ: Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε για τη σκηνοθεσία της συγκεκριμένης παράστασης; 
Δ.Π: Πρόκληση ήταν η επιλογή των ποιημάτων, το πώς αυτά θα γίνονταν παράσταση, η σύνδεσή τους με τις παντομίμες και κυρίως η ανάδειξη τόσο του καυστικού χιούμορ, όσο και της υπαρξιακής αγωνίας που διαπνέει το έργο του ποιητή. Φυσικά, στο σημερινό αποτέλεσμα φτάσαμε ύστερα από πολλή δουλειά. 

Ε.Σ: Μιας και μιλήσατε για την επιλογή των ποιημάτων, με ποια κριτήρια πραγματοποιήθηκε; 
Δ.Π: Για μένα ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση γιατί όλα τα ποιήματα ήταν εξαιρετικά. Η επιλογή πραγματοποιήθηκε σε διάφορα στάδια καθώς εξελίσσονταν οι πρόβες. Τελικά διάλεξα αυτά που κάλυπταν εμένα και τους ηθοποιούς συναισθηματικά και νοητικά και ταυτόχρονα θα μπορούσαν να συνυπάρξουν ως ένα σώμα για τις ανάγκες της παράστασης. 

Ε.Σ: Η πολλή και καλή δουλειά φαίνεται από το άριστο αισθητικό αποτέλεσμα της παράστασης. Καλή συνέχεια στο έργο σας κι εμείς ανυπομονούμε για όσα έπονται.