25/10/11

Σε έναν αναστεναγμό ατέρμονο...



Manuel Altolaguirre

Φυγή στα ενδότερα
 
Οι τελευταίες λέξεις, οι αδύνατες,
έπεσαν στου λαιμού του τη βαθιά πηγή,
με το θρόισμα αυτού που για πάντα δραπετεύει
σε έναν αναστεναγμό ατέρμονο.

Μια βιασύνη εσωτερική ξεγύμνωνε
από ζωή το σαστισμένο θαρρείς περίγραμμά του.
Στο γεγονός εγώ παρών.
Δε ήταν, παρά στο κέντρο της ψυχής,
όπου συνέπεσαν
το στερνό το ρόδισμα στα μάγουλα
και η λάμψη στα μάτια του η στερνή.

Τελευταία πνοή. Στο τραπέζι απάνω, τα κρύσταλλα
με τα γινωμένα φρούτα, η πλήρης αντίθεση. 


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*****************************

Fuga interior

Las últimas palabras imposibles
cayeron en el hondo pozo de su garganta
con el rumor de lo que huye para siempre
en un gemido interminable.

Una prisa interior dehabitaba
de vida sus contornos casi yertos.
Yo presencié la cita.
Fue en el centro del alma
en donde coincidieron
el último rubor de sus mejillas
y el brillo de sus ojos último. 

Cuando expiró, sobre su mesa, los cristales
con blandas frutas vivas contrastaban.


Πρώτη δημοσίευση: Poeticanet, τεύχος 15 (Οκτώβριος 2011)


18/10/11

Η μέθοδος Γκρόνχολμ...

 


Στα άδυτα της πολυεθνικής

«Η μέθοδος Γκρόνχολμ»
Τζόρντι Γκαλθεράν                                                    
Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν
Μάιος 2011


Μετά τη διεθνή, αλλά κι εγχώρια επιτυχία που σημείωσε το έργο, οι παραστάσεις στο Θέατρο Τέχνης συνεχίζονται. Η «Μέθοδος Γκρόνχολμ», έργο που χαρακτηρίζεται από κωμωδία έως και εργασιακό θρίλερ, δομείται πάνω σε μια σειρά δοκιμασιών, στις οποίες υποβάλλονται τέσσερις υποψήφιοι με στόχο την πρόσληψή τους σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία. 

Ο Φερνάντο, ο Ενρίκε, η Μερσέντες κι ο Κάρλος, ενσαρκώνοντας τέσσερις διαφορετικούς τύπους χαρακτήρα, ακολουθούν πιστά τις εντολές που τους δίνονται, όσο ταπεινωτικές και προσβλητικές μπορεί να είναι αυτές, έχοντας ως ζητούμενο τον σταδιακό αποκλεισμό των συνυποψηφίων τους. Έτσι παρακολουθούμε τα πρότυπα αντιστοίχως του πονηρού κι αδίστακτου, του αβέβαιου κι επιρρεπούς, της ευαίσθητης κι ανθρώπινης και τέλος του νηφάλιου που μετατρέπεται σε θιγμένο εκπρόσωπο μειονότητας, σε ένα ατέλειωτο παιχνίδι δύναμης. Η τελική και κορυφαία ανατροπή αποκαλύπτει ότι ο πραγματικός υποψήφιος ήταν εξ αρχής μόνον ένας, ο αδυσώπητος και κυνικός Φερνάντο, ανταποκρινόμενος στις δοκιμασίες των «καμουφλαρισμένων» τριών μελών της κριτικής επιτροπής. Καθ’ όλη τη διάρκεια της «συνέντευξης» ο υποψήφιος αφήνει να ξεδιπλωθεί ελεύθερα ένας χαρακτήρας υστερόβουλος, οπορτουνιστικός κι απάνθρωπος. Έτσι, οδηγείται στην κατάρρευση όταν αργότερα πέφτουν οι μάσκες, καθώς εκείνος έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα και τον ίδιο του τον εαυτό και βιώνει τη γενική απόρριψη. 

