29/7/11

Λένε πως άγγελος είμαι...

 


Manuel Altolaguirre

Έκπτωτος άγγελος


Λένε πως άγγελος είμαι
και, σκαλί το σκαλί,
τα μέλη μου να σύρω πρέπει,
στο φως, ψηλά, για ν’ αποφτάσω.
Καταπονημένος από τ’ ανέβασμα
φορές-φορές κατρακυλώ.
-Οι πτυχώσεις του χιτώνα μου να φταίνε;-
Μα άγγελος εν πτώσει,
δίχως στην κόλαση να φτάσει,
άγγελος δεν λογίζεται.
Κι αυτό που εγώ
στην πτώση τη μεγάλη μου αντάμωσα,
γλυκό ήταν κι εκτυφλωτικό·
το άρωμά του θυμάμαι,
την κολασμένη του λαγνεία.
Τώρα πια σηκώθηκα
και τη σκάλα νά ’βρω θέλω,
λίγο-λίγο ν’ ανεβώ
-με τα φτερά μου δίχως-
το Γολγοθά μου.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.
 
*****************************


Para alcanzar la luz 

Dicen que soy un ángel
y, peldaño a peldaño,
para alcanzar la luz
tengo que usar las piernas.
Cansado de subir, a veces ruedo
(tal vez serán los pliegues de mi túnica),
pero un ángel rodando no es un ángel
si no tiene el honor de llegar al abismo.
Y lo que yo encontré en mi mayor caída
era blando, brillante;
recuerdo su perfume,
su malsano deleite.
Desperté y ahora quiero
encontrar la escalera,
para subir sin alas
poco a poco a mi muerte.


Περιοδικό "Κουκούτσι", τεύχος 3, αφιέρωμα στη γενιά του ’27 της ισπανικής ποίησης.

25/7/11

Ο χρόνος, γλύπτης των ανθρώπων παράφορος...

 


Οδυσσέας Ελύτης

Η Μαρίνα των βράχων


'Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ώς το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού ’λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
'Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ώς το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο.

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.


22/7/11

Στους ακριβούς σου εμπρός θεούς ξεχνούσαν το θεό τους...



Leconte De Lisle

Υπατία

Από το θρόνο όταν της γης τα μεγαλεία όταν πέφτουν,
Όταν τα θεία θρησκεύματα γερμέν’ από τα χρόνια,
Το μονοπάτι παίρνοντας το ερημικό της λήθης,
Τους αστραποκαμένους των βωμούς ριγμένους βλέπουν,

Όταν το φύλλο σκορπιστό του δέντρου της Ελλάδος,
Των προπυλαίων των έρημων το δρόμο αποσκεπάζει,
Κ’ εκείθε από τα πέλαγα τα νυχτοβυθισμένα,
Ο νους ο ανθρώπινος τραβάει προς νέον ήλιο πέρα,

Των νικημένων των θεών την τύχη αγκαλιάζει,
Πάντοτε μια τρανή καρδιά και τους βοηθάει που πάσχουν∙ 
Η αυγή των νέων ημερών τη θλίβει, την πληγώνει,
Στον ουρανόν ακολουθεί τ’ αστέρι των προγόνων.

Με ροιζικό καλλίτερον άλλοι καιροί ας προβάλλουν,
Κι από ένα κόσμο γέροντα δίχως φροντίδα ας φεύγουν
Στο ευτυχισμένο τ’ όνειρο της νιότης καρφωμένη,
Βαθειά τη στάχτη των νεκρών ακούει ν’ ανατριχιάζη.

Ήρωες τότε και σοφοί ξυπνούν ζωή γεμάτοι!
Τα τραγουδούν οι ποιηταί τα ωραία ονόματά των,
Και των ονείρων ο Όλυμπος με το ιερό τραγούδι
Στυλώνετ’ ελεφάντινος μέσα στους Παρθενώνες!

Κόρη, που θρήσκα επρόβαλες και με το φόρεμά σου
Των κοιμισμένων σου θεών εσκέπασες το μνήμα,
Ω της λατρείας των, σβυστής, ιέρεια ταιριασμένη,
Άδολη ακτίνα και στερνή μεσ’ απ’ τους ουρανούς των!


Παρθένα μεγαλόψυχη, δική μου αγάπη, χαίρε!
Η μπόρα όταν ετάραξε τον πατρικό σου κόσμο,

Με τον μεγάλο Οιδίποδα στην εξορία πήγες,
Και μ’ έρωτα παντοτεινό τον τίλυξες εκείνον.


Ορθή, φεγγαροπρόσωπη μεσ’ στους αγίους ναούς σου,
Που παραιτούσαν κ’ έφευγαν ταχάριστα τα πλήθη,
Στο μαντικό τον τρίποδα Πυθία θρονιασμένη,
Οι προδομένοι Αθάνατοι μεσ’ στη καρδιά σου εζούσαν.

Στα σύγνεφα τα πύρινα τους έβλεπες! περνούσαν
Και με σοφία και μ’ έρωτα σε πότιζαν ακόμα,
Και τ’ όνειρό σου μάγευε, κι άκουεν η γη να ψάλλη,
Της Αττικής η μέλλισα στα ολόχρυσά σου χείλη,


Σα νέος λωτός που σων σοφών τα μάτια εμπρός ανθίζει,
Λουλούδι της χρυσόστομης και της δικαίας ψυχής των,
Στων περασμένων την νυχτιά, πιο λίγο τότε μαύρη,
Ο νους σου έκανες κ’ έλαμπε μεσ’ απ’ την ομορφιά σου.


