8/5/15

Ο σεισμός στη Χιλή...





Περί «μύχιων αλαλαγμών της καρδιάς» και άλλων δεινών


«Ο σεισμός στη Χιλή»
του Χάινριχ φον Κλάιστ
σκην. Ακύλλας Καραζήσης
BIOS
Μάιος 2015

«Τι βάσανα έπρεπε να έρθουν στον κόσμο για να νιώσουν αυτοί ευτυχισμένοι»: Αν και η φράση αυτή θα μπορούσε να συνοψίζει κάλλιστα τη χαιρεκακία των σημερινών κοινωνιών, ωστόσο στον κόσμο του Ρομαντικού Χάινριχ φον Κλάιστ δεν περιγράφει άλλο, από ένα δώρο που δόθηκε ερήμην του παραλήπτη και για το οποίο πρέπει να καταβληθεί αντίτιμο φρικτό.

«Ο σεισμός στη Χιλή» („Das Erdbeben in Chili“) είναι νουβέλα του 1807 και περιγράφει την ιστορία ενός ζευγαριού με φόντο τον τρομερό σεισμό του 1647 στο Σαντιάγο. Ο Χερώνυμο και η Χοσέφα έχουν οδηγηθεί στην απόγνωση βλέποντας ότι το κοινό τους μέλλον είναι αδύνατο και, ενώ ετοιμάζονται για τα χειρότερα, ο τρομερός σεισμός που ισοπεδώνει την πρωτεύουσα τούς επανενώνει. Ευγνώμονες για την τύχη τους την αγαθή, θα συμμετέχουν σε εξιλεωτική λειτουργία στην εκκλησία, το μόνο κτίριο που –τι ειρωνεία!– επέζησε του σεισμού και το οποίο θα μετατραπεί σε δικό τους τάφο. Στον κόσμο εξάλλου του γερμανικού Ρομαντισμού, το ζητούμενο είναι η ιδανική αγάπη. Και ιδανική, είναι μόνο η αγάπη η ανολοκλήρωτη, η τραγική, η αδύνατη. Ο Κλάιστ, καυτηριάζοντας το διαβρωτικό ρόλο της πολιτικής, θρησκευτικής και οικογενειακής εξουσίας πάνω στο άτομο, γράφει ένα κείμενο άκρως ποιητικό, αλληγορικό και βέβαια διαχρονικό. Η δε μετάφρασή του από το Θοδωρή Δασκαρόλη, εξαιρετική, ποιητική η ίδια και γλωσσικά απολαυστική.

Διαβάζοντας σε κείμενο του Νίκου Δήμου τον περασμένο Αύγουστο «έφτασα πια να οραματίζομαι μία εποχή όπου (σαν τα βιολογικά προϊόντα) θα διαφημίζονται κλασικά έργα, ‘αυθεντικά, αγνά, χωρίς παρέμβαση σκηνοθέτη’»[1], δεν υποψιαζόμασταν ότι αυτή η εποχή  βρισκόταν εγγύτερα απ’ όσο θεωρούσαμε ή ο ίδιος ο Δημού πιθανώς να εννοούσε. Πώς αλλιώς, αφού στην ιστοσελίδα του Αθηνοράματος αναφέρεται για την παράσταση ότι «το κείμενο παρουσιάζεται χωρίς καμία διασκευή, αυτούσιο»[2]. Άσχετα δε από το γεγονός ότι προκειμένου να παρασταθεί μια νουβέλα (ακόμη και ως αναλόγιο) η σκηνοθεσία είναι απαραίτητη, οπότε και η διασκευή –κατά το μάλλον ή ήττον– μοιραία. 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κείμενο αποδόθηκε σε τριτοπρόσωπη αφήγηση από ούτε έναν ούτε δύο, αλλά οχτώ ηθοποιούς. Στο ρόλο του Χερώνυμο και της Χοσέφας τα πρόσωπα εναλλάσσονταν διαρκώς. Η αφήγηση γινόταν άλλοτε συλλαβιστά, άλλοτε με απανωτή επανάληψη κάθε φράσης και άλλοτε –κυρίως!– απνευστί, με το ρυθμό που επέβαλλε η μία και μόνο ανάσα, το σβήσιμο της οποίας απαραιτήτως δεν έπρεπε να συμπίπτει με την τελεία της πρότασης, αλλά με την αρχή ή τη μέση της επόμενης. Παύση για ανάσα π.χ. μεταξύ του υποκειμένου και του ρήματος. Το αποτέλεσμα; Δυσκολία παρακολούθησης για το κοινό, πρόσωπα κατακόκκινα και φλέβες έτοιμες να εκραγούν για τους ηθοποιούς και τα όμοια. Σε αυτά προστίθενται κακόγουστες σκηνές συνουσίας και ‘χοροί’ σε ρυθμό υστερίας. Αν για τη σκηνική αποτύπωση είχαν έστω επιλεγεί άλλα –καίρια– κομμάτια του κειμένου; Τελικά, είναι η δύναμη ακριβώς του κειμένου και της μετάφρασής του εκείνη που καθηλώνει το θεατή στη θέση του και τον κάνει να υπομείνει τα σκηνοθετικά ολισθήματα.

Ένας ακόμη από τους λόγους που θελήσαμε να παρακολουθήσουμε την παράσταση ήταν το ‘νέο αίμα’ ηθοποιών που κλήθηκε να αποδώσει το έργο, απόφοιτοι όλοι του Εθνικού Θεάτρου ή του Ωδείου Αθηνών. Ερμηνείες που, με το πέρασμα του χρόνου, έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν. Αδύναμος ο Γιώργος Ονησιφόρου, με πολλές δυνατότητες ο Μάνος Βαβαδάκης. Και ένα αστέρι γεννιέται: Κατερίνα Ζησούδη. Μια παρουσία δραματική, με στόφα ηθοποιού, που ερμηνεύει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης –ακόμη και όταν το νήμα της αφήγησης παίρνουν άλλοι–, μαγνητίζοντας το βλέμμα. Ανυπομονούμε για τη συνέχεια.