Το έργο, τοποθετημένο στο σύγχρονο φόντο μιας πολυεθνικής εταιρείας με όσα αυτή συμβολίζει, θίγει τη σύγχρονη πραγματικότητα ενός αγώνα δίχως όρια για την κατάκτηση όχι μόνο μιας θέσης εργασίας, αλλά οποιουδήποτε στόχου του σημερινού ανθρώπου. Σε ένα εργασιακό περιβάλλον κι έναν κόσμο απάνθρωπα σκληρό κι έντονα ανταγωνιστικό, γίνονται θεμιτά ακόμη και τα αθέμιτα μέσα, με στόχο την επικράτηση του ισχυρού. Το γεγονός ότι ο αδίστακτος είναι ο τελικός χαμένος δίνει φαινομενικά ένα μήνυμα αισιόδοξο. Είναι όμως όντως έτσι; Δεν τον απέρριψε η επιτροπή γιατί αναζητούσε μια δυναμική προσωπικότητα, ενώ ο Φερνάντο, ερχόμενος αντιμέτωπος με το πραγματικό του Εγώ, κατέρρευσε; Μήπως, επομένως, η επιτροπή προσδοκούσε, συγχωρούσε και κατ’ επέκταση προσλάμβανε έναν Φερνάντο που θα υπεράσπιζε μέχρι τέλους τους βάναυσους τρόπους του εις απόδειξιν δυναμικότητας και μιας κακώς νοούμενης συνέπειας; Μήπως, εν τέλει, το ζητούμενο εξακολουθεί να είναι η παντί τω τρόπω ηγετική φυσιογνωμία, ακόμη και η απόλυτα αδίστακτη; Ο Φερνάντο δεν απορρίφτηκε λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς του, αλλά γιατί συνεθλίβη υπό το βάρος της –ο σκληρός λύγισε.

Συστατικό στοιχείο του έργου είναι το παιχνίδι, παρόν σε όλα τα έργα του Γκαλθεράν, με άλλα λόγια, η συνεχής ανατροπή. Το παιχνίδι αυτό ομολογουμένως συντελείται με αρκετή δόση χιούμορ, γεγονός που ελαφρύνει το μεγάλο συναισθηματικό βάρος που θα είχε μια παράσταση με το αυτό περιεχόμενο και ζητούμενο, ελλείψει όμως του εν λόγω μέσου αποφορτισμού. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί προκειμένου το έργο να χαρακτηριστεί κωμωδία. Αντιθέτως, πρόκειται μάλλον για ψυχολογικό θρίλερ, καθώς φορτίζει έντονα –συχνά δε αρνητικά– το θεατή, ο οποίος γίνεται μάρτυρας πλείστων προσβολών, κακοηθιών κι αμφιβολιών, μέσα σ’ ένα γενικότερο κλίμα δυσπιστίας κι αγωνίας. Πρόκειται επιπλέον για ένα παιχνίδι ανατροπών, συνεχές κι ανηλεές, που κάνει στο τέλος τα πάντα να μοιάζουν πιθανά και δυνατά. Ίσως αυτή να φτάνει να γίνεται αδυναμία του έργου, καθώς, μετά τις τόσες ανατροπές, η κεντρική αποκάλυψη των τριών κριτών, αλλά και η ίδια η έκβασή του χάνουν σε βάρος. 

Η παράσταση του έργου στο Θέατρο Τέχνης ήταν επιτυχής, με χωνεμένες κι ισορροπημένες ερμηνείες από τους Καραμίχο, Σαπουντζή, Παπαδοπούλου και Λαγούτη, παρασύροντας το θεατή στη δίνη της ανατροπής και μετατρέποντάς τον σε αόρατο θεατή κατά το πρότυπο του Όργουελ. Η σκηνοθεσία του Χρονόπουλου και τα σκηνικά του Γαβαλά έπαιξαν ανυπόκριτα το ρόλο τους, σε μια παράσταση χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις. Απορία: Γιατί για παράδειγμα το “deodorant”, ναι, το ακόμη υπάρχον στα καθ’ ημάς «αποσμητικό», να μείνει αμετάφραστο;




Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 15 Μαΐου 2011 


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέα ευθύνη", τεύχος 6


14/10/11

Η κατά λίγα δάκρυα πιο βαριά...




