Τα σοβαρά μαθήματα της αρετής αιωνίας
Έσταζαν απ’ τα χείλη σου και τις καρδιές μαγεύαν,
Κ’ οι Γαλιλαίοι που με φτερα σ’ έβλεπαν στο όνειρό τους,
Στους ακριβούς σου εμπρός θεούς ξεχνούσαν το θεό τους.


Αλλά τους έσερνε ο καιρός όλους αυτούς μακρυά σου,
Γιατί κ’ αδύνατη κλωστή τους έδενε μ’ εσένα,
Προς της επαγγελίας τη γη τους έβλεπες να φεύγουν 
Όμως η παντογνώστρα εσύ μαζί τους δεν επήγες.

Κόρη για τέτοιο φρένιασμα τι σ’ έμελλεν εσένα;
Δεν είχες την Ιδέαν εσύ που γύρευαν οι άλλοι;
Ήξερες μέσα στων καρδιών τα βάθη να διαβάζης,
Τίποτε δε σ’ απόκρυψαν καλόβουλ’ οι θεοί σου.


Σοφή παιδούλα, πάναγνη μέσα στ αγνά σου αδέρφια,
Μέτωπο τρισεγευνικό χωρίς καμμιά κηλίδα,
Και ποια ψυχή τραγούδησε σε πλέον ωραία χείλη,
Ποια καθαρότερη έλαμψε στα μάτια τα εμπνευσμένα;

Να γγίξουν δεν ετόλμησαν τ’ άγγιχτο φόρεμά σου,
Τα χέρια σου δεν πείραξαν του αιώνος οι αμαρτίες
Προς την αστέρινη Ζωή τα μάτια υψωμένα,
Μακρυά απ’ την ανθρώπινη κακία, περπατούσες.


Σ’ αναθεμάτισεν εσέ χυδαίος ο Γαλιλαίος,
Σε χτύπησεν, αλλ’ έπεσες τρανώτερη, και τώρα
Της Αφροδίτης το κορμί, του Πλάτωνος το πνεύμα
Απ’ της Ελλάδος έφυγαν τους ουρανούς για πάντα!


Κοιμήσου, θύμα ολόλευκο, στα βάθη της ψυχή μας,
Μεσ’ στο λωτοστεφάνωτο παρθένο σάβανό σου,
Κοιμήσου η ρυπαρή ασχήμια στον κόσμο βασιλεύει,
Το δρόμο τον εχάσαμε που φέρνει προς την Πάρο!

Στάχτη οι θεοί, βουβή και η γη, στον αδειανό ουρανό σου
Φωνή δεν ξανακούεται, κοιμήσουαλλ’ όμως μένε
Ζωντανεμένη στην καρδιά του ποιητή και ψάλλε
Της τρισαγίας Ομορφιάς τον εναρμόνιον ύμνο.


Μόνη αυτή στέκει ζωντανή κι ασάλευτη κ’ αιώνια,
Ο θάνατος τα σύμπαντα ταράζει και σκορπίζει,
Αλλ’ η Ομορφιά λαμποκοπάει, κι όλα τα ξαναπλάθει,
Και κάτου απ’ τ’ άσπρα πόδια της γυρνούν ακόμα οι κόσμοι!




Μετάφραση / απόδοση: Κωστής Παλαμάς

19/7/11

Το στεφάνι του ελέους και της ζωής...

 


Georg Trakl

Βράδυ του χειμώνα

Σαν το χιόνι θα φανεί
κι η καμπάνα θα ηχήσει
δείπνο γύρω θα μυρίσει
και οι δρόμοι αδειανοί.

Ένας -να!- ταξιδευτής,
σκοτεινός, στην πόρτα φτάνει∙
λάμπει πλούσιο το στεφάνι
του ελέους και της ζωής.

Μπήκε εκείνος σιωπηλά,
πόνος γύρω του σκορπάει∙
οίνος τώρα πια κυλάει
κι άρτος σαν από ψηλά.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

***************************

Ein Winterabend

Wenn der Schnee ans Fenster fällt,
Lang die
Abendglocke läutet,
Vielen ist der Tisch bereitet
Und das Haus ist
wohlbestellt.

Mancher auf der Wanderschaft
Kommt ans Tor auf dunklen Pfaden.
Golden blüht der Baum der Gnaden
Aus der Erde kühlem Saft.

Wanderer tritt still herein;
Schmerz versteinerte die Schwelle.
Da erglänzt in reiner Helle
Auf dem Tische Brot und Wein.



15/7/11

Βαθύσκιωτες πλαγιές..ολόλαμπρες πηγές...

 


Herman Melville

Μαρλένα

Μακριά μέσα στη θάλασσα είναι η Μαρλένα,
μια γη σκιών και χειμάρρων,
μια γη πολλών απολαύσεων,
σκοτεινές, και απότομες, οι ακτές σου, Μαρλένα∙
αλλά πράσινοι, και δειλοί, οι απαλοί σου λοφίσκοι,
που κουρνιάζουν πίσω από τις δασώδεις εκτάσεις.
Βαθύσκιωτες οι πλαγιές σου, ολόλαμπρες οι πηγές σου,
σαν μάτια στη γη που σε παρατηρούν.
Πόσο γοητευτικά τα λημέρια σου, Μαρλένα! ―
Ω, τα νερά που κυλούν μέσα στον Όνιμου∙
ω, τα φύλλα που θροΐζουν μέσα από τον Πόνοου:
Ω, τα ρόδα που ανθίζουν στην Τάρμα.
Έλα, και δες την πεδιάδα της Βίνα:
Πόσο γλυκά, πόσο δροσερά, τα νησιά από την Ίνα.
Ναι! Είναι απόγευμα του γεμάτου,
                        του ολόγιομου φεγγαριού,
και πάντα η εποχή των φρούτων,
και πάντα η ώρα των λουλουδιών
και ποτέ η στιγμή των βροχών και των σφοδρών ανέμων,
όλα μέσα και γύρω από τη Μαρλένα.
Απαλός στεναγμός τα κλαδιά στον γαλήνιο ουρανό,
απαλή αγκαλιά η ακτή για τα μεγάλα κύματα εκεί∙
και στα δάση ή πλάι στους χειμάρρους,
εσύ το δίχως άλλο πρέπει να αποκοιμηθείς
                                               στη Χώρα των Ονείρων.


