10/2/14

"Σοφία Μοντενέγρο" ή αλλιώς...














Gioconda Belli

Σοφία Μοντενέγρο, ετών 60

Τι φίλη εκείνη
που ένα απόγευμα Αυγούστου
στον τάφο σε συνοδεύει της μητέρας σου,
ακούγοντάς σε να μιλάς για την πολύπλοκη αγάπη
που ένιωσες γι’ αυτήν την απούσα παρουσία
και με μια της κίνηση, ίδιόν της γνώρισμα
κίνηση τόσο δική της
που όσοι την αγαπούμε γνωρίζουμε πως της ανήκει
σταυρώνει τα πόδια, κοιτάζει τριγύρω
από την τσάντα βγάζει ένα τσιγάρο
σου προσφέρει κι εσένα
και βολεύεται πάνω στην ταφόπλακα
σαν σε πολυθρόνα
για να συζητήσει γλυκειά, σοφή και δυνατή
για τη φύση της γυναίκας
και για τις άλλες τις γυναίκες
τις μανάδες που καθέναν γεννούν
κι επιστρέφουν στη γη φορτίζοντάς την με τα ερωτήματά τους
και για τις δικές μας
τις πάντοτε παρούσες
και για όσους γνωρίζουν τι παράξενη χημική αντίδραση
και τι μακρά διαδοχή συνεννοήσεων και παρανοήσεων
προκάλεσαν σ’ εκείνες τις φίλες, σαν εμάς τις δυο που
καθόμαστε να καπνίσουμε πάνω στους τάφους τους
και να τις μνημονεύσουμε δίχως σερεμόνιες
μα με την αγάπη την πιο μεγάλη
που κόρες μονάχα μπορούν να νιώσουν
συνένοχες κι ανεξιλέωτες.

Τα αμαρτήματα της φίλης μου Σοφίας
συμπορεύονται ασφαλώς με τη ζωή μου
κι εκτείνονται μακρύτερα από εκείνο το απόγευμα ─
μαζί της πέρασα νύχτες ολόκληρες χορεύοντας φλαμένκο
με το ξημέρωμα να μας βρίσκει πάνω στα τραπέζια
ιστορίες ερώτων σαν αστέρια με πολλές και μυτερές αιχμές
μαγγανείες που θα έλυναν τις πιο δύσκολες εξισώσεις απογοήτευσης
την επιμονή σε πάθη αδύνατα
που όντας τέτοια
γίνονταν αιτία πειραγμάτων και αντιδράσεών της
καθώς εκείνη με κάψα διονυσιακή
και φιλήδονη δίψα
τον κόσμο μπορεί ν’ ανασυστήσει σε μια νύχτα
και μόνη της ν’ αντροπαλέψει ενάντια σε απαισιόδοξους και ορθολογιστές
ξεστομίζοντας λέξεις, ίδιες του Ποσειδώνα τρίαινες
που καταριώνται τη θάλασσα.

Έτσι είναι η γυναίκα αυτή:
σεισμός υποθάλλασιος, υπόγειος, τυφώνας
για τους μικρόψυχους και τους μετρίους.
Μάντισσα μελωδική
αμέτρητων ακόμη μαχών
που μένουνε να κερδηθούν.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

7/2/14

Τα σημεία...

 




















Τα σημεία

Μέσα μου η θάλασσα βράζει και φουσκώνει,
θάλασσα που με ωθεί να σπεύσω στο μπαλκόνι,
και τους δήμιους της ηρεμίας μου να ψέξω.
Διάθεση καμία, κριτή και δικαστή να παίξω,
μα πώς, όταν με διώκουν τα σημεία,
του δρόμου τα διερχόμενα ντεσιμπέλ,
η γειτόνισσα στον τρίτο που χτυπάει μπεσαμέλ,
τ’ αλύχτισμα του απηυδισμένου σκύλου,
το τρύπημα ψευδοροφής, το πλάνισμα του ξύλου,
και πόσα! πόσα! τόσα άλλα…


Πώς να προφτάσουνε κι οι ωτασπίδες,
με τόσες που τρυπώνουνε ήχου συλφίδες;
Χρυσή γυαλίζει, ακριβή, η γύρω γυάλα,
μα πιότερο ταιριάζει με κελί.


Για ποια ελευθερία μου μιλάς και ποια ζωή;




Έλενα Σταγκουράκη

4/2/14

"Πού σταματάει τ' όνειρο και πού αρχίζει η αλήθεια"...