Με τον πολύ πρόσφατο καταστροφικό σεισμό στο Νεπάλ να έχει συγκλονίσει την παγκόσμια κοινή γνώμη, το τελευταίο που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς είναι ότι ενδεχομένως να έσωζε έναν έρωτα. Η βία γεννάει βία, είτε αυτή είναι προέλευσης φυσικής είτε ανθρώπινης.


Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 3 Μαίου 2015
           

5/5/15

Μπορεί η πόλη να 'ναι άλλη...





















Mario Benedetti

Μπορεί η πόλη να 'ναι άλλη

Μπορεί η πόλη να 'ναι άλλη
ο έρωτας αν την αγγίξει
μπορεί η πόλη να 'ναι τόσες
όσοι και οι εραστές που κρύβει


Ο έρωτας περνά απ' τα πάρκα
τους αγαπά μα δεν τους βλέπει
μες στων πουλιών το πανηγύρι
των πεύκων τη συνομιλία


Μπορεί η πόλη να 'ναι άλλη
ο έρωτας αν δίνει χρώμα
και από τα πρόσωπα τριγύρω
το ένα αν είναι της αγάπης


Ο έρωτας περνά γυρίζει
και μάρτυρας γίνεται η πόλη
αγκαλιασμάτων και πεισμάτων
καλοκαιριάς και καταιγίδων


Μα αν φύγει δίχως να γυρίσει,
η πόλη ευθύς φθινοπωριάζει
καθώς μόνο απομένει ο θρήνος
και του έρωτα οι οπτασίες.




Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

***********************

Cada ciudad puede ser otra

Cada ciudad puede ser otra
cuando el amor la transfigura
cada ciudad puede ser tantas
como amorosos la recorren


el amor pasa por los parques
casi sin verlos amándolos
entre la fiesta de los pájaros
y la homilía de los pinos


cada ciudad puede ser otra
cuando el amor pinta los muros
y de los rostros que atardecen
unos es el rostro del amor


y el amor viene y va y regresa
y la ciudad es el testigo
de sus abrazos y crepúsculos
de sus bonanzas y aguaceros


y si el amor se va y no vuelve
la ciudad carga con su otoño
ya que le quedan sólo el duelo
y las estatuas del amor.



2/5/15

Σε αγαπώ...
















Mario Benedetti

Σε αγαπώ

Τα χέρια σου είναι το χάδι,
τα ακόρντα της κάθε μου μέρας.
Τα χέρια σου σβήνουν το τέρας
του αδίκου. Σε αγαπώ πρωί-βράδυ.


Σε αγαπώ γιατί είσαι τα πάντα,
και έρωτας και παραστάτης,
σε αγώνες εσύ στηλοβάτης,
δεν είμαστε δυο, μα σαράντα.


Τα μάτια σου είναι το ξόρκι
στην γύρω, συχνή, τόση ασχήμια.
Αγαπώ τα μάτια που τίμια
του μέλλοντος γίνονται όρκοι,


το στόμα που είναι των δυο μας,
το στόμα που δεν αμφιβάλλει,
σε αγαπώ καθώς αυτό πάλι
φωνάζει για το λυτρωμό μας.


Σε αγαπώ γιατί είσαι τα πάντα,
και έρωτας και παραστάτης,
σε αγώνες εσύ στηλοβάτης,
δεν είμαστε δυο, μα σαράντα.


Αγαπώ το αγνό πρόσωπό σου
το βήμα σου που ’ναι από δυόσμο
το θρήνο σου για όλο τον κόσμο,
σε αγαπώ και είμαι δικός σου.


Η αγάπη δεν είναι αυταπάτη,
διδάγματα απ' το συναξάρι.
Οι δυο μας εμείς το ζευγάρι,
με όλο τον κόσμο στην πλάτη.


Σε αγαπώ στη γη των αγγέλων,
μα και στη δική μας πατρίδα:
εκεί κόσμο ευφρόσυνο είδα,
με άθλιο παρόν, μα με μέλλον.


Σε αγαπώ γιατί είσαι τα πάντα,
και έρωτας και παραστάτης,
σε αγώνες εσύ στηλοβάτης,
δεν είμαστε δυο, μα σαράντα.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη
 
*********

Te quiero

Tus manos son mi caricia
mis acordes cotidianos
te quiero porque tus manos
trabajan por la justicia 


si te quiero es porque sos
mi amor mi cómplice y todo
y en la calle codo a codo
somos mucho más que dos 


tus ojos son mi conjuro
contra la mala jornada
te quiero por tu mirada
que mira y siembra futuro 


tu boca que es tuya y mía
tu boca no se equivoca
te quiero porque tu boca
sabe gritar rebeldía 


si te quiero es porque sos
mi amor mi cómplice y todo
y en la calle codo a codo
somos mucho más que dos 


y por tu rostro sincero
y tu paso vagabundo
y tu llanto por el mundo
porque sos pueblo te quiero 


y porque amor no es aureola
ni cándida moraleja
y porque somos pareja
que sabe que no está sola 


te quiero en mi paraíso
es decir que en mi país
la gente viva feliz
aunque no tenga permiso 


si te quiero es porque sos
mi amor mi cómplice y todo
y en la calle codo a codo
somos mucho más que dos.


29/4/15

Ιδιωτικότητα...





