Jaroslav Seifert (1901-1986)

Τραγούδι για τα λυμένα μαλλιά
 

Με γοβάκια απαλά, δίχως τακούνι,
περπατούν πόδια γυναικεία.
Όμως τα μάτια ακόμα δεν νυστάζουν.
Πλησίασε στο παράθυρο και κάθισε
Με τα απαλά γοβάκια.

Πιο βαρύ, κατά λίγα δάκρυα, το μαντίλι
το μεταξένιο κρύβει εκεί που το είχε φυλαγμένο.
Πόσο ένα δάκρυ να ζυγίζει; Είναι για γέλια.
Πόσο βαριά είναι η μοναξιά της νύχτας όμως,
η κατά λίγα δάκρυα πιο βαριά!

Το ευωδιαστό της το μαλλί προς την περιστερένια
στρογγυλάδα των ώμων πέφτει αθόρυβα
και η χτένα που τη σήκωσε το χέρι
στων μαλλιών το ποτάμι ξαναπέφτει
της ευωδιάς εκείνης.

Και της ομορφιάς της τον κρόταφο σκεπάζει
κάτω από του μπράτσου την καμπύλη. Και μονάχα
αλαφροπλέκει για τη νύχτα
τις πλεξούδες της, λίγο πριν λυμένες
στης ομορφιάς τον κρόταφο.


Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ.

Το είδαμε στο "Αλωνάκι της ποίησης" και μας άρεσε... 

8/10/11

Αγάλι αγάλι ο γλυκασμός καλέ μου...





















Διονύσης Καψάλης

2. Φωνή σταλμένη για να με απαλύνει...


Φωνή σταλμένη για να με απαλύνει,
στίχοι σαν από γύρισμα του ανέμου:
αγάλι αγάλι ο γλυκασμός, καλέ μου,
από τη Θήβα στη βαθιά γαλήνη.

Ποιος έχτισε την πόρτα και ποιος κλείνει
το κρίμα και τον κρότο του πολέμου
σ' αυτό το ήσυχο όνειρο -ποιος, θέ μου,
αφόρισε τα μάγια και τα λύνει;

Οι γιορτινές ημέρες προσπεράσαν
αθόρυβα, σαν νά 'παιζαν κρυφτό,
και σκόρπισαν μακριά μου και γεράσαν.

Και τι μου λείπει για να ονειρευτώ;
Ο ύπνος ο ανεμπόδιστος -αυτό,
και μια βαθιά ως την ψυχή μου ανάσα.


29.08.2010

3/10/11

Τι όμορφη που είσαι ελευθερία...

















Dámaso Alonso


Θεία κι απαράμιλλη

Τι όμορφη που είσαι ελευθερία.
Τίποτα εμπρός σου που να υπερτερεί.
Από τον ήλιο εσύ πιο λαμπερή,
στα πάθη μου εσύ η σωτηρία.

Να μη φωνάζω; Υπάρχει τιμωρία;
Μα δε με νοιάζει αν πόνος καρτερεί.
Δεν ειν’ εκδήλωση η κραυγή ξερή,
μα αντίσταση και θάρρους μαρτυρία.

Ο ίδιος ο Θεός, Ελευθερία,
να λάμπεις σ’ είδε μες στην ανανδρία∙
στο στήθος πάνω εσύ λαμπρό αστέρι.

Στο χέρι παίρνει Εκείνος λάβας βέλος,
το μέτωπό μου ο στόχος του και τέλος.
Ελευθερία: φλόγας θείας αγέρι.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


**************************

Incontrastable divina

Qué hermosa eres, libertad. No hay nada
que te contraste. ¿Qué? Dadme tormento.
Más brilla y en más puro firmamento
libertad en tormento acrisolada.

¿Que no grite? ¿Mordaza hay preparada?
Venid: amordazad mi pensamiento.
Grito no es vibración de ondas al viento:
grito es conciencia de hombre sublevada.

Qué hermosa eres, libertad. Dios mismo
te vio lucir, ante el primer abismo,
sobre su pecho, solitaria estrella.

Una chispita del volcán ardiente
tomó en su mano. Y te prendió en mi frente,
libre llama de Dios. Libertad bella.


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Κουκούτσι", τεύχος 3
                                    (Αφιέρωμα στη γενιά του '27 της ισπανικής ποίησης)

28/9/11

Σε ήχο καστιλιάνο...