 

Κατερίνα Γώγου
 

Είναι επειδή ήμασταν παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές -αγκαλιά απ' τη μέση
μετρήσαμε τ' αμέτρητα τ' άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν 
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο -παιδιακίσα πράματα-
τον Ιούλιο κάποτε
γι' αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σαν να μη φάμε ξύλο.
Γι' αυτό αν τύχει και μ' αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πώς θα μ' αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ.
Κι εκεί.


******

Αν καμιά φορά με πιάσεις να λέω ψέματα
-σταμάτα να σου πω-
μη βιάζεσαι και με λες ψεύτρα.
Είναι τώρα που δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια
και μπερδεύω πού σταματάει τ' όνειρο
και πού αρχίζει η αλήθεια...


******

Εσύ!
Εσένα που αγάπησα.
Κοίτα άμα πιεις κι όπως πάντα μεθύσεις
μην πεις ποτέ πως μ' αγάπησες.
Δεν θ' άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο
σε ξεροπόταμους να πλέω...


******

Ποτέ πια!...
Μοιρολογούν τα κύματα...
Για πάντα!
Μου ψιθυρίζει η θάλασσα...
Πάρτε τις λέξεις από δω!
Και τα δυο τρόμο μου φέρνουν.
Πονάει για μένα το νερό
κι εγώ γι' αυτό
το ίδιο...

1/2/14

"Ο πατέρας" του Στρίνμπεργκ...



Τα εν οίκω μέσ’ από την κλειδαρότρυπα


«Ο πατέρας»
Αυγούστου Στρίντμπεργκ
Σκην. Μελεμέ
Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν
Φεβρουάριος 2013

«Η ζωή στο σπίτι είναι σαν σκοτεινή χειμωνιάτικη μέρα» εξομολογείται η κόρη Βέρθα στην παραμάνα Μάργκρετ και πώς αλλιώς, αφού για τη μητέρα ο συζυγικός βίος σημαίνει «εξοντωτικό αγώνα και πόλεμο».

Το αστικό αυτό δράμα του Στρίντμπεργκ θεματοποιεί την πάλη των δύο φύλων για την ισχύ μέσα στο γάμο, με τα τέκνα σε ρόλο μήλου της έριδος. Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται σε τρία στάδια, και περνά απ’ την αρχική υπεροχή του άντρα/συζύγου, ο οποίος –καθόλου τυχαία– έχει το αξίωμα ιλάρχου, στην μετέπειτα εξίσωσή του με τη γυναίκα του (ο ίδιος αναφωνεί: «Γιατί ο άντρας να μην κλαίει; Δεν είναι άνθρωπος;»), ώς τον τελικό, πλήρη υποβιβασμό και την απόλυτη υποταγή του σ’ αυτήν: «Δικό μου παιδί», αναφωνεί η σύζυγος/μητέρα ανακοινώνοντας την ετυμηγορία στην καταληκτική φράση του δράματος.

Ταυτόχρονα όμως, το έργο αντικατοπτρίζει πλήθος απόψεων και πιστεύω του συγγραφέα, ως έκφραση της πολυπροσωπίας του, και της λατρείας του για τα αντίθετα. Στο έργο βρίσκονται διαρκώς δύο κόσμοι σε σύγκρουση: ο άντρας και η γυναίκα, η πατρότητα και η μητρότητα, η μόρφωση και η απαιδευσιά, το ένα θρησκευτικό δόγμα και το άλλο (χαρακτηριστική η συνεχής υποτιμητική αναφορά του ιλάρχου στο διαφορετικό δόγμα της τροφού του). Ακόμη, ο συγγραφέας γίνεται αμφίθυμος, παρουσιάζοντας πότε την καταδυνάστευση της γυναίκας (και κατά συνέπεια και του άντρα) απ’ τον κοινωνικό της ρόλο, πότε την προσπάθειά της για χειραφέτηση, και πότε τον δεσποτικό ρόλο της ίδιας μες στο γάμο. Αντιστοίχως αποτυπώνεται η παντοδυναμία του κεντρικού ήρωα ως στρατιωτικού, σε αντιπαραβολή με την αδυναμία του ως συζύγου. Πρόκειται για αμφιθυμία έμφυτη στο συγγραφέα, ίδιον γνώρισμα της γραφής και της ιδιοσυγκρασίας του. Πάνω απ’ όλ’ αυτά, πάντως, κυρίαρχη δεσπόζει η εξουσία των δαιμονίων του μυαλού και η ανθρώπινη Οδύνη.

Η σκηνοθετική απόδοση της Μελεμέ υπήρξε μάλλον άτολμη κι αναμενόμενη, με τα περιορισμένα στο ελάχιστο σκηνικά να μεταθέτουν το βάρος στη σύγκρουση-αντιπαράθεση χαρακτήρων και ρόλων. Βασική, βέβαια, προϋπόθεση στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι να μπορούν οι ηθοποιοί όντως να επωμιστούν αυτό το βάρος.