Mario Benedetti

Ιδιωτικότητα

Κοιμόμαστε μαζί
μαζί ξυπνούμε
κι ο χρόνος γίνεται ξεγίνεται
ωστόσο


καθόλου δεν τον νοιάζει
το όνειρό σου
το όνειρό μου
είμαστε αδέξιοι
ή υπερβολικά προσεχτικοί


λέμε πως δεν πέφτει
αυτός ο γλάρος
λέμε πως είναι αιώνια
η συνωμοσία
πως η μάχη είναι δική μας
ή άλλου κανενός


μαζί ζούμε
και υποκύπτουμε μαζί
μα αυτή η καταστροφή
είναι ένα αστείο
μια λεπτομέρεια μια αστραπή
ένα ίχνος
ένα άνοιγμα ένα κλείσιμο
παράδεισος


τόσο απέραντη
η ιδιωτικότητά μας
που ο θάνατος την κρύβει
στο κενό του


θέλω να μου ιστορήσεις
τη θλίψη που αποσιωπάς


κι απ’ την πλευρά μου σου προσφέρω
την ύστατη εξομολόγηση


είσαι μόνη
είμαι μόνος
μα κάποτε
μπορεί η μοναξιά
να γίνει
              φλόγα.




Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*****

Intimidad

Soñamos juntos
juntos despertamos
el tiempo hace o deshace
mientras tanto


no le importan tu sueño
ni mi sueño
somos torpes
o demasiado cautos


pensamos que no cae
esa gaviota
creemos que es eterno
este conjuro
que la batalla es nuestra
o de ninguno


juntos vivimos
sucumbimos juntos
pero esa destrucción
es una broma
un detalle una ráfaga
un vestigio
un abrirse y cerrarse
el paraíso


ya nuestra intimidad
es tan inmensa
que la muerte la esconde
en su vacío


quiero que me relates
el duelo que te callas


por mi parte te ofrezco
mi última confianza


estás sola
estoy solo
pero a veces
puede la soledad
ser
           una llama.



26/4/15

Παραλλαγές σε θέμα του Ηράκλειτου...



















Mario Benedetti

Παραλλαγές σε θέμα του Ηράκλειτου


Δεν είναι μόνο ο ποταμός ανεπανάληπτος

ομοίως ανεπανάληπτα
η βροχή η φωτιά ο άνεμος
οι θίνες του δειλινού

όχι μόνο ο ποταμός
διετείνετο ο κύριος

αφού αμέσως-αμέσως
κανείς δεν μπορεί 
κυρία μου
δυο φορές
στα μάτια σου να κοιταχτεί.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

***********************


Variaciones sobre un tema de Heráclito
 
No sólo el río es irrepetible 



tampoco se repiten
la lluvia el fuego el viento
las dunas del crepúsculo 



no sólo el río
sugirió el fulano 



por lo pronto
nadie puede
mengana
contemplarse dos veces
en tus ojos. 




"Το τρελό αίμα"...

 

"Το τρελό αίμα" 
του Παντελή Πρεβελάκη, 
σκην. Άντζελα Μπρούσκου, 
Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, 
Απρίλιος 2015

Αυτή είναι η ταυτότητα της παράστασης όπως υπάρχει στο πρόγραμμα του θεάτρου Τέχνης για την περίοδο Απρίλιος-Ιούνιος 2015. Η αλήθεια, βέβαια, είναι άλλη. Ποια;

1. Θέλει θράσος για να μιλάς για σκηνοθεσία του συγκεκριμένου έργου του Πρεβελάκη. Αντ' αυτού, επρόκειτο για μια αυτάρεσκη μπούρδα, απροσδιόριστου χρόνου, τόπου, χαρακτήρα και -το κυριότερο- υπόθεσης! Πολύ απλά, θα μπορούσε να επρόκειτο για το έργο οπιουδήποτε, οποτεδήποτε και οπουδήποτε.

2.  "Σύλληψη – Δραματουργία – Σκηνοθεσία – Κοστούμια – Εικαστική αντίληψη: Άντζελα Μπρούσκου". Κάποιος φαίνεται να ψιθύρισε την αλήθεια στο http://www.musiccorner.gr/to-trelo-ema-aneveni-sto-theatro-technis-karolou-koun-119188/ κάτι που δεν ισχύει για το ανύπαρκτο (για όλες τις παραστάσεις φέτος) πρόγραμμα παράστασης στο Θέατρο Τέχνης.

3. Μπουζουκοποίηση του θεάτρου. Κι ενώ αρχίζαμε να υποψιαζόμαστε ομοιότητες με την άλλη φετινή μπούρδα ("Με τα δόντια"), ήρθε και η χαριστική βολή που μας έπεισε. Αν θέλαμε όμως μπουζούκια, θα πηγαίναμε στην Πειραιώς ή στην εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας, και όχι στη Φρυνίχου! ΛΕΜΕ ΟΧΙ ΣΤΗ ΜΠΟΥΖΟΥΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ! Η αντίδραση σε τέτοια εικόνα, σε τέτοιο ήχο και σε τέτοιο ήθος θα είναι πάντα μία και η αυτή: αποχώρηση.

Το ίδιο καλούμε όλους τους θεατές να πράττουν σε ανάλογες περιπτώσεις. Ως θεατές, φέρουμε την ευθύνη όχι μόνο των όσων παρακολουθούμε, αλλά και την ευθύνη της ίδιας της διαμόρφωσης αυτών που παρακολουθούμε. Κάποτε πρέπει επιτέλους να μάθουμε να "μη μασάμε τη φόλα" και να το δηλώνουμε ευθαρσώς και επωνύμως! 


Έλενα Σταγκουράκη

23/4/15

Il cuore...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Mario Benedetti 

 

Il cuore

 

Κανείς πια δε σκαλίζει
στους τοίχους
στους κορμούς
              Μαρία και Λουίς
              Ραχήλ και Κάρλος
              Μάρθα και Αλφόνσο
μαζί με δυο καρδιές
πλεγμένες μεταξύ τους

τώρα τα ζευγάρια
διαβάζουνε αυτές τις παλιωμένες

άβολες θωπείες
στους τοίχους
στους κορμούς
και σχολιάζουνε
              τι βλάκες
πριν χωρίσουνε
για πάντα.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

**************  

Il cuore

 

Ya nadie graba
en las paredes
en los troncos
    luis y maría
       raquel y carlos
          marta y alfonso
junto a dos corazones
enlazados 


ahora las parejas
leen esas vetustas
incómodas ternuras
en las paredes
en los troncos
y comentan
       qué ñoños
antes de separarse
para siempre 



20/4/15

Είναι τόσο λίγα...