Μετάφραση: Παναγιώτης Ράμμης

12/7/11

You want me to go without....

Της στιγμής εκείνης το επιφώνημα...

 



Γιάννης Βαρβέρης

Επιφώνημα

Μου χάρισες μια ζωή                                  
και γλώσσα μία.                                         
Μόνος μου δόθηκα μετά                             
σε γλώσσες ξένες                                       
άλλων, εξωτικών ανθρώπων.                     
Σπούδασα ως και τα πιο ακραία                  
επιφωνήματά τους                                       
ώστε ν' αναγνωρίζω την βαθύτερη
οδύνη τους.

Εφόσον όμως ζεις
κανένας
ούτε κι η φαντασία
μπορεί να πει
στα ελληνικά ποιο θα 'ναι
της στιγμής εκείνης
το επιφώνημά μου.


**********************


Αντίδωρο

Μπορεί 
ήδη από έφηβος 
να μη σε ακολουθώ στις εκκλησίες
να μη νηστεύω
να μην κοινωνώ∙
όμως όταν γυρίζεις κάθε Κυριακή
από της θείας λειτουργίας
την ζηλευτή ηρεμία
πάντοτε παίρνω από τα χέρια σου
το λευκό αντίδωρο-
είδος αρχαίου μαστού γαλακτοφόρου
που έχει από τόσα χρόνια κοιμηθεί.


Πρώτη δημοσίευση: post mortem, στο περιοδικό "Πλανόδιον", τεύχος 50ο.

9/7/11

Αίμα μου που ρέεις κι απ' το στέρεμα μετά...

 


Θεοδόσης Βολκώφ

Το μαύρο μου ρόδο

                                            A. S.
Ρόδο μου
Ρόδο μου Μαύρο
Πληγή μου μετά την πληγή
Έρωτά μου μετά τον Έρωτα
Αίμα μου
που ρέεις κι απ’ το στέρεμα μετά
της θλίψης προσφωνήσεις – βλέπεις – τώρα επισωρεύω.

Ομορφιά μου ανώφελη
στο αγκάθι σου ακόμα προσκολλάσαι
κι είναι πληγές που δεν μπορείς να κλείσεις
μόνο τον πόνο
στον ήδη πόνο να προσθέτεις·
όχι φύλλο όχι πέταλο μίσχος όχι
αγκάθι αγκάθι μόνο
αυτή η πύκνωσή σου.

Να σ’ αγγίζω και να ματώνω
να μ’ αγγίζεις και να μαραίνεσαι
να μεγαλώνει η οδύνη κάθε μέρα
η κάθε νύχτα να ριζώνει θύμηση
βαθύτερα όλο
και η στερνή καταφυγή να μην υπάρχει
το φταίω το φταις λυτρωτικό
η κατηγόρια του ένα για τον άλλο.

Ρόδο μου
Ρόδο μου Μαύρο
Πληγή μου μετά την πληγή
Έρωτά μου μετά τον Έρωτα
Αίμα μου
που ρέεις κι απ’ το στέρεμα μετά
της θλίψης προσφωνήσεις τώρα επισωρεύω
να σε καλώ
να σε καλώ
κι εσύ να γυρίζεις
όχι.


6/7/11

Με πιστεύεις τώρα;...

 


Raúl Gómez Jattin

Το τραγούδι ενός έρωτα ειλικρινούς

Υπόσχομαι αιώνια να μην σε αγαπάω,
ούτε πιστός ως το θάνατο να σου είμαι,
ούτε χέρι-χέρι να πηγαίνουμε,
ούτε με ρόδα να σε ραίνω,
ούτε πάντα με πάθος να σε φιλώ.
Ορκίζομαι ότι θα υπάρχουν λύπες,
προβλήματα θα υπάρχουν και διενέξεις∙
και άλλες γυναίκες θα κοιτάξω,
και άλλους άντρες θα κοιτάξεις,
ορκίζομαι πως για ’μένα τα πάντα δεν είσαι
ούτε ο ουρανός μου, ούτε ο μόνος λόγος μου να ζω,
αν και, πού και πού, μου λείπεις.
Υπόσχομαι να μην σε ποθώ παντοτινά
κάποτε η πηγή σου θα με κουράζει
κι εσένα θα κουράζει το δικό μου μέλος
και τα μαλλιά σου κάποτε
το πρόσωπό μου θα ενοχλούν
Ορκίζομαι ότι στιγμές θα υπάρχουν
που μίσος αμοιβαίο θα μας μεθά
και σε όλα ένα τέλος να τεθεί θα θέλουμε
κι ίσως όντως να τεθεί,
μα σου λέω ακόμα πως θ’ αγαπηθούμε
θα δημιουργήσουμε, θα μοιραστούμε.
Με πιστεύεις, τώρα, πως σ’ αγαπώ;


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

**************************

Canción del Amor Sincero 

Prometo no amarte eternamente,
ni serte fiel hasta la muerte,
ni caminar tomados de la mano,
ni colmarte de rosas,
ni besarte apasionadamente siempre.
Juro que habrá tristezas,
habrá problemas y discusiones
y miraré a otras mujeres
vos mirarás a otros hombres
juro que no eres mi todo
ni mi cielo, ni mi única razón de vivir,
aunque te extraño a veces.
Prometo no desearte siempre
a veces me cansaré de tu sexo
vos te cansarás del mío
y tu cabello en algunas ocasiones
se hará fastidioso en mi cara
Juro que habrá momentos
en que sentiremos un odio mutuo,
desearemos terminar todo y
quizás lo terminaremos,
mas te digo que nos amaremos
construiremos, compartiremos.
¿Ahora si podrás creerme que te amo?