Αρκετά πειστικός ο Φέρτης στον πρωταγωνιστικό ρόλο (ως Ίλαρχος), μα κάπως επίπεδη κι άτονη η Ψάλτη (ως Λάουρα), μ' ένα ξέσπασμα απότομο, πάει να πει υποκριτικά απροετοίμαστο, παρά την εκφραστική και δραματική δυναμική της. Ικανοποιητική η Μαλικένζου ως Μάργκρετ. 

Μια παράσταση στα ωραία ελληνικά του Γκάτσου, ωστόσο αρκετά ακύμαντη και με την κορύφωση του δράματος θαμπή. Πέρα από δυνατότερους δεύτερους ρόλους, χρειαζόταν αυτό το κάτι παραπάνω.


Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 10.02.2013


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Φρέαρ", τεύχος 1.

29/1/14

Για να δεις έπρεπε να χάσεις το φως σου...





















Janina Degutyte

Τίποτα δεν πρέπει να λησμονηθεί. Η λησμονιά
είναι χειρότερη κι από τον θάνατο. Ας είναι τ' όνειρό σου ασφαλές
πίσω απ' τα κλειστά σου βλέφαρα. Είθε να μην ξεχάσεις ποτέ
την μπουκιά που κόλλησε σαν ψαροκόκκαλο στον λαιμό σου.

Άσε τα χέρια σου να θυμηθούν τον πυρετό και το ρίγος
του χωρισμού. Κλεισμένοι ερμητικά πίσω από έναν τοίχο
δίχως παράθυρα, δεν ξεχωρίζουμε τη μέρα από τη νύχτα. Τη

μοίρα μας ορίζουν μόνο οι
μνήμες μας - όπως η μοίρα της γης
ορίζειται από τις φθινοπωρινές βροχές.

Είναι πικρή η γεύση της δουλοπρέπειας.
Οι δρόμοι του Νοέμβρη είναι έρημοι.
Στη μέση τούτης της απέραντης μοναξιάς
ένα δέντρο στέκεται ψηλό και ηχεί σαν καμπάνα.


*****


Όμηρος

Δεν θα γυρίσει ο Οδυσσέας σου,
αυτή τη φορά μπορεί και να μην γυρίσει.
Καμιά από τις Πηνελόπες με τ' αδράχτια τους,
           με το σταθερό βουητό της ανέμης τους,
           δεν τον περιμένει.
Οι Κασσάνδρες είναι σιωπηλές, οι άφωνες Κασσάνδρες
είναι σιωπηλές.
Και οι Αχιλλείς, δίχως την πανοπλία τους,
είναι εύθραυστοι σαν ένα παιδί,
          λυγίζουν σαν το χορτάρι.

Οι θεοί θα παίξουν και θα τιμωρήσουν και θα εκδικηθούν
          και θα πεθάνουν.
Αλλά η Ιθάκη και η Τροία θ' ανατείλουν ξανά -
          από τις πυρκαγιές, απ' τον καπνό, από τη νύχτα.
Και οι Όμηροι, τυφλοί που όλα τα βλέπουν,
          θα βαδίσουν ανάμεσα στους αιώνες, από τον Νότο ώς τον Βορρά,
και θα μιλήσουν σε κάθε χώρα
          στη δική της γλώσσα.


*****

Οιδίπους

Δεν τα κατάφερες λοιπόν να ξεφύγεις...
Τα μάτια σου σε γέλασαν,
Οι παλάμες σου σ' εξαπάτησαν.
Δεν γνώριζες ότι ήσουν τυφλός.
Για να δεις έπρεπε να χάσεις το φως σου.
Τώρα η σκιά σου πέφτει
Πάνω σε όλους μας,
Σαν το προπατορικό αμάρτημα,
Και κανείς δεν γνωρίζει
Ποιος θα 'ναι ο επόμενος.



Μετάφραση: Γιώργος Χαβουτσάς

26/1/14

"Φλαντρώ"...