 



















Mario Benedetti

Είναι τόσο λίγα

Όσα γνωρίζεις
είναι τόσο λίγα
όσα γνωρίζεις
για μένα
όσα γνωρίζεις
είναι τα σύννεφά μου
οι σιωπές μου
οι χειρονομίες μου
όσα γνωρίζεις
είναι η θλίψη
της πρόσοψης του σπιτιού μου
είναι τα πορτοπαράθυρα της θλίψης μου
το σήμαντρο της θλίψης μου.

Μα δεν ξέρεις
τίποτε
το πολύ-πολύ
να σκέφτεσαι κάποτε
πως είναι πολύ λίγα
όσα γνωρίζω
για σένα
όσα γνωρίζω
δηλαδή τα σύννεφά σου
οι σιωπές σου
οι χειρονομίες σου
όσα γνωρίζω
είναι η θλίψη
της πρόσοψης του σπιτιού σου
είναι τα πορτοπαράθυρα της θλίψης σου
το σήμαντρο της θλίψης σου.
Μα δεν σημαίνεις.
Μα δεν σημαίνω.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

 
***

Es tan poco

Lo que conoces
es tan poco
lo que conoces
de mí
lo que conoces
son mis nubes
son mis silencios
son mis gestos
lo que conoces
es la tristeza
de mi casa vista de afuera
son los postigos de mi tristeza
el llamador de mi tristeza.

Pero no sabes
nada
a lo sumo
piensas a veces
que es tan poco
lo que conozco
de ti
lo que conozco
o sea tus nubes
o tus silencios
o tus gestos
lo que conozco
es la tristeza
de tu casa vista de afuera
son los postigos de tu tristeza
el llamador de tu tristeza.
Pero no llamas.
Pero no llamo.




17/4/15

Με της καρδιάς ήσυχη αντάρα...





















Δημήτρης Αρμάος

Με της καρδιάς ήσυχη αντάρα...

Να κοιμηθώ φευγάτη νιότη απόψε δε μ' αφήνει
Ο Πάνας ένα πρόσωπο των διαφημίσεων βάλνεται
Μέχρι δακρύων πάλι να γελάει και να καγχάζει τριβελίζοντας τη νύχτα
Αλλά προσκρούει σε απάθεια η συνείδηση του πάθους αγρυπνεί
Σαν όταν αναθρώσκει η θλίψη απρόκλητη και κάπως περισσότερο μ' αρέσει τότε
Το νιώθω που έχω γίνει τόσα χρόνια μαυροπούλι και λαλεί
Λίγο λαλεί τα ίδια λέγει όμως η φύση μου δεν είν' αυτή
Με πείθει απόλυτα ως προς τούτο η φαντασία μου
Που ηδύς σεβντάς την περισαίνει
Αστράφτουν τα κοχύλια όλης της θάλασσας απόψε
Έχουν ανέβει απάνω όλοι οι βυθοί
Και το φεγγάρι φέγγει δίχως με το φως να σβήνει αυτόν το μαύρο κόσμο
Πυργώνουν όμως τώρα οι λυρικές φωνές τα λυρικά αισθήματα
Κι ανταγωνίζονται σφοδρά την τάξη του πραγματικού
Που οι ευτελέστερές του αποτυπώσεις είν' ανώτερες αλίμονο
Κι από τα πιο εκτροχιασμένα ονείρατά μου

Στο μελαγχολικό αυτό φως ανθίζουν τα κατάλληλα άνθη
Και καταπολεμούν πάσα μονοτονία τις κραυγές
Σπεύσε Περίμενέ με Κάλυψέ με Θα 'ρθω
Έχω καιρό που ανησυχώ Μ' εσένανε στο νου πλανιέμαι
Θα κρατηθώ για τη συνάντηση Με μάγεψες Θα κρατηθώ
Μα τώρα να μ' αφήσεις για το βίωμα της απώλειας
Τον τυχοδιωκτισμό να υπάρχεις και να υπάρχεις μες στην πολιτεία
Σαν που το λέει και ο Ραστινιάκ μ' αυτή την πόλη και μ' εμένα κάτι τρέχει
Κάτι συμβαίνει ενγένει με τις πόλεις μας [...]

Μεγάλες μηχανές της φυσικής ή θείας τάξης μες στην πλάση πλέουν πιο πέρα
Δαιμόνιες και δαιμονικές στη σύλληψή τους και τη λειτουργία τους
Δίπλα τους εντελώς αναξιόπιστα αλλά για τη δική τους αναξιοπιστία δουλεύει κι η άλλη
Που προέκυψε από διαφοροποίηση στον έκτο μήνα
Οι μηχανές με το παράλογο τού προκαθορισμού τους με τρελαίνουν
Με αναστατώνουν με τον δαιδαλώδη τους σχεδιασμό που όλα τα διαλαμβάνει
Τον σχεδιασμό που δεν τολμά κανείς να παραβεί
Τι έγινε με τη διαφοροποίηση εργαλείο τυφλό του ενστίκτου και του συναισθήματος;
Πέταξε πέρα το υπέρβαρο του μη-προνοήσιμου
Στη μικροκλίμακα της φύσης όλα αυτά θα ήτανε τόσο αγνά και τόσο υπέροχα

Στην πόλη μου όμως έχουν γίνει μια τεράστια παρεξήγηση
Το αρσενικό στη διαπραγμάτευση μονίμως
Το θήλυ πάει με τ' αγαθά μερίδες αλωπέκων
Και μεταξύ τους επιλέγει ποια τινά alias no honey