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Poeticanet, τεύχος 14, Μάρτιος 2011 

3/7/11

Κουκούτσι, τεύχος 4


Η δική μας συμβολή στο τρέχον τεύχος; 

Κριτική για την τελευταία ποιητική συλλογή του Διονύση Καψάλη, με τίτλο "Εδώ κι εκεί".

Καλή ανάγνωση!

1/7/11

Για ένα καλύτερο αύριο στην Αίγυπτο...






(..όχι ότι εμείς δεν το χρειαζόμαστε...)

30/6/11

29/6/11

Η αποθέωση της μινιατούρας...

 


 Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ, «Ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες».

­πο­θέ­ω­ση τῆς μι­νι­α­τού­ρας

«Γι’ αὐ­τὸ ἀ­παι­τῶ…» Οἱ ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ Ο­Η­Ε κοί­τα­ξαν πα­γω­μέ­νοι τὸν ὁ­μι­λη­τή. «Πό­λε­μο!» Ξέ­σπα­σε θύ­ελ­λα ἀν­τι­δρά­σε­ων. Ὁ δι­ερ­μη­νέ­ας χα­μο­γε­λοῦ­σε.


Ο ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ Ἄν­τολφ Γκρήμ, φο­ρέ­ας ἔ­ρευ­νας καὶ ποι­ο­τι­κοῦ ἐ­λέγ­χου στὸ χῶ­ρο τῶν ἐ­πι­κοι­νω­νι­ῶν καὶ τῶν ΜΜΕ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἀ­πέ­νει­με τὸ βρα­βεῖ­ο δι­α­δι­κτύ­ου “G­r­i­m­me O­n­l­i­ne A­w­a­rd” γιὰ τὸ ἔ­τος 2010 σὲ χρή­στη τοῦ δι­κτύ­ου t­w­i­t­t­er. Τὸ ὄ­νο­μα τοῦ βρα­βευ­θέν­τος; Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ (Florian Meimberg). Ὁ Μάιμπεργκ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο γιὰ τὶς λο­γο­τε­χνι­κές του ἐ­πι­δό­σεις, κα­θὼς χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ πα­ρα­πά­νω δί­κτυ­ο προ­κει­μέ­νου νὰ κά­νει γνω­στὲς στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» του.
         Τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο στοι­χεῖ­ο κι αὐ­τὸ ποὺ μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ ἐν προ­κει­μέ­νῳ, δὲν εἶ­ναι τό­σο ἡ χρή­ση τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου μέ­σου, οὔ­τε τοῦ δε­δο­μέ­νου δι­κτύ­ου, ὅ­σο τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι στὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἰ­σά­γε­ται μία ἀ­κό­μη και­νούρ­για μορ­φή: αὐ­τὴ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων, τῶν κε­νῶν συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων. Μέ­χρι τώ­ρα οἱ ἀ­νὰ τὸν κό­σμο λά­τρεις καὶ ἐ­παΐ­ον­τες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­χαν ἀ­κού­σει καὶ εἶ­χαν δεῖ λο­γο­τε­χνί­α νὰ δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὸ δι­α­δί­κτυ­ο, συλ­λο­γὲς κι ἀν­θο­λο­γί­ες νὰ ἐ­ξε­λίσ­σον­ται σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες «κομ­μά­τι-κομ­μά­τι» καὶ μὲ εὐ­ρὺ κοι­νό, ἱ­στο­λό­για καὶ φό­ρουμ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­πει­σό­δια ὁ­λό­κλη­ρων μυ­θι­στο­ρη­μά­των νὰ ἀ­πο­στέλ­λον­ται μὲ μή­νυ­μα στὸ κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο. Νά, λοι­πόν, ποὺ βρί­σκον­ται τώ­ρα ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ ἕ­να νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ φαι­νό­με­νο, συν­το­μό­τε­ρο μά­λι­στα ἀ­πὸ ἕ­να μή­νυ­μα κι­νη­τοῦ τη­λε­φώ­νου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­τρέ­πει κα­τὰ κα­νό­να 160 χα­ρα­κτῆ­ρες.
        Δι­α­πι­στώ­νου­με ἔ­τσι μιὰ τά­ση συρ­ρί­κνω­σης τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων στὸ ἐ­λά­χι­στο, ἂν καί, δε­δο­μέ­νων τῶν ἕ­ως τώ­ρα ἐ­ξε­λί­ξε­ων, μᾶλ­λον θὰ ἔ­πρε­πε ἀ­κό­μη νὰ εἴ­μα­στε προ­σε­κτι­κοὶ μὲ τὴ χρή­ση τῆς λέ­ξης «ἐ­λά­χι­στο». Πο­τὲ δὲν ξέ­ρει κα­νεὶς ποῦ μπο­ρεῖ νὰ φτά­σει αὐ­τὸ κι ἂς θυ­μη­θοῦ­με τὸν Κι­νέ­ζο μο­να­χὸ ποὺ ἔ­γρα­φε ὁ­λό­κλη­ρο ποί­η­μα πά­νω σὲ κόκ­κο ρυ­ζιοῦ. Βρι­σκό­μα­στε ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ μία ἐ­ξέ­λι­ξη, αὐ­τὸ εἶ­ναι βέ­βαι­ο. Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο βέ­βαι­ο εἶ­ναι ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἂν πρό­κει­ται γιὰ μί­α ἐ­ξέ­λι­ξη στὸν κό­σμο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο ἢ πρὸς τὸ χει­ρό­τε­ρο. Ἂς πά­ρου­με ὅ­μως τὰ πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ καὶ ἂς ἐ­ξε­τά­σου­με ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα τὸ φαι­νό­με­νο τῶν «ἐ­λάχιστων ἱ­στο­ρι­ῶν», ὅ,τι ὁ Γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας τους προ­τί­μη­σε ν’ ἀ­πο­δώ­σει μὲ τὸν ἀγ­γλι­κὸ τίτ­λο “t­i­ny t­a­l­es”.
        Ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­ξί­ζει ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ κα­νεὶς μὲ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, εἶ­ναι πὼς μιὰ πιὸ προ­σε­κτι­κὴ μα­τιὰ πεί­θει γιὰ τὸ ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ αὐ­θαί­ρε­τες ἐκ­δη­λώ­σεις ἑ­νὸς κοι­νοῦ χρή­στη τοῦ δι­κτύ­ου twit­ter. Ἀ­φε­νὸς ὁ συγ­γρα­φέ­ας φέ­ρει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἐ­κεῖ­να ποὺ τοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ καὶ τὸ και­νο­τό­μο, ἀ­φε­τέ­ρου τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ κα­θ’ αὐ­τὰ δι­α­θέ­τουν τὴ φυ­σι­ο­γνω­μί­α λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ὁ Μάιμπεργκ, ὄν­τας ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος δι­α­φη­μι­στής, εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ μιὰ γλώσ­σα σύν­το­μη, ἄ­με­ση, με­στὴ καὶ γνω­ρί­ζει νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ μέ­σα ὅ­πως τὸ χι­οῦ­μορ, ἡ εἰ­ρω­νεία κι ὁ σαρ­κα­σμὸς μὲ ἀρ­τι­ό­τη­τα. Πρό­κει­ται γιὰ στοι­χεῖα πού, ἐν­ταγ­μέ­να στὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ, δη­μι­ουρ­γοῦν τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ ἕ­να ὕ­φος προ­σω­πι­κό. Ἐ­πί­σης, ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα ἐ­νη­με­ρω­μέ­νος κι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ τὰ νέ­α μέ­σα ἔκ­φρα­σης —ἐν­νο­οῦ­με ἐ­δῶ τὶς δυ­να­τό­τη­τες ποὺ προ­σφέ­ρει τὸ δι­α­δί­κτυ­ο—, ὥ­στε νὰ τὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ μὲ τρό­πο συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ δη­μι­ουρ­γι­κό, πα­ρά­γον­τας κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ καὶ και­νούρ­γιο. Πό­σοι σκέ­φτη­καν ἐ­ξάλ­λου νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν αὐ­τὴν τὴν πλατ­φόρ­μα γιὰ ἕ­ναν τέ­τοι­ο σκο­πό;
        Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ, ξε­χω­ρί­ζουν ὄ­χι μό­νο λό­γῳ τῆς πο­λὺ μι­κρῆς, τῆς ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σής τους, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ σει­ρὰ ἄλ­λων γνω­ρι­σμά­των. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἄ­με­σο, εἰ­ρω­νι­κό, χι­ου­μο­ρι­στι­κό, σαρ­κα­στι­κὸ καὶ κρι­τι­κό τους χα­ρα­κτή­ρα, τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ συν­δέ­ον­ται καὶ θε­μα­το­λο­γι­κά. Ὁ πρῶ­τος θε­μα­τι­κὸς κύ­κλος, ἂν μπο­ροῦ­με νὰ τὸν ὀ­νο­μά­σου­με ἔ­τσι, συ­νί­στα­ται στὰ δι­ά­φο­ρα ἐ­πί­πε­δα τοῦ χρό­νου καὶ τὴ σύ­ζευ­ξή τους. Ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να βλέ­που­με στὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ τὸ χθὲς νὰ συ­ναν­τᾶ τὸ σή­με­ρα καί, ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τοῦ αὔ­ριο, τὸ σή­με­ρα νὰ γί­νε­ται χθές. Δυ­ὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα:

«Τί εἶ­ναι αὐ­τό;» Ἡ μι­κρὴ Λὺνν ἔ­δει­ξε τὸ σκου­ρι­α­σμέ­νο μον­τέ­λο 747. Ὁ πα­τέ­ρας τῆς χα­μο­γέ­λα­σε. «Πα­λι­ό­τε­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι πε­τοῦ­σαν στὸν οὐ­ρα­νό.»


Μὲ ἕ­ναν M­a­c­i­n­t­o­sh 128k ὑ­πο­μά­λης ἀ­πο­βι­βά­στη­κε ἀ­π’ τὴ χρο­νο­μη­χα­νή. «Ὥ­ρα γιὰ κά­τι ἐ­πα­να­στα­τι­κό!» σκέ­φτη­κε ὁ νε­α­ρὸς Στὴβ Τζόμπς. Ἦ­ταν στὰ 1983.