 
"Φλαντρώ" 
Παντελή Χορν, 
σκην. Λυδία Κονιόρδου, 
Εθνικό Θέατρο
Ιανουάριος 2014


Ή: Όταν η ιαπωνική δραματουργία και μουσική παράδοση συναντά το ελληνικό θέατρο του Μεσοπολέμου. Μια σκηνοθετική άποψη που δικαιώνεται από το ιδιαίτερο ψυχολογικό βάρος και την ένταση αυτής της "Τραγωδίας του πόθου", με "τ" κεφαλαίο. Ένα ψυχολογικό θρίλερ, κατά το οποίο στην επιφάνεια βγαίνει η βαθύτερη και τρομερή φύση του ανθρώπου, αυτή που, όπως πολύ σωστά αναφέρει η σκηνοθέτιδα, "ο πολιτισμός μας δεν θέλει να την αναγνωρίσει ως υπαρκτή, την ξορκίζει με κάθε μέσο, και δαιμονοποιεί ή απομονώνει τις -συχνά- πολύ τραυματικές εκφράσεις της". Το ερώτημα ένα, "γιατί καταστρέφουμε αυτό που με μανία ποθούμε;", ερώτημα που απαντάται με την επίτευξη του στόχου της σκηνοθέτιδος για ένα θέατρο "ποιητικό", μια "ποιητική παραβολή". Το εγχείρημα ενδεχομένως ν' αποτύγχανε σε περίπτωση ελλιπούς ερμηνευτικής απόδοσης, ωστόσο αυτή υπήρξε εν προκειμένω ικανοποιητική. Πέρα από την αξιοθαύμαστη Κονιόρδου στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ξεχώρισε και η Μαρία Διακοπαναγιώτου με την ανέμελη αφέλεια της χωριατοπούλας Γαρουφαλιάς. Σκηνοθετικά εντοπίσαμε ακόμη την επιρροή από την παράδοση του Ρόμπερτ Γουίλσον (γεγονός όχι απαραίτητα κατακριτέον), με αποκορύφωμα μια συγκεκριμένη κίνηση της Γαρουφαλιάς, την οποία είχε πραγματοποιήσει η Κονιόρδου ως Αρήτη στην Οδύσσεια. Έντονο γενικά το λαϊκό στοιχείο,
με τη χρήση είτε παραδοσιακής ελληνικής φορεσιάς είτε δημοτικών τραγουδιών είτε του -ομοιάζοντος με διονυσιακό- μουσικού κέρατος. Έτσι, στο έργο του Χορν αποδίδεται ένας χαρακτήρας πανανθρώπινος που καλύπτει όλες τις εποχές κι όλους τους τόπους, από την αρχαιότητα έως το σήμερα και από τη Δύση ώς την Ανατολή, και πώς αλλιώς αφού πραγματεύεται την εγγενή, πιο μύχια και ανήμερη φύση του ανθρώπου. Εξαιρετικά τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη, αλλά ως επί το πλείστον αχρείαστα -και αταίριαστα- τα οπτικά εφέ στο πανί. Σε κάθε περίπτωση, η παράσταση συνιστάται ανεπιφύλακτα για λόγους θεατρικής κι αισθητικής καλλιέργειας.


Συνδιαλεγόμενη μονολογώντας:

1.  Οτιδήποτε έχει λευκό πρόσωπο επί σκηνής, δεν είναι Ρόμπερτ Γουίλσον!Κανείς δεν πρόσεξε στη "Φλαντρώ" την έλλειψη του κωμικού στοιχείου, το οποίο περιορίζεται αυστηρά στον χαρακτήρα της Γαρουφαλιάς; Κανείς δεν πρόσεξε την λεπτότητα και την ευγένεια στην ΑΡΓΗ κίνηση και στην ανάλογη έκφραση του προσώπου;

2.  Ποια η συνάφεια ανάμεσα σε παραδοσιακά ιαπωνικά δράματα με ανάλογο φωτισμό και παραδοσιακά ανατολίτικα μουσικά όργανα, σε παραδοσιακές ελληνικές φορεσιές, σε "παραδοσιακά" μουσικά όργανα της αρχαιότητας, σε παραδοσιακά ελληνικά (δημοτικά) τραγούδια και μορφές (Φροσύνη) και σε ένα θεατρικό έργο του 1925 που περιγράφει τον κλειστό κι ασφυκτικό μικρόκοσμο ενός ελληνικού χωριού; Απολύτως καμία!

3.  Για να κατανοήσει κανείς ένα έργο και μια παράσταση, πολλώ δε μάλλον μια σκηνοθετική προσφορά, χρειάζεται να έχει κάτι παραπάνω από μάτια ανοιχτά!

4.  Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός, ό,τι ασπρίζει, δεν είναι Γουίλσον: 




 

Έλενα Σταγκουράκη

Κάτω απ' το θόρυβο του αδηφάγου έργου μέσα στις μάζες...