Μέσα σ' αυτή την πόλη όπου με στένεψε συχνά το κρύο μονήρη
Και αχνοθυμάμαι κάποιες μέρες θαλπωρής
Όχι κανένα μύθο τέτοιες νύχτες δε χρειάζομαι κανένα παραμύθι
Κυρήγματα θέλω κι ανάστατες ψυχές δείξε μου πού 'ναι οι σπαθισμοί
Προπέτη Διόνυσο γυρεύω σειληνώδη μισαπόλλωνα
Sermones του ξεσηκωμού
Γύρω μου τώρα αντέχω μόνο συστρατιώτες
Πολεμιστές ανίκανους για χρήσιμα αντικείμενα για utilidades
Ιπτάμενους από το ατόφυο υλικό τους
Με το κρανίο βαρύ από κείνο το παγκόσμιο ρευστό
Που φέρνει δυστυχία στους επισκέπτες όποτε ο διακριτικός
Λύχνος ανάβει παραστάτης
Με της ανώφελης λαχτάρας τ' ώριμο παιδί
Με της καρδιάς ήσυχη αντάρα


14/4/15

Μια παράσταση για το βιβλίο Γκίνες...


Μια παράσταση για το βιβλίο Γκίνες!

«Μια μέρα, όπως κάθε μέρα,
σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα
της Αθήνας, αυτά με τα κουφώματα ασφαλείας
και τους βολικούς καναπέδες τους,
σε κατάσταση αμόκ. Ή η ανουσιότητα του να ζεις.»
της Λένας Κιτσοπούλου
σκην. Λένα Κιτσοπούλου
Θέατρο Τέχνης
Απρίλιος 2015

«Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου• ποιητού εν Kομμαγηνή• 595 μ.X.»: Αν στο σχολείο μάθαμε πως το ποίημα αυτό του Καβάφη φέρει επί τούτου τόσο ευμεγέθη τίτλο, ώστε να αποπροσανατολίζει και να δημιουργεί την ψευδαίσθηση της αληθοφάνειας, δεν συμβαίνει κάτι διαφορετικό με το νέο έργο της Κιτσοπούλου και τον αντίστοιχα υπερτροφικό τίτλο του. Η αναφορά, αντιθέτως, και η συμπερίληψη των Κεριών (και κατ’ επέκταση η επιλογή του Καβάφη από όλους τους Έλληνες ποιητές) μόνο τυχαία δεν είναι. Μεταφορά του Καβάφη στη σκηνή ή όχι, το έργο είναι για ρεκόρ Γκίνες: ως το θεατρικό με τις περισσότερες λέξεις της ρίζας «γαμάω -ώ».

Η υπόθεση του έργου περιλαμβάνεται στον τίτλο του, και ίσως μάλιστα στον τίτλο να παρέχονται περισσότερες πληροφορίες απ’ ό,τι σε ολόκληρο το έργο. Πρόκειται για μια καθημερινή συνομιλία σε ένα διαμέρισμα της Αθήνας. Το «μια», βέβαια, τρόπος του λέγειν, και το «καθημερινή», μόνο εφόσον συγχέεται το καθημερινό με το αγοραίο. Ακόμη και στην απλότητα και το «μηδενισμό» του, το έργο θα μπορούσε μέσω της σάτιρας και του σαρκασμού να έχει ουσία. Κάτι που δεν συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθότι για πολλούς λόγους καθίσταται προβληματικό.

Κατ’ αρχήν δεν γίνεται σαφές τι είδους σχέση συνδέει τους δύο συνομιλητές. Προς το τέλος του έργου δηλώνουν πως είναι φίλοι, γεγονός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ξυλοδαρμό της γυναίκας από τον άντρα ή με την άγνοια για γεγονότα της ζωής του άλλου που ένας φίλος θα γνώριζε. Κατά τα άλλα, οι δυο τους είναι και δεν είναι κάτι σαν φίλοι, συγκάτοικοι και ζευγάρι μαζί. Με άλλα λόγια, από το έργο λείπει και η συνεκτικότητα και η συνοχή, πράγμα που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές από το δεύτερο μισό και μετά. Εκεί έχουμε ξαφνικά έναν μονόλογο της γυναίκας, άσχετο με τα προηγούμενα (και με τα επόμενα), όπως και έναν αλλόκοτο χορό τύπου Bollywood από τον αντρικό χαρακτήρα. Λόγος ύπαρξής τους δεν φαίνεται άλλος, από την κάλυψη του διώρου.

Μέσα σε όλο αυτό δεν θα μπορούσε να λείπει ο λαϊκισμός, με την «έλλειψη εκτόνωσης του σύγχρονου Έλληνα», το κούρεμα των συντάξεων κλπ, λαϊκισμός που μας άφησε άφωνους με τη γελοιοποίηση του ίδιου του κοινού. Η Κιτσοπούλου ανακράζει απαντώντας στον άντρα και απευθυνόμενη στο κοινό της παράστασης «και τώρα μπορώ να πω τη μεγαλύτερη μπούρδα»: «Εμένα η γιαγιά μου έφτιαχνε πολύ ωραίο σιμιγδαλένιο χαλβά. Δες τι γίνεται από κάτω [στο κοινό]· της πουτάνας». Και το κακό είναι, ότι εν μέρει είχε δίκιο. Αρκετοί απ’ τη δεξιά πτέρυγα της πλατείας (το κοινό σαφέστατα διχασμένο), γελούσαν. Και δεν υποπτεύονταν καν πως κατάπιναν όχι μόνο ό,τι τους σέρβιραν, αλλά και τον ίδιο τον εξευτελισμό και χλευασμό τους: τους έλεγαν κατάμουτρα –και αληθώς!– ότι με την οποιαδήποτε ανοησία θα γελάσουν, αρκεί να την πει η (εκάστοτε) Κιτσοπούλου, και όντως αυτό έκαναν. Εδώ δεν ξέρει κανείς τι να πει. Ίσως ένα τέτοιο κοινό, που έχει μάθει να τα καταπίνει όλα, να αξίζει τέτοια μεταχείριση.