Dámaso Alonso

Αδέρφια

Αδέρφια που βρισκόσαστε μακριά μου
απ’ τα νερά του ωκεανού πιο πέρα
στην Ισπανία είστε εγγύς, αδέρφια,
αφού μιλάτε γλώσσα που ’ν’ δικιά μου:

«Αγάπη» λέω εγώ και λέω «μάνα»
Και θάλασσες κι εκτάσεις διαπερνάω
ω, τι χαρά που σ’ ήχο καστιλιάνο
σας φτάνει των ποιημάτων μου ο παιάνας.

Φωνάζω «φίλε» και στον Νέο Κόσμο
φωνάζει «φίλε» και η ηχώ, η οποία,
περνώντας τον ωκεανό, με φτάνει.

«Θεός» φωνάζω και με άγιο κρότο
«Θεός» μου λένε όλα τα σημεία
«Θεός»: μονάχα αυτός τον κόσμο φτιάχνει.



 Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*********************************

Hermanos

Hermanos, los que estáis en lejanía
tras las aguas inmensas, los cercanos
de mi España natal, todos hermanos
porque habláis esta lengua que es la mía:

yo digo "amor", yo digo "madre"
y atravesando mares, sierras, llanos,
- oh gozo - con sonidos castellanos,
os llega un dulce efluvio de poesía.

Yo exclamo "amigo", y en el Nuevo Mundo,
"amigo" dice el eco, desde donde
cruza todo el Pacífico, y aún suena.

Yo digo "Dios", y hay un clamor profundo;
y "Dios", en español, todo responde,
v "Dios", sólo "Dios", "Dios", el mundo llena.



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Κουκούτσι, τεύχος 3

 

22/9/11

Πίστη κι ελπίδα - θλίψη και χαρά μου...



















Θεοδόσης Βολκώφ

Γιουβενάλης ΙV

Mόνη πιστή ερωμένη μου, Οργή,
της κάθε νύχτας σκοτεινή Kυρά μου,
κάθε ίνα του κορμιού μου σε καλεί,
τη μήτρα σου γυρεύουν τα παιδιά μου.
Σάρκα που ιδέα σε είπανε, Εσύ
πηγή στερνή και πρώτη του Έρωτά μου,
να σε κοιμάμαι θέλω, τρομερή
πίστη κι ελπίδα· θλίψη και χαρά μου.

Μόνη πιστή ερωμένη μου, Οργή,
την ομορφιά σου πια ποιος διακρίνει·
τώρα που αδειάζει κι όλο αδειάζει η Γη
τη γύμνια μου η σάρκα σου θα ντύνει.
Σε σένα μόνον δέεται η Ψυχή,
μεστώνει αργά και με το ξίφος λύνει
τα αινίγματα που θέτει η Εποχή·
τη βλέπει, τη ζυγίζει και την κρίνει.

Μόνη πιστή ερωμένη μου, Οργή,
διώξε από πάνω μου όλες τις καμπύλες
και σκλήρυνέ με, κάνε με τραχύ,
να με μισούν οι σκύλοι και οι σκύλες
που μόνο τρων και καβαλιούνται, Οργή·
και λεγεώνες κάνε με και ίλες·
τον έναν πλήθυνέ τον πάλι, Εσύ,
και στήσε τον κριό μπροστά στις Πύλες.

Μόνη πιστή ερωμένη μου, Οργή,
στα πόδια σου τον βίο μου αποθέτω·
το σώμα προσφορά και προσευχή
η Γλώσσα που, Οργή, σού καταθέτω.
Είσαι η Ανάγκη. Κάλπασε γοργή.
Έσο η Φωνή. Το στόμα μου απελθέτω…
Και υποψάλλω – Οργή, Οργή, Οργή –
Οργή – η Βασιλεία σου ελθέτω.


© Θεοδόσης Βολκώφ

19/9/11

Το όνομα αυτής...Σοκορίτο Πίνο!
























Alberto Salcedo Ramos

Το πιο μισητό κορίτσι του κόσμου


 (Στη Χάρι)
       
Δεν υπήρξε στα παιδικά μου χρόνια κορίτσι πιο αντιπαθητικό απ’ την Σοκορίτο Πίνο.