 















Arthur Rimbaud

ΚΥΡΙΑΚΗ

            Οι λογισμοί παραμερίζονται, η αναπόφευκτη κάθοδος από τον ουρανό, και η επίσκεψη των αναμνήσεων κι η συνεδρία των ρυθμών κάνουν κατάληψη στην κατοικία, την κεφάλη και τη χώρα του νου.
           - Ένα άλογο δραπετεύει στον προαστιακό ιππόδρομο, μέσα απ' τις καλλιέργειες και τις δενδροφυτεύσεις, διάτρητο απ' του κάρβουνου την πανούκλα. Μια δύστυχη τραγωδός, κάπου μέσα στον κόσμο, αναστενάζει μετά από κάποιες αδιανόητες εγκαταλείψεις. Οι ντεσπεράντο αποχαυνώνονται μετά την καταιγίδα, το μεθύσι και τις πληγές. Μικρά παιδιά πνίγουν κατάρες κατά μήκος των ποταμών. -
           Ας ξαναρχίσουμε τη μελέτη κάτω απ' το θόρυβο του αδηφάγου έργου που συσπειρώνεται και ανυψώνεται μέσα στις μάζες.


Mετάφραση: Στρατής Πασχάλης

23/1/14

"Μεσοπέλαγα"...

 

Μεσοπέλαγα αρμενίζουν…


«Μεσοπέλαγα»
Σλάβομιρ Μρόζεκ
Σκην. Αγγελική Γκιργκινούδη
Θέατρο Νέου Κόσμου
Ιανουάριος 2014

… κι έχουν πλώρα τον λιγνό.* Ο αδηφαγικός χαρακτήρας και οι κανιβαλιστικές τάσεις της κοινωνίας υπό το πρίσμα μαύρου χιούμορ και με άρωμα Κομέντια ντελ’ άρτε.

Τρεις ναυαγοί, παλεύοντας με τα κύματα πάνω σε μια σχεδία, διαπιστώνουν πως τ’ αποθέματα τροφής έχουν εξαντληθεί. Ποιος και πώς θα εξασφαλίσει στους υπόλοιπους την επιβίωση; Aδύναμος κρίκος, ο Αδύνατος της παρέας. Με το μονόπρακτο αυτό έργο του, γραμμένο ήδη το 1961, ο Μρόζεκ θίγει με όχημα το μαύρο χιούμορ σε μια γκροτέσκα περίσταση πλήθος θεμάτων, όπως την προσωπική ελευθερία, την εκμετάλλευση, αλλά και δεινά της κοινωνικής και πολιτικής ζωής όπως ο ωφελιμισμός, ο καιροσκοπισμός και η υποκρισία. Σ’ ένα έργο όπου η ρητορεία εκ μέρους των χαρακτήρων έχει το πάνω χέρι, διέξοδος προσφέρεται μόνο μέσω της (αυτο)θυσίας, στην οποία οδηγεί η συλλογική βουλιμία. Τη δυστοπία των σημερινών κοινωνιών και συστημάτων αποτυπώνουν φράσεις όπως: «σας το είπα πως η κοινοβουλευτική δημοκρατία έχει αποδειχτεί προβληματική» ή «απ’ τη μια η δημοκρατία δεν λειτουργεί, απ’ την άλλη η δικτατορία δεν μας κάνει…» ή, τέλος, το συμπέρασμα «ο καλύτερος τρόπος για την κοινωνία είναι να σε φάει» (ειδικά όταν πρόκειται για τους εκάστοτε αδύναμους κρίκους). Εκείνη όμως που πραγματικά προκαλεί δέος είναι η φράση «πώς είσαι σίγουρος πως η δικαιοσύνη δεν θα στραφεί εναντίον σου»; Και δεν αναφερόμαστε εδώ στις περιστασιακές φορές όπου ο άδικος όντως τιμωρείται, συνήθως επιεικώς, αλλά στις συχνές εκείνες και φρικτές περιπτώσεις όπου ο δίκαιος αδυνατεί να βρει να το δίκιο του και μάλιστα καλείται να επωμιστεί τις συνέπειες της αναζήτησής/διεκδίκησής του. Κι ας φωνάζουν τα πλήθη, όπως ο Αδύνατος στο έργο του Μρόζεκ, για «Δικαιοσύνη! Δικαιοσύνη!». Η δικαιοσύνη παγκοσμίως δεν είναι παρά ελλειμματική.