        Ὁ δεύ­τε­ρος θε­μα­τι­κὸς κύ­κλος ἀ­φο­ρᾶ τὸ δι­ά­στη­μα καὶ τὸ σύμ­παν, φέρ­νον­τας στὸ φῶς ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸν κο­σμι­κὸ προ­βλη­μα­τι­σμὸ τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Τὰ τα­ξί­δια στὸ δι­ά­στη­μα εἶ­ναι συ­χνά, ἐ­νῶ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος δὲν εἶ­ναι μό­νο του στὸ σύμ­παν. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη, εἶ­ναι πι­θα­νὸν νὰ πρό­κει­ται γιὰ παι­χνί­δι μὲ ἕ­να γνω­στὸ μο­τί­βο, ξε­κά­θα­ρα μὴ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κό. Ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἐμ­φα­νῆ στὰ πα­ρα­κά­τω πα­ρα­δείγ­μα­τα:

Ὁ Ἂλ εἶ­χε 72 ὦ­ρες νὰ κοι­μη­θεῖ. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος πα­ρέ­παι­ε στὴν ἄ­γο­νη ἐ­ρη­μιά. Κοί­τα­ξε ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεῖ πά­νω μό­λις ἀ­νέ­τει­λε ἡ Γῆ.


*  Τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς μπό­τας γυ­ά­λι­ζε στὴ γκρί­ζα σκό­νη τῆς σε­λή­νης. Στὴν προ­σγεί­ω­ση τοῦ σκά­φους τοῦ Ἄρ­μστρονκ τὸ ἀ­πο­λί­θω­μα δο­νή­θη­κε ἐ­λα­φρῶς.


        Ὁ τρί­τος θε­μα­τι­κὸς πυ­ρή­νας ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἐν­το­πι­στεῖ συ­νί­στα­ται στὸ στοι­χεῖ­ο τῆς πε­ρι­πέ­τειας, μιὰ πλο­κὴ —φαι­νο­με­νι­κὰ ἢ μή— ἐ­πι­κίν­δυ­νη, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ ἑ­νὸς ἐμ­πρη­σμοῦ, μιᾶς ἔ­κρη­ξης κ.ο.κ. Τί νὰ βλέ­πει ἄ­ρα­γε ὁ Μάιμπεργκ στὸ πά­τη­μα ἑ­νὸς κουμ­πιοῦ; Ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ κα­λεῖ­ται ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ ὑ­πο­θέ­σει, ὅ­πως π.χ. στὶς πα­ρα­κά­τω «ἐ­λάχιστες ἱ­στο­ρί­ες»:

*  Ὁ Τὶλλ δί­στα­σε. Ἔ­πει­τα, πί­ε­σε δι­στα­κτι­κὰ τὸ πα­ρά­ξε­νο κουμ­πί. Ἀ­κο­λού­θη­σε ὅ,τι 13,7 ἑκ. χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα θὰ ὀ­νο­μα­ζό­ταν «τὸ με­γά­λο μπάμ».


Τρέ­μον­τας εἰ­σή­γα­γε ὁ Ὀμ­πά­μα τὸν κω­δι­κὸ καὶ γύ­ρι­σε τὸν δι­α­κό­πτη. Ἡ πόρ­τα τι­νά­χτη­κε δι­ά­πλα­τα. «Πρω­τα­πρι­λιά!» χα­χά­νι­ζε ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ Πεν­τα­γώ­νου.