Αναπόσπαστο κομμάτι του λαϊκισμού και περαιτέρω ασυνέπεια συνιστούν οι διαρκείς βωμολοχίες. Γιατί, αν στόχευαν να αποτυπώσουν μια καθημερινή κουβέντα σε ένα καθημερινό σπίτι, αμφιβάλλουμε ότι ο μέσος Έλληνας μεταχειρίζεται τέτοια γλώσσα, δίχως αυτό να σημαίνει ότι τη χρησιμοποιεί συνειδητά ή με τρόπο ικανοποιητικό. Ομοίως, η ανάλυση π.χ. της υφής και της οσμής των κοπράνων δεν θεωρούμε ότι αποτελεί συνηθισμένο θέμα συζήτησης μεταξύ φίλων, οι θεατές όμως της παράστασης είχαν την τύχη να απολαύσουν ποικιλία.

Την κακογουστιά του έργου συμπλήρωνε αντίστοιχα και η κακογουστιά της σκηνοθεσίας. Βλέπουμε μια γυναίκα να ξυλοκοπείται, να εμφανίζεται μες στα αίματα και να φτύνει αίμα και την επόμενη στιγμή να παίζει με γαργάρες και να φτύνει το νερό ανέμελα τριγύρω. Βλέπουμε τα ακραία ξεσπάσματα με άναρθρες κραυγές, υστερικά γέλια και τα χέρια μες στο στόμα. Βλέπουμε την Κιτσοπούλου κυριολεκτικά να αφρίζει στον υστερικό μονόλογο αυτοθαυμασμού της. Βλέπουμε (για πρώτη φορά) να εκβιάζεται το χειροκρότημα του κοινού με μια πρόσθετη σκηνή σε αργή κίνηση και μια κραυγή που δεν σταματά ούτε αφού αρχίσουν οι πρώτοι θεατές να αποχωρούν. Με άλλα λόγια, αν στόχος ήταν η σάτιρα ή ο σαρκασμός, η αποτυχία επίτευξής τους ήταν παταγώδης. Κανέναν σαρκασμό δεν διαπιστώσαμε στα λόγια αυτοθαυμασμού της Κιτσοπούλου, αντιθέτως!

Και όπως πολύ σωστά σχολίασαν οι πρωταγωνιστές (Γιάννης Κότσιφας, Λένα Κιτσοπούλου), για όλο αυτό δεν χρειάστηκε ούτε αλλαγή του φωτισμού ούτε μουσική επένδυση (πριν το χορό α λα Bollywood). Μόνο που χρειάστηκαν ούτε ένας, ούτε δύο, αλλά τέσσερις βοηθοί σκηνοθέτη!

Και αν «τα φάρμακα της Τέχνης κάμνουνε –για λίγο– να μη νοιώθεται η πληγή», δεν ισχύει το ίδιο για την τέχνη της Κιτσοπούλου, για την οποία «δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά». 

Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 6 Απριλίου 2015

3/4/15

Τα "Κοχύλια από χρόνο" υποψήφια για βραβείο ποίησης...



Και η δικαίωση συνεχίζεται... Όχι μόνο της Νεκταρίας, τα ποιήματα της οποίας αγαπήθηκαν πολύ από τις συμμετέχουσες στο 5ο Φεστιβάλ "Γυναικεία Κραυγή", ώστε να απαγγέλονται σε όλες ανεξαιρέτως τις ποιητικές εκδηλώσεις του. Αλλά και δική μας, καθώς κάποιο Σάββατο ή Κυριακή πρωί πέρυσι, παρασυρθήκαμε σε ένα όμορφο ταξίδι στις θάλασσες που ηχούν μες στα "Κοχύλια", αποτυπώνοντας το οδοιπορικό μας στο περιοδικό "Φρέαρ".

Τώρα, τα "Κοχύλια από χρόνο" είναι υποψήφια  για τα βραβεία Public στην κατηγορία της Νεοελληνικής Ποίησης: http://www.publicbookawards.gr/search.php?CatID=5&char=%CE%9A&type=GR

Ευχόμαστε ολόψυχα, στην ίδια και τα "Κοχύλια" της, καλή επιτυχία!!

 **************************************



 

Κοχύλια από χρόνο – κριτική της Έλενας Σταγκουράκη


Νίνα Μενδρινού Κοχύλια από χρόνο
Κέδρος, 2014

«Πικρές ημέρες,/ αφέγγαρες νύχτες,/ πώς να σταθείς/ σ’ αυτές,/ φωνή/ πώς να κρατήσεις;» Η Νίνα Μενδρινού εισακούει την απάντηση και προτροπή του Χρόνου στο εναγώνιο αυτό ερώτημά της, κατορθώνοντας όντως να μετατρέψει αυτές τις ημέρες και νύχτες σε παρελθόν, στα μαγικά της κοχύλια από χρόνο, και να επιφυλάξει για τον εαυτό της τύχη υποσχόμενης διάρκειας.