Η σκηνοθεσία του έργου από την Γκιργκινούδη δεν είναι απλώς επιτυχής, αλλά και με άποψη. Αποδίδοντας ευστόχως τα γνωρίσματα της γραφής του Μρόζεκ, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Ο Χοντρός και ο Αδύνατος του έργου γίνονται ο Κακός και ο Καλός αντίστοιχα, ενώ και άλλα στοιχεία όπως οι σύγχρονοι πιερότοι, η παντομίμα, η έντονη έκφραση και η ακόμη εντονότερη κίνηση παραπέμπουν εξίσου στην παράδοση της Κομέντια ντελ’ άρτε. Μόνη παραφωνία, η έξοδος της παράστασης, καθώς χάνει το ρυθμό της όταν πέφτουν οι μάσκες (γεγονός για το οποίο μερίδιο ευθύνης φέρουν και οι ηθοποιοί), ρυθμό που διατηρεί γοργό και σταθερό έως εκείνην τη στιγμή. Μνείας χρήζουν τα σκηνικά και τα κοστούμια του Αντώνη Δαγκλίδη με την επιτυχημένη αφαιρετική αντίθεση λευκού-μαύρου που θυμίζει ασπρόμαυρο κινηματογράφο (και ειδικά στην αρχή, βουβό), ενώ έπαινοι αρμόζουν και στον Σπύρο Μπόμπολη για την επιμέλεια της κίνησης, κίνησης έξοχης, τόσο στη σύλληψη, όσο και στην απόδοσή της! Τα τρία σώματα των ηθοποιών εκτελούν μια διαρκή χορογραφία, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο εμφανή, με αποκορύφωμα τον θαυμαστό συγχρονισμένο κυματισμό τους στην απόδοση των κυμάτων.

Ο Γιάννης Νιάρρος, ως Αδύνατος/Καλός, είναι παιδί με ταλέντο. Κι όχι γιατί ο ρόλος του είναι αβανταδόρικος, αλλά γιατί ξέρει να τον παίξει αβανταδόρικα. Κίνηση, έκφραση, φωνή, υπόσχονται πολλά, γι’ αυτό προσδουκούμε εκ μέρους του διαρκή δουλειά. Θα ήταν ανεπίτρεπτο ν’ αφήσει το χάρισμά του ανεκμετάλλευτο. Ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, ως Χοντρός/Κακός, φρόντισε για μια ικανοποιητική ερμηνεία ώς την πτώση των μασκών, με την οποία δεν ξεγυμνώθηκε μονάχα το πρόσωπό του, αλλά και η αμηχανία του. Ο δε Βασίλης Παγανόπουλος, ευθυγραμμισμένος με την κανονικότητα του ρόλου του ως Κανονικού.


Αυτή είναι η σχεδία που συναντήσαμε κυριολεκτικά μεσογείως στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, ένα θέατρο που έχει συνηθίσει να συστήνει στο κοινό και να υποστηρίζει νέα έργα και συντελεστές, με ουσιαστική προσφορά στο χώρο του θεάτρου και απότοκο πάντα (προφανώς και γνώμονα) την ποιότητα.


* «Μεσοπέλαγα αρμενίζω κι έχω πλώρα τον καημό» τραγουδά στην υπέροχή του «Θάλασσα» ο Κώστας Μουντάκης.


Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 22.01.2014


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Φρέαρ (http://frear.gr/?p=3927)

Μεγάλο πουλί σταχογάλαζο να πεταρίζω...















Arthur Rimbaud

BOTTOM

            Καθώς η πραγματικότητα ήταν γεμάτη αγκάθια για την εκλεπτυσμένη μου φύση - βρέθηκα εν τούτοις στο σπίτι μιας Κυρίας, μεγάλο πουλί σταχογάλαζο να πεταρίζω προς τ' ανάγλυφα της οροφής και να ξύνω με τη φτερούγα μου τους ίσκιους της βραδιάς.
           Ήμουν μπροστά σ' ένα κρεβάτι με ουρανό, και σήκωνα εκείνην με όλα τα λατρεμένα της χρυσαφικά και του κορμιού της τ' αριστουργήματα, παχουλός αρκούδος με ούλα μενεξεδένια και τρίχωμα ασπρισμένο από τη στενοχώρια, καρφώνοντας με τα μάτια μου τα κρύσταλλα και τ' ασημικά στις κονσόλες.
           Τα πάντα έγιναν σκιά και πύρινο ενυδρείο. Το πρωί -αυγή μαχητική του Ιούνη- έτρεξα στους αγρούς, γαϊδούρι, σαλπίζοντας και κραδαίνοντας τον καημό μου, ώσπου οι Σαβίνες του προάστιου ήρθαν στο στέρνο μου να ριχτούν.



Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης

20/1/14

Ανώτερα κι απ' την τέρψη της ασύγκριτης ώρας...

