Παραδέχομαι ότι πολλές ήταν οι φορές που προσευχήθηκα στο Θεό να την αφήσει φαφούτα, να μην της βγουν ξανά ποτέ τα πάνω δόντια, ή ακόμα, στην καλύτερη των περιπτώσεων, να την πάρουν –με δόντια ή χωρίς– στο πιο απομακρυσμένο σημείο του πλανήτη, οπότε δε θα μάθαινα ποτέ ξανά νέα για εκείνην και το τι κάνει. 


Και σήμερα ακόμα, εξακολουθώ πεπεισμένος ότι εκείνη η αγανάκτηση ήταν άκρως δικαιολογημένη: Η Σοκορίτο Πίνο κατέστρεφε κάθε μου χαρά, ενώ άλλο σκοπό δε φαινόταν να ’χει, απ’ το να μη μ’ αφήνει ούτε λεπτό σε ησυχία. Όταν τσακωνόμουν με την Χάρι, την αδερφή μου, νά ’σου εμφανιζόταν η Σοκορίτο, σαν φάντασμα βγαλμένο απ’ το χειρότερο εφιάλτη, για να μ’ εμποδίσει να τη δείρω. Τα κατάφερνε, είτε μπαίνοντας ανάμεσα σε ’μένα και την αδερφή μου, είτε μαρτυρώντας τα όλα στον παππού μου. 


Όταν, μετά το μπάνιο, έπαιρνα θέση μπροστά στον καθρέφτη για να  χτενιστώ, το παλιοκόριτσο επέμενε ότι άδικα έχανα το χρόνο μου: μια φορά, τα χτενίσματα θαύματα δεν κάνουν.


Πολλοί απ’ τους μεσημεριανούς ύπνους μου, που εκείνη την εποχή ήταν ιεροί, διακόπηκαν απότομα απ’ τη Σοκορίτο Πίνο, η οποία μου τραβούσε τα δάχτυλα των ποδιών και μετά έβγαινε τρέχοντας, με ένα γελάκι θριάμβου που μου έκανε τα νεύρα κρόσσια.


Καθώς –πού την έχανες, πού την έβρισκες– στο σπίτι μου τριγυρνούσε, ήξερε το μυστικό που μ’ έκανε να ντρέπομαι, ότι δηλαδή εγώ, αν και δωδεκαετής, έβρεχα ακόμα το στρώμα μου τις νύχτες και τολμούσε μάλιστα να με ρωτά πώς και δε μου φαινόταν ντροπιαστικό κάτι τέτοιο. Μια μέρα, μέχρι που έφτασε να μου πει πως εκείνη δεν πίστευε ότι έβρεχα το στρώμα από κάποια δυσλειτουργία, αλλά απλώς και μόνο από την υπερβολική βαρεμάρα μου να σηκωθώ τα χαράματα και να πάω στην τουαλέτα. 


Κάποια άλλη στιγμή, η Σοκορίτο Πίνο πέρασε απ’ το πάρκο τη στιγμή ακριβώς που κολλούσα μια τσίχλα στο κεφάλι ενός απ’ την ομάδα και του φώναζα που αστόχησε σ’ ένα τόσο εύκολο γκολ. Αμέσως μου κούνησε επιπληκτικά το δείκτη του χεριού της και, παρόλο που δεν κατάλαβα τι μου είπε, ήμουν σίγουρος ότι θα πάει να τα πει όλα χαρτί και καλαμάρι στον παππού μου. Αμ’ έπος, αμ’ έργον: ο παππούς μου μού ’δωσε αργότερα ένα γερό χέρι ξύλο που ακόμα το θυμάμαι. 


Μέσα σε λυγμούς και θρήνους έριξα το φταίξιμο για ό,τι συνέβη στη Σοκορίτο, σκεπτόμενος, ο αφελής, ότι αυτό θα βάρυνε τη συνείδησή της. Το μόνο που κατάφερα ήταν να μου απαντήσει ψυχρά, με μια φράση που, σαν να μην έφταναν όλ’ αυτά, έκρυβε καινούργιες απειλές: «Τζάμπα κουράζεσαι», είπε, μ’ έναν αέρα ενηλίκου, «τα παιδιά δε λένε κακές κουβέντες».