Τα Κοχύλια από χρόνο δεν είναι άλλο, από αυτό που δηλώνουν. Αναμνηστικά δηλαδή ενθύμια από τα καλοκαίρια και τους χειμώνες της ζωής, κοχύλια που αποκτούν τη μορφή εικόνων, προσώπων, εποχών και φωνών. Πρόκειται δε για κοχύλια που αφενός συλλέγονται από το ταξίδι μες στο χρόνο, αφετέρου σωματοποιούν τον ίδιο το Χρόνο ως έννοια και δύναμη. Ακόμη, αφορούν ένα χρόνο όχι μόνο πραγματικό, αλλά και ονειρικά διεσταλμένο. Το αξιοπρόσεχτο στη συλλογή είναι ότι το ταξίδι μες στο χρόνο πραγματοποιείται αμφίδρομα, περιλαμβάνοντας όχι μόνο το βιωμένο παρελθόν της νεαρής ποιήτριας, αλλά και μια –ηλικιακά τουλάχιστον– μη βιωμένη ωριμότητα, σε αντίθεση με την εκφραστική της ωριμότητα όπως θα φανεί παρακάτω. Έτσι, πλάι στα θερινά σινεμά με το φλερτ και τις εμπιστευτικές συζητήσεις με τη φίλη της εικοσάχρονης, με έκπληξη συναντούμε τα ρυτιδωμένα και κηλιδωμένα χέρια μιας ηλικιωμένης στο ποίημα –σε πρώτο πρόσωπο– «Γεράματα», τις αναμνήσεις μιας γυναίκας «Κλείνοντας τα εβδομήντα» ή τις σκέψεις –αποτυπωμένες με θαυμαστό ρεαλισμό– μιας γυναίκας με άνοια. Κυρίαρχος σε ολόκληρη τη συλλογή είναι ο ρόλος της φύσης, μέσω της οποίας δηλώνεται η εναλλαγή των εποχών του έτους και των περιόδων της ζωής της γράφουσας: «Το τριζόνι,/ αιώνιος/ ραψωδός/ της νύχτας,/ ανέλπιδος/ εραστής/ των άστρων», αλλά και «Για χάρη σου/ (…) μέσα στη χειμωνιά/ θα ανθίσω/ και ας με κάψουν/ του Μάρτη/ τα ανοιξιάτικα/ χιόνια». Πίσω βέβαια από όλα αυτά, οικογενειακές αναμνήσεις, στιγμιαίες ατομικές μνήμες, χωρισμούς και αποχωρισμούς, αντικρίζουμε το βάρος της οντότητας, την ανθρώπινη ύπαρξη με τα απαραγνώριστα χαρακτηριστικά της: «Μη γελιέσαι,/ δεν υπάρχουν/ φυσιολογικές ζωές,/ μετρημένες λύπες/ υπάρχουν μόνο/ και μυστικά/ του ενός…» ή αλλού «παράξενα αινίγματα/ οι ψυχές,/ ζαριές απρόβλεπτες/ οι άνθρωποι». Κατά συνέπεια, δεν γίνεται αλλιώς, παρά να ασκηθεί κριτική απέναντι σε μια κοινωνία και μια εποχή, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί σήμερα από υπάρξεις αδύναμες: «…θα συγχωρέσει ίσως κάποτε/ ο Θεός, μα/ ‘οι τοίχοι έχουν αυτιά,/ ο κόσμος μάτια και βλέπει’» ή «Ευκολίες/ και παραδοξότητες/ μιας αμήχανης εποχής/ είχαμε φίλους πολλούς/ να πάμε μαζί/ για έναν καφέ,/ μα/ ούτε έναν/ μαζί να ξεδιψάσουμε/ νερό…»

Η συλλογή της Μενδρινού διαθέτει ποιητική ουσία. Αναφέραμε ήδη την εκφραστική της ωριμότητα, μια ωριμότητα θαυμαστή τόσο για το νεαρόν της ηλικίας της, όσο –κυρίως!– και για το ίδιο το γεγονός μιας δεύτερης μόλις ποιητικής συλλογής. Η Μενδρινού έχει στίχο λυρικό μες στην ελευθερία του: «Μια συλλαβή/ από το όνομά μου/ είναι ό,τι από εσένα/ μου απόμεινε» ή «χρόνια μου αλλοτινά,/ μη μου φανερωθείτε,/ καλά κρυφτείτε,/ μη σας βρω/ και καώ» ή ακόμη «ήμουν/ άνεμος/ θαλασσινός,/ ψυχή/ εξόριστη/ ναυτικού/ που δε γνώρισε/ αγκάλη,/ που ασκήτεψε/ στου Ονείρου/ την Ιθάκη». Άλλοτε πάλι γίνεται στίχος έντονα στοχαστικός, προσφέροντας αυτό με το οποίο ο ελεύθερος στίχος δικαιώνεται ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: σκέψεις και ιδέες. «Πάντα δίνει/ μια δεύτερη ευκαιρία/ η ζωή,/ ποτέ όμως/ ο χρόνος,/ ποτέ/ η μνήμη» ή το ασύγκριτο: «Έτσι είναι, άλλωστε,/ η φύση/ η ανθρώπινη:/ Και στις πιο αιώνιες/ αξίες της,/ θνητή.» Πέρα, λοιπόν, από την εκφραστική ωριμότητα και τις ιδέες, η ποίηση της Μενδρινού διαθέτει έντονη δραματικότητα που προκαλεί ειλικρινή και βαθειά συγκίνηση, αλλά και μια αφηγηματικότητα, όπως αυτή θα έπρεπε πάντα να υπάρχει στην ποίηση, προκειμένου να καθίσταται το εκάστοτε ποίημα κάτι το απτό που συνδιαλέγεται με τον αναγνώστη.

Για τα πολυάριθμα Κοχύλια από χρόνο θα θέλαμε ενδεχομένως και μια εσωτερική δομή σε ενότητες ή απαλοιφή ορισμένων (λίγων), προς το τέλος του βιβλίου, τα οποία διαφοροποιούνται από το υπόλοιπο σώμα, υφολογικά και όχι μόνον. Αυτό που σίγουρα θα έχρηζε απαλοιφής είναι τα τόσα αποσιωποιητικά που δασκαλεύουν τον αναγνώστη προσπαθώντας να δημιουργήσουν ένα κλίμα που από μόνοι τους οι στίχοι δημιουργούν. Στα «Κοχύλια» μπορεί να απουσιάζουν οι εξωτερικοί τύποι, υπάρχει όμως ουσία.