Arthur Rimbaud

FAIRY

I

             Για την Ελένη συνωμότησαν οι καλλωπιστικοί χυμοί μες στους παρθένους ίσκιους κι οι αδυσώπητες λαμπηδόνες μες στην αστρώδη σιγή. Η θέρμη του καλοκαιριού, μια εκμυστήρευση σ' αμίλητα πουλιά, κι η απαραίτητη ραθυμία μέσα σ' ανεκτίμητη βάρκα με κρέπια σε κολπίσκους πεθαμένων ερώτων κι αρωμάτων σβησμένων.
             - Αφού ακούστηκαν για μια στιγμή να τραγουδούν οι γυναίκες των ξυλοκόπων στο βουητό του χείμαρρου κάτω απ' το ερείπιο των δρυμών, τα ζώα να κουδουνίζουν στον αντίλαλο των κοιλάδων, κι οι κραυγές μες στις στέπες. - 
             Για τα παιδικά χρόνια της Ελένης ανατρίχιασαν οι προβιές κι οι σκιές - και των φτωχών το στήθος, κι οι θρύλοι τ' ουρανού.
             Και τα μάτια της κι ο χορός της ανώτερα κι απ' τις πανάκριβες λάμψεις, κι απ' τις ψυχρές επιρροές, κι από την τέρψη του απαράμιλλου διάκοσμου και της ασύγκριτης ώρας.



Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης

15/1/14

Νέο Πλανόδιον!

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ
Ιδέες. Κριτική. Λογοτεχνία.
εξαμηνιαίο περιοδικό | τ. 1. | χειμώνας 2013-2014

Η δίνη στην οποία έχει περιέλθει η χώρα πλήττει από καιρό και τον πολιτισμό της. Ιδίως στα αναγνωστικά μας πράγματα, βρισκόμαστε σε σημείο καμπής. Κρατικοί θεσμοί λαθροβιούν ή και κλείνουν· βιβλιοπώλες και εκδότες αναδιπλώνονται· ο ημερήσιος τύπος και τα ένθετά του διαρκώς συρρικνώνονται, μακρόβια περιοδικά διακόπτουν την κυκλοφορία τους, νέα δοκιμάζουν τα πρώτα τους βήματα σ' ένα τοπίο θολό. Έντονες είναι οι διεργασίες στα διαδικτυακά μέσα και έντυπα.

Στην ίδια τη λογοτεχνία τα μηνύματα είναι αντιφατικά. Αν ο πληθωρισμός του μυθιστορήματος δείχνει κάπως να ανακόπηκε, η εκδοτική φυσαλίδα της ποίησης εξακολουθεί να μεγεθύνεται. Θεματικά, τεχνοτροπικά, η αμηχανία εμπρός στις νέες συνθήκες είναι παραπάνω από πρόδηλη. Μετά δεκαετίες απαξίωσης, δυσφήμησης μάλιστα κάθε έννοιας κριτηρίου, τα όρια λογοτεχνίας και παραλογοτεχνίας είναι ρευστά όσο ποτέ.

Το ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ και οι συντελεστές του ξεκινάμε από μια βασική διαπίστωση. Η ελληνική παθογένεια δεν ανατρέχει μόνο στη σφαίρα της πολιτικής και της οικονομίας. Η τυραννία του μέσου όρου, η ευνοιοκρατία, η απάλειψη κάθε μορφής αξιολόγησης και ελέγχου είναι φαινόμενα που εντοπίζονται εξίσου στα γράμματα, στις τέχνες, στον χώρο των ιδεών. Το ίδιο ισχύει για στάσεις εκ πρώτης όψεως αντιφατικές όπως ο ξενόζηλος μιμητισμός και η επαρχιώτικη αυταρέσκεια.

Πεποίθησή μας είναι ότι η σχετικοκρατία, το anything goes, τα στρογγυλά λόγια δεν οδηγούν πουθενά. Όπως δεν οδηγούν πουθενά οι κληρονομημένες βεβαιότητες, ο περιδεής σεβασμός, η υποκατάσταση της κριτικογραφίας από ένα χλιαρό ζαργκόν προσόμοιο με δελτίο τύπου ή πληρωμένη καταχώριση. Λέξη της εποχής μας, η "κρίση" ας θυμηθούμε ότι σημαίνει πρωτίστως "διάκριση". Κι αυτή βασίζεται εξίσου στη θερμή παραδοχή και στην ψύχραιμη απόρριψη, στην τολμηρή συνηγορία αλλά και στη ζυγισμένη πολεμική.