Δεν θα παραστήσω τον άγιο. Στην πραγματικότητα, όπως μπορείτε ν’ αντιληφθείτε κι από το περιστατικό στο πάρκο, δεν ήμουν δα και κανένα αγγελούδι. Όμως ορκίζομαι ότι ποτέ μα ποτέ δεν έδωσα πάτημα στη Σοκορίτο Πίνο, ώστε να εισβάλει σε κάθε γωνιά του ζωτικού μου χώρου και να μη μ’ αφήνει ν’ αναπνεύσω, ούτε όταν έπαιζα ποδόσφαιρο, ούτε καν όταν κοιμόμουν. Ποτέ δε ζήτησα τη συντροφιά της. Ποτέ δεν πήγα σπίτι της να την ενοχλήσω, κι ας μέναμε στον ίδιο δρόμο. Σε αντίθεση μ’ εκείνην, που μοναδικός της στόχος έμοιαζε να ’ναι η εξόντωσή μου, δε σηκωνόμουν το πρωί σκαρφιζόμενος σχέδια για να την εκνευρίσω. Πολύ απλά, η Σοκορίτο είχε γίνει η σκιά μου, πηγαίνοντας όπου πήγαινα εγώ, καταστρέφοντας τις μέρες μου μ’ αξιέπαινη αποτελεσματικότητα. 


Πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι η Σοκορίτο πάντα έπαιρνε το μάθημά της για όσα μου έκανε. Για παράδειγμα, πήρα το αίμα μου πίσω για τον ξυλοδαρμό που υπέστη εξαιτίας της όταν εκείνη με μαρτύρησε στον παππού μου για τα του πάρκου∙ δυο μέρες αργότερα, της κατάφερα ένα φοβερό χτύπημα στο σβέρκο που την έκανε να τσιρίζει γι’ αρκετή ώρα. 


Πάντα έπαιρνα τη ρεβάνς μου, κι ας μην ήταν άμεση. Δε θυμάμαι να της τη χάρισα ούτε μία φορά για κάποια επίθεσή της. Για τον ύπνο που μου χαλούσε η Σοκορίτο στις τρεις το μεσημέρι, έπαιρνα εκδίκηση –ως όφειλα– στις πέντε το απόγευμα ή, το αργότερο, την άλλη μέρα το πρωί. Αυτό δεν ήταν και τόσο δύσκολο, καθώς, μπορεί η Σοκορίτο να έψαχνε τρέχοντας καταφύγιο στον έναν και στον άλλο δρόμο, ωστόσο αργά ή γρήγορα επέστρεφε. 


Το σωστό να λέγεται: πολλές φορές υπήρξα δριμύτερος απ’ ό,τι εκείνη με ’μένα. Κι όμως, καθόλου δεν το μετάνιωνα, καθώς ο σκοπός ήταν όχι μόνο να πατσίσουμε, αλλά και να τη φοβερίσω, ώστε να μην εμφανιστεί ποτέ πια μπροστά στα μάτια μου. Όλα μάταια: τη χτυπούσα, μετά έκλαιγε, μετά αποσυρόταν σπίτι της και μετά, σαν τίποτα να μην είχε γίνει, νά την πάλι δίπλα μου, έτοιμη για νέες σκανδαλιές. 


Η Σοκορίτο Πίνο είχε μαλλιά μαύρα και πλούσια. «Όμορφα μαλλιά» έλεγαν οι άλλοι. Καλά, μπορεί να ίσχυε αυτό όταν ήταν στεγνά, όταν όμως ήταν βρεγμένα και φρεσκοχτενισμένα, τους έκανε μια απαίσια χωρίστρα στη μέση. Όπως και να ’χει, η έλξη που αισθανόμουν γι’ αυτά τα μαλλιά δε σχετιζόταν με την αισθητική, αλλά μάλλον με τον βανδαλισμό, καθώς εκεί είναι που ξεσπούσα για τα καπρίτσια της κατόχου τους. Η μικρή δεν ήταν καλοντυμένη, αντιθέτως πάντα ξυπόλυτη και πάντα με το στρίφωμα του φορέματός της ξηλωμένο. Πέραν τούτου, έδινε την εντύπωση ότι ήταν πάντα βρώμικη. Με έκαναν έξω φρενών οι θείες μου, όταν τις άκουγα να λένε ότι ήταν όμορφη. 