        Κα­λὰ ὅ­λ’ αὐ­τά, ἀλ­λὰ τί συ­νε­πά­γε­ται τὸ φαι­νό­με­νο τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α; Πρό­κει­ται, ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε, γιὰ τὸν ἀ­πό­λυ­το μι­νι­μα­λι­σμό, μιὰ τά­ση πού, γνω­ρί­ζον­τας τὴν ἄν­θη­σή της στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950, πο­τέ της δὲ στε­ρή­θη­κε ἔν­θερ­μους ὑ­πο­στη­ρι­κτές; Νὰ γι­νό­μα­στε ἄ­ρα­γε μάρ­τυ­ρες ἄ­κρα­του φορ­μα­λι­σμοῦ ποὺ ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν ἐ­λα­χι­στο­ποί­η­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὄ­χι πλέ­ον ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ κρι­τή­ρια πο­σο­τι­κά, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον ποι­ο­τι­κά; Ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐ­κμη­δε­νι­σμὸ στὸ πλαί­σιο τῆς και­νο­θη­ρί­ας καὶ τοῦ ἐ­πι­ζη­τού­με­νου «μον­τέρ­νου», ὅ­που ὁ ἀ­να­γνώ­στης κα­λεῖ­ται νὰ ἐ­πι­νο­ή­σει ὁ ἴ­διος τὴ λο­γο­τε­χνί­α, πα­ρὰ νὰ τὴ δι­α­βά­σει, νὰ τὴν ἐ­πε­ξερ­γα­στεῖ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­λαύ­σει; Ἢ μή­πως, πά­λι, βρι­σκό­μα­στε ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ ἕ­να ἀ­κό­μη ση­μεῖ­ο τῶν και­ρῶν, μιὰ ἀ­κό­μη ἐκ­δή­λω­ση τοῦ σύγ­χρο­νου τρό­που σκέ­ψης; Μή­πως τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων, πέ­ραν τοῦ συγ­χρο­νι­κοῦ τους χα­ρα­κτή­ρα, ὑ­πο­δει­κνύ­ουν τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μιᾶς λο­γο­τε­χνί­ας πιὸ ἄ­με­σης, (ἀ­π’)εὐ­θεί­ας; Μή­πως, τε­λι­κά, σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να θὰ πρέ­πει νὰ δοῦ­με, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ νέ­α ἄ­πο­ψη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ μιὰ προ­σπά­θεια ἀ­να­νέ­ω­σής της;
        «Τὸ λα­κω­νί­ζειν ἐ­στὶ φι­λο­σο­φεῖν» δι­α­κή­ρυτ­ταν οἱ ἔν­δο­ξοι πρό­γο­νοι κι ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος ὡς πρὸς τὶς πα­ρα­πά­νω ὑ­πο­θέ­σεις θὰ ὑ­πο­στή­ρι­ζε τὶς «ἐ­λάχιστες ἱ­στο­ρί­ες» κι ἀ­νά­λο­γα σύν­το­μα κεί­με­να, προ­βάλ­λον­τας ὡς ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α τὴ συν­το­μί­α τους καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τά τους νὰ δι­α­βα­στοῦν γρή­γο­ρα. Σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ὅ­που οἱ ρυθ­μοὶ αὐ­ξά­νον­ται ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ γί­νον­ται ξέ­φρε­νοι, χά­ριν τέ­τοι­ων σύν­το­μων κει­μέ­νων ἡ λο­γο­τε­χνί­α δη­λώ­νει πα­ροῦ­σα. Ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ δι­α­τει­νό­ταν ὅ­τι λο­γο­τε­χνί­α στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ «γρή­γο­ρου» μό­νο λο­γο­τε­χνί­α δὲν εἶ­ναι, καὶ θ’ ἀ­παν­τοῦ­σε: «σπεῦ­δε βρα­δέ­ως». Τὸ σύν­το­μο μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­ζε­ται γρή­γο­ρα, ἀλ­λὰ ὑ­πο­βι­βά­ζει τὴ λο­γο­τε­χνί­α σὲ ἕ­να ἀ­κό­μη προ­ϊ­ὸν πρὸς (γρή­γο­ρη) κα­τα­νά­λω­ση, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­φαι­ρεῖ ἀ­π’ τὸν ἀ­να­γνώ­στη, λό­γῳ μιᾶς ἐ­πι­φα­νει­α­κό­τη­τας ἀ­πα­ρά­δε­κτης, τὴ βύ­θι­ση στὸ μα­γι­κὸ κό­σμο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας.
        Ναί, θὰ ἐ­πα­νερ­χό­ταν ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος, ἀλ­λὰ ἂς προ­σέ­ξου­με πό­σο ἔν­το­νος εἶ­ναι ὁ ἀ­πό­η­χος ἑ­νὸς τέ­τοι­ου σύν­το­μου καὶ με­στοῦ κει­μέ­νου καὶ πό­σο ἄ­με­σο τὸ μή­νυ­μα ποὺ ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ με­τα­δώ­σει. Θὰ χαι­ρό­ταν ἐν προ­κει­μέ­νῳ ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος, αἰ­σθα­νό­με­νος δι­και­ω­μέ­νος, καὶ θὰ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γοῦ­σε κορ­δω­τὸς ὅ­τι ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς φαί­νε­ται ἡ μα­στο­ριὰ τοῦ κα­λοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὁ κα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι σὲ θέ­ση ὄ­χι μό­νο νὰ δι­α­τη­ρή­σει ἀ­δι­ά­πτω­το τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ ἀ­να­γνώ­στη γιὰ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς κεί­με­νο (μυ­θι­στό­ρη­μα κλπ), ἀλ­λὰ καὶ νὰ προ­κα­λέ­σει ἕ­ναν ἀ­πό­η­χο τό­σο δυ­να­τὸ ποὺ θὰ προ­βλη­μα­τί­σει καὶ θὰ κά­νει τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ θέ­λει νὰ ἐ­πα­νέλ­θει στὸ κεί­με­νο καὶ στὸ μέλ­λον. Κι αὐ­τό, λό­γῳ ἱ­κα­νό­τη­τας κι ἀ­ξι­ο­σύ­νης κι ὄ­χι ἐ­ξαι­τί­ας ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν.
        Μὴ δί­νον­τας στὸν ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ τοῦ ἐ­πι­βλη­θεῖ, θὰ ἔ­σπευ­δε τό­τε ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος νὰ πά­ρει τὴ ρε­βάνς του, βγά­ζον­τας τὸν ἄσ­σο ἀπ’ τὸ μα­νί­κι: «Δὲν πρέ­πει ὅ­μως νὰ ξε­χνᾶ­με, ἀ­γα­πη­τὲ συ­νά­δελ­φε, ὅ­τι τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ πλου­τί­ζουν τὴ χώ­ρα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δι­ευ­ρύ­νουν τὸν ὁ­ρί­ζον­τά της. Ἂς μὴν πα­ρα­βλέ­που­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ ἡ ἴ­δια ἡ ἐμ­φά­νι­ση δια­ρκῶς και­νούρ­γι­ων μορ­φῶν, καὶ κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση εἰ­δῶν, ἀ­πο­δει­κνύ­ει πό­σο γό­νι­μο εἶ­ναι τὸ ἔ­δα­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ὅ­τι συ­νι­στᾶ πη­γὴ ἀ­στεί­ρευ­τη.» Ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ μά­χον­ταν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα κα­τὰ τρό­πο ἐ­λε­γεια­κό: «Στὸ βω­μὸ τῆς ‘ποι­κι­λί­α­ς’ τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν, ἀ­γα­πη­τέ, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ θυ­σι­ά­ζε­ται ἡ ἴ­δια ἡ γλωσ­σι­κὴ ποι­κι­λί­α. Εἶ­ναι ἀ­πα­ρά­δε­κτο, στὸ ὄ­νο­μα τῆς ὅ­ποι­ας συν­το­μί­ας, νὰ γί­νε­ται χρή­ση πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νου λε­ξι­λο­γί­ου —τῆς κα­θο­μι­λου­μέ­νης γλώσ­σας κα­τὰ βά­ση— κι αὐ­τὸ νὰ θε­ω­ρεῖ­ται πλοῦ­τος. Του­ναν­τί­ον. Ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ὑ­φί­στα­ται ἡ ἀ­νάγ­κη δι­α­χω­ρι­σμοῦ γρα­πτῆς καὶ προ­φο­ρι­κῆς γλώσ­σας, ὅ­περ ἐ­πι­βάλ­λει καὶ ὁ ὅ­ρος ‘λο­γο­τε­χνί­α’: ἡ τέ­χνη τοῦ λό­γου».

        Ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος κι ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ συ­νέ­χι­ζαν νὰ λο­γο­μα­χοῦν, ὡ­στό­σο θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι ἀρ­κε­τὴ φω­νὴ τοὺς δώ­σα­με. Ὅ­σο γιὰ τὴ δι­κή μας ἄ­πο­ψη, εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ Κομ­φού­κιου ὡς πρὸς τὴν ὀρ­θό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των: ἡ Μέ­ση Ὁ­δός. Τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ εἶ­ναι κεί­με­να ποὺ ποι­οῦν λό­γο κα­τὰ τρό­πο πε­ρί­τε­χνο. Εἶ­ναι κεί­με­να εὔ­στρο­φα ποὺ μέ­σῳ τῆς συν­το­μί­ας τους συ­νι­στοῦν κά­τι και­νούρ­γιο, πλου­τί­ζον­τας τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ τέρ­πον­τας τὸν ἀ­να­γνώ­στη. Δι­α­βά­ζον­τάς τα κα­νεὶς ἔ­χει τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ «χά­ι­κου» τῆς πρό­ζας, ὄ­χι μό­νο χά­ριν τῆς συν­το­μί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ἰ­δι­αί­τε­ρου ὕ­φους τους. Δὲν πλού­τι­σαν τὰ «χά­ι­κου» τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ποι­η­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση, κι ἂς προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν «μα­κρι­νό» πο­λι­τι­σμό; Πρὸς τί, λοι­πόν, ἡ αἴ­σθη­ση ἀ­πει­λῆς; Τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ δὲν ἔρ­χον­ται ν’ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν ἄλ­λες μορ­φὲς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη, ἁ­πλῶς προ­σφέ­ρουν στὸ δε­κτι­κὸ ἀ­να­γνώ­στη μί­αν ἀ­κό­μη ἄ­πο­ψη. Τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­πες μορ­φὲς θὰ γρά­φον­ται καὶ θὰ δι­α­βά­ζον­ται πάν­τα για­τὶ κα­λύ­πτουν ἀ­νάγ­κες τῶν ἀ­να­γνω­στῶν: δι­α­φο­ρε­τι­κὲς μέν, ὑ­πάρ­χου­σες δέ. Ἡ λο­γο­τε­χνί­α δὲ γνω­ρί­ζει (ἀ­πὸ κά­θε ἄ­πο­ψη) πο­σο­τι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς, ἐ­πι­βάλ­λει ὡ­στό­σο καὶ προ­ϋ­πο­θέ­τει κρι­τή­ρια ποι­ο­τι­κά. Τώ­ρα τὸ πῶς θὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη μορ­φή, ἂν θὰ συ­ναν­τή­σει πρό­σφο­ρο ἔ­δα­φος, ἢ ἂν πλη­ροῖ τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις προ­κει­μέ­νου νὰ πα­γι­ω­θεῖ καὶ ν΄ἀν­τέ­ξει στὸ χρό­νο, ὁ ἴ­διος ὁ χρό­νος θὰ τὸ πεῖ, κρι­τὴς τῶν πάν­των.


ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ


Πρώτη δημοσίευση: Ιστολόγιο "Ιστορίες Μπονζάι" του περιοδικού "Πλανόδιον", 12.10.2010

26/6/11

Είναι και το γέλιο σου υπέροχο νερό...

 

Όλγα Σεντακόβα 

[Κινέζικο Οδοιπορικό]

18

Ας υμνήσουμε τη γη μας,
                                    ας υμνήσουμε το φεγγάρι στο νερό,
ό,τι δεν είναι με κανέναν αλλά είναι με όλους,
                                    ό,τι δεν είναι πουθενά μα βρίσκεται παντού
κι έχει το μέγεθος ματιού χελιδονιού,
                                    ψίχουλου από ξερό ψωμί,
σκάλας στα φτερά μιας πεταλούδας,
                                    σκάλας αφημένης από τον ουρανό.

Δεν είναι μόνο δυστυχία ή οίκτος
                                    το χαλινάρι της καρδιάς μου,
αλλά είναι και το γέλιο σου
                                    υπέροχο νερό.

Ας υμνήσουμε το λούσιμο των ανεκτίμητων, των σκοτεινών
                                    κλαδιών στο ζωντανό γυαλί
και τα πνεύματα όλα, τα άυπνα
                                    πάνω από κάθε σπόρο στη γη.
Ας υμνήσουμε και το γεγονός ότι υπάρχει ανταμοιβή,
                                    ότι υπάρχει φραγμός για το κακό,
ότι υπάρχει έπαινος για τη γη
όπως υπάρχει για τον κήπο του ο κηπουρός.



Μετάφραση από τη ρωσική: Γιώργος Χαβουτσάς

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό "Ποιητική", τεύχος 7, άνοιξη-καλοκαίρι 2011