Απέναντι στην περιόδο εκείνη της πρόσφατης ιστορίας μας που έχει το ξεκίνημά της στη Μεταπολίτευση και εκπνέει άδοξα στις μέρες μας, στεκόμαστε κριτικά. Ωστόσο τιμούμε τις αντίδρομες δυνάμεις που γέννησε. Για ένα τέταρτο του αιώνα (1986-2012), το περιοδικό "Πλανόδιον" υπήρξε μια τέτοια αντίδρομη δύναμη. Υπό τη διεύθυνση του ιδρυτή του Γιάννη Πατίλη επέμεινε στην αδέσμευτη σκέψη, έδωσε βήμα σε καινούργιες φωνές, εμβάθυνε σε αλλόγλωσσες λογοτεχνικές παραδόσεις, χωρίς να χάσει από το βλέμμα του την ελληνική. Με τη δεύτερη λέξη του τίτλου του, το ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ ανατρέχει συνειδητά σ' αυτή την κληροδοσία. Με την πρώτη λέξη τονίζει την ανάγκη της καινούργιας αφετηρίας, το ζητούμενο της νέας διαδρομής.

Στη χαρτώα του μορφή το ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ θα κυκλοφορεί ανά εξάμηνο. Διαρκής προβλέπεται και η ηλεκτρονική του παρουσία. Τη διεύθυνση του περιοδικού έχει ο Κώστας Κουτσουρέλης. Στη συντακτική ομάδα μετέχουν οι Γιώργος Βαρθαλίτης, Κωνσταντίνος Πουλής, Έλενα Σταγκουράκη και Λεωνίδας Σταματελόπουλος.

13/1/14

"Εγώ δεν είμαι εγώ"...


     Χουάν Ραμόν Χιμένεθ
     (24.12.1881-29.05.1958)

Δελτίο Τύπου



«Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐγώ» - 
Καθρέφτες καὶ εἴδωλα στὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χουὰν Ραμὸν Χιμένεθ
  

«Εγώ δεν είμαι εγώ» διατείνεται ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ στο ομότιτλο ποίημά του, γεννώντας όντως το ερώτημα ποιος να είναι άραγε ο Ανδαλουσιανός αυτός ποιητής και ποιο ή ποια τα «εγώ» του. Αυτά τα «εγώ», αυτά τα είδωλα του ποιητή, θα διευρευνήσουμε κοιτάζοντας στον εκάστοτε καθρέφτη, προκειμένου να γνωρίσουμε τόσο τον ποιητή που έφερε το 1956 ένα βραβείο Νομπέλ στον ισπανόφωνο κόσμο, όσο –κυρίως!– τον άνθρωπο Χουάν Ραμόν. Πώς αλλιώς, αφού στο χαρακτήρα του Χιμένεθ βρίσκει την αιτία και το λόγο ύπαρξής του ο «ατσαλάκωτος» στίχος του, όπου τίποτα απολύτως δεν είναι τυχαίο ούτε περισσεύει. Ο ελεύθερος –ίσως καλύτερα, ελευθεριάζων– στίχος  μοιάζει να μην υπήρξε ποτέ πριν (ή και μετά) περισσότερο ανελεύθερος. Είναι ο στίχος που άσκησε βαθύτατη επιρροή τόσο στους ποιητές της περίφημης γενιάς του ’27 της ισπανικής ποίησης (Πέδρο Σαλίνας, Χόρχε Γκιγιέν, Χεράρδο Ντιέγο, Ντάμασο Αλόνσο, Βιθέντε Αλεϊχάντρε, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Εμίλιο Πράδος, Λουίς Θερνούδα, Ραφαέλ Αλμπέρτι, Μανουέλ Αλτολαγκίρε), όσο και σε ισπανόφωνους ποιητές από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, όπως η Αλεχάντρα Πισαρνίκ κ.ά. Χαρακτήρας ιδιόρρυθμος, αγαπούσε να μισεί τη φύση, τη χώρα του, τον εαυτό του…

Έλενα Σταγκουράκη
 
***


 Η πρώτη εκδήλωση του 2014 στη σειρά «Έντεκα σημαντικοί ποιητές του 20ου αιώνα» είναι αφιερωμένη στον Χουὰν Ραμὸν Χιμένεθ, βραβείο νόμπελ λογοτεχνίας 1956. Με την φετινή σειρά εκδηλώσεων το Ίδρυμα «Τάκης Σινόπουλος, ολοκληρώνει τον Δωδέκατο Κύκλο «Ποίηση: Λόγος και Τέχνη 2013-2014».


Η μεταφράστρια Έλενα Σταγκουράκη θα παρουσιάσει το έργο του μεγάλου Ανδαλουσιανού ποιητή την Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014 στις 8 μ.μ. στο σπίτι του Τάκη Σινόπουλου επί της οδού Τάκη Σινόπουλου αρ. 22 στον Περισσό.