Τα δόντια της μια απ’ τα ίδια: όλος ο κόσμος έλεγε ότι ήταν ωραία, εκτός από ’μένα που πάντα τ’ αντιμετώπιζα απλά ως ανόητο όπλο. Η κατάσταση χειροτέρεψε κι έφτασα στο σημείο να τη χτυπώ χωρίς να μου έχει κάνει εκείνη κάτι, αλλά μόνο και μόνο από το θράσος της να υπάρχει και να ’ρχεται δίπλα μου με εκείνον τον αέρα της αυτάρκους νεάνιδος. Δεν έχω ιδέα γιατί η Σοκορίτο δεν παραπονέθηκε ποτέ στον αδερφό της, ένα γίγαντα 15 ετών τον οποίο έτρεμε το μισό χωριό του Αρενάλ. Ομολογώ ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο μού προκαλούσε κρίση πανικού. Κάποια φορά έπαιζα κάποιο επιτραπέζιο, μόνος, κι εκείνη πλησίασε, πήρε τα ζάρια και κατέληξε να γίνει συμπαίκτρια, χωρίς να ’χει την καλή προαίρεση να μ’ αφήσει να νικήσω, εις ένδειξη ευγνωμοσύνης που τη δέχτηκα –αν και απρόσκλητη– στο παιχνίδι. Και δεν ήταν μόνο αυτό∙ με κορόιδευε από πάνω για την ήττα μου, με μεγάλη αναισθησία. 


Εκείνη τη μέρα τη δάγκωσα στο μπράτσο, της είπα να φύγει και να μ’ αφήσει ήσυχο και, σαν να μην έφταναν αυτά, την κορόιδευα για τον τρόπο που πρόφερε τις λέξεις. Εκείνη έφυγε κλαίγοντας υστερικά, όπως πάντα∙ κι όπως πάντα, έχοντας ένα αθώο βλέμμα, σαν να ήμουν εγώ ο κακός της υπόθεσης και σαν να μην ήταν εκείνη σε θέση να πειράξει ούτε μυρμήγκι. Το πιο περάξενο όμως ήταν άλλο: στα μάτια της δεν υπήρχε ίχνος κακίας, ούτε όταν έκλαιγε για τις τιμωρίες μου, ούτε όταν εκείνη ερχόταν και μ’ ενοχλούσε. Σε λιγότερο από μισή ώρα επέστρεψε δριμύτερη, με περισσότερη ενέργεια και καινούργια πειράγματα. Εγώ κοιμόμουν στο δωμάτιο της θείας Λίβιας, όταν η Σοκορίτο μου τάραξε τον ύπνο ρίχνοντάς μου στο πρόσωπο μπόλικο βρωμερό ξύδι. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που την είδα κι αυτά ήταν όλα όλα, όσα ζήσαμε: μια ιστορία με χοντράδες, πειράγματα κι αδεξιότητες.


Έτσι θα συνέχιζε –ποιος ξέρει έως πότε– ο φαύλος κύκλος, αν δε μετακόμιζε η οικογένεια Πίνο Βιγιάλμπα στην Καρταχένα για ν’ αλλάξει παραστάσεις. Σας βεβαιώ –όπως ένα κι ένα κάνουν δύο– ότι μετά από λίγες μόνο ώρες ούτε θυμόμουν την ύπαρξη κάποιας Σοκορίτο Πίνο. 


Το τι συνέβη μετά με τις ζωές μας, τη δική της και τη δική μου, δεν παρουσιάζει κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Τουλάχιστον όχι γι’ αυτήν εδώ τη διήγηση. Αρκεί να ειπωθεί πως φύγαμε απ’ το Αρενάλ. 


Το πραγματικά υπέροχο γεγονός αυτής της ιστορίας συνέβη μετά από 20 περίπου χρόνια, το Δεκέμβριο του 1995. Τόπος του συμβάντος το σπίτι του Αλμπέρτο Ράμος, του παππού μου. Όταν έφτασα, ο παππούς μου συζητούσε με μια γυναίκα, η οποία, από μακριά, φάνταζε υπέροχη.