Σε αντίθεση με πολλές περιπτώσεις στο σημερινό λογοτεχνικό και ευρύτερο κόσμο, η ποίηση της Μενδρινού δεν υποκρίνεται κάτι άλλο από αυτό που είναι, ούτε προσποιείται γνώση του παντός και συναναστροφή με το Υψηλό και τα θεία. Αραδιάζει τα κοχύλια της, σαν αυτά που ο καθένας μας μαζεύει στις παραλίες της ζωής, και απλώνει το χέρι στον αναγνώστη, –σαν άλλοι οιωνοσκόποι– μαζί να τα “διαβάσουνε” και να ιαθούν.

Ι. Άνοια

Έτσι
καθώς θυμάμαι
γεγονότα
που ποτέ δε γεύθηκα,
καθώς προσμένω
ημέρες λαμπερές,
από χρόνια
ήδη βιωμένες,
καθώς βλέπω
όλους τους καθρέφτες μου
να ψεύδονται,
όλα τα πρόσωπα γύρω μου
να μιλάνε σε άλλο χρόνο,
έτσι
καθώς ακούω
έναν πιτσιρίκο
με όλη την πονηριά
του γιου μου
στα μάτια του
να λέει
πως δεν είναι γιος
μα εγγονός μου,
καθώς νιώθω
τη μυρωδιά
του δέρματός μου
και καταλαβαίνω
πως η μητέρα μου
πρέπει να ’ναι δίπλα στο σαλόνι
και ας μου τη λένε πια
νεκρή,
έτσι
καθώς τίποτα
δε μοιάζει πια
παρόν,
τυλίγομαι
στο ελάχιστο
που μου ’χει
απομείνει,
ανάβω το γκαζάκι,
ρίχνω ζάχαρη και καφέ,
ξεχνώντας το νερό,
ανακατεύω προσεχτικά
το καμένο μπρίκι
και βρίζω άσχημα
την κοπέλα,
που τρέχει να με σώσει.
Παγερά αδιάφορη
την ακούω
μετά
να κλαψουρίζει
«ούτε εμένα πια,
βρε μαμά;»
και δεν της απαντώ,
γιατί ξέρω
πως είναι και αυτή
μια σκιά,
ένα ακόμα πρόσωπο
δίχως χρόνο,
εμένα η κόρη μου
τέτοια ώρα
είναι στο σχολείο της…



ΙΙ. Σιωπηλό

Ο γερο-εστιάτορας
κάθεται σιωπηλός
στο βάθος του μαγαζιού,
ο σερβιτόρος
κοιτάζει βαριεστημένα
τους λουόμενους·
ώρα μεσημεριού,
η μεγάλη αίθουσα
άδεια,
μόνο ένα ζευγαράκι
με τα δυο του παιδιά
τρώει αργά,
κοιτάζοντας αμήχανα
τριγύρω του,
αυτή τη θάλασσα
άδειων τραπεζιών·
ο γερο-εστιάτορας
κοιτάζει και αυτός
μπροστά του
προς μια άλλη εποχή,
στα μάτια του
παίρνουν μορφή
οι μνήμες,
σαν φαντάσματα
πιάνουν τις θέσεις τους
στις άδειες καρέκλες
οι παλιοί πελάτες
και ξυπνάνε
οι αλλοτινές Κυριακές,
με τα πειράγματα,
τα κεράσματα,
τις προτιμήσεις,
τις ομιλίες τους.
Σύντομα
η μικρή οικογένεια
των ναυαγών
ζητά λογαριασμό,
αποχαιρετά
και φεύγει,
και οι μνήμες
δεν έχουν πια
στεριά
να εκκινήσουν…



ΙV. Πληγή δίφορη

Υπάρχουν δύο είδη
μοναξιάς,
μία αόρατη,
εσωτερική,
και μία άλλη,
απτή,
εξωτερική.
Η μία
είναι εκείνη
η φριχτή,
παγωμένη άβυσσος
μέσα στην οποία νιώθεις
να στροβιλίζεται
βουβή και μάταιη
η καρδιά σου,
να σβήνεται
κάθε επιμέρους χρονική στιγμή σου
η άλλη
είναι εκείνη
του ενός πιάτου,
του ξαναζεσταμένου φαγητού,
της μόνιμα φλύαρης
τηλεόρασης,
του σιωπηλού περιπάτου,
η μία
είναι ο κόσμος
χωρίς εσένα,
η άλλη
εσύ
χωρίς τον κόσμο
είναι το ψέμα σου
και το ψέμα μας
είναι η αλήθεια σου
και η αλήθεια μας
είναι ο τρόπος που πληγώνεσαι
και ο τρόπος που πληγώνεις…



V. Διαίρεση

Για εμάς
το νησί
ήταν πάντα καλοκαίρι,
εποχή περισσότερο
παρά
τόπος.
Εμείς
για το νησί
ήμασταν πάντα
του κυρ Τάσου
τα εγγόνια,
ονόματα περισσότερο
παρά
πρόσωπα.
Σαν έτυχε
χειμώνα να πεθάνει
ο παππούς
και με βροχή
δυνατή
να ταξιδέψουμε,
μήτε εμείς
αναγνωρίσαμε
το νησί,
μήτε το νησί
εμάς,
τόπος και εποχή
είχαν διαμιάς
χαθεί…



VI. Αποχαιρετισμός μιας φίλης

Θυμάμαι τις τρεις εποχές
των χεριών σου,
μαθήτρια πρώτα
να αδειάζεις κρυφά
απ’ την πλεκτή ζακέτα σου
ηλιόσπορους
την ώρα
του Τρωικού πολέμου,
δροσιά εικοσάχρονη
έπειτα,
με τους πρώτους έρωτες
άρωμα άγριο
στο δέρμα σου,
συνειδητά ονειροπόλα
αργότερα
να με αποχαιρετάς
γράφοντας με το δείχτη
μία αόριστη υπόσχεση
στον αέρα.

Κριτική, επιλογή: Έλενα Σταγκουράκη

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Φρέαρ" (http://frear.gr/?p=5315)