«Θα τη θυμάσαι την κοπέλα» μου είπε ο παππούς μου χαμογελώντας.
Δεν αμφέβαλα ούτε λεπτό: ήταν η Σοκορίτο Πίνο, ίδια κι απαράλλαχτη, σαν να είχαν τοποθετήσει το πρόσωπό που είχε τότε στο καλλίγραμμο σώμα που είχε σήμερα. Το ότι καθόλου δεν είχε αλλάξει, σήμαινε μάλλον ότι ανέκαθεν ήταν ελκυστική. Μόνο που εγώ δεν ήθελα να το δω, από την τόση αντιπάθεια που ένιωθα για εκείνην. Ή μπορεί ακόμη και να μην ήμουν σε θέση να το δω, από δική μου έμφυτη αδεξιότητα.


«Ναι, βέβαια, είναι η Σοκορίτο Πίνο», είπα κάπως αμήχανα.

Όταν ήρθε η σειρά της γυναίκας ν’ απαντήσει στο ίδιο ερώτημα που της έθεσε ο παππούς μου, το πρόσωπό της φωτίστηκε με μια γοητεία υπέροχη. Η απάντησή της κάνει ακόμα την καρδιά μου να φτερουγίζει:
«Πώς να τον ξεχάσω, κύριε Αλμπέρτο μου, αφού ήταν το πρώτο μου αγόρι;»



Μετάφραση από την ισπανική: Έλενα Σταγκουράκη
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Το δέντρο", Φεβρουάριος 2011

16/9/11

Βροχή δωματίου...

 
Αργύρης Χιόνης

















Η βροχή κρύωνε έξω, στο δρόμο. Χτυπούσε το τζάμι και φώναζε, κρυώνω. Ήτανε, πράγματι, χειμώνας. 
     Το τζάμι τη λυπήθηκε, της άνοιξε, την έβαλε μες στο δωμάτιο.
     Ο άνθρωπος έγινε έξω φρενών. Είσαι τρελό, του φώναξε, πού ξανακούστηκε να μπαίνει η βροχή μες στο δωμάτιο; Είσαι τρελό.
     Μα είναι βροχή δωματίου, είπε ήρεμα το τζάμι, δεν ακούς τι ωραία που ηχεί πάνω στο πάτωμα, πάνω στο τραπέζι, πάνω στο μέτωπό σου; Είναι βροχή δωματίου.

********************



Τα βιβλία μπούχτισαν τη σοφία τους, δεν μπορούσαν πια ούτε μια τυπωμένη λέξη ν' αντικρίσουν, σβήσαν όλες τις σελίδες τους, σβήσαν τους χρυσούς τίτλους απ' τα εξώφυλλά τους, έπαψαν να 'ναι βιβλία. 
     Ο άνθρωπος δεν πήρε τίποτα χαμπάρι, συνέχισε να τα βγάζει απ' τη βιβλιοθήκη, να τα ξεσκονίζει, να τα ξεφυλλίζει, να βυθίζεται μέσα τους.

13/9/11

Μεθεορτίως...





 


ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ:

Υπέροχη φωνή, μελωδική μουσική σύνθεση, στιχουργία με λόγο ύπαρξης, και μια προσωπικότητα με έντονες μουσικές ανησυχίες, συνοδευόμενες από ανάλογες δισκογραφικές και συναυλιακές προσπάθειες. 

Ωστόσο, ένας μουσικός, που στις ζωντανές εμφανίσεις του τελευταία προσπαθεί να πείσει για κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είναι, με υπερβολές σε ήχους ηλεκτρονικούς και ροκ. Μα αν ένα τραγούδι χαρακτηρίζεται διαχρονικό, είναι ακριβώς γιατί αγαπιέται από το κοινό κι αντέχει στο χρόνο, ως έχει. Γιατί να παρουσιαστεί ως κάτι άλλο, διαφορετικό; Προς τι "Η αγορά του Αλ Χαλίλι" και το μεσαιωνικό κυπριακό τραγούδι του "Αϊ Γιωργιού" να έχουν ροκ χροιά κι αντίστοιχα φλύαρα ιντερμέδια;

Μαζί λοιπόν με την επιδοκιμασία και τις ευχές, και η προτροπή προς...συνέπεια!


Ε.Σ.
Αθήνα, 6/9/2011