Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Idea Vilariño. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Idea Vilariño. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20/6/19

Γάιδαρος, σκύλος, σκέτο τέρας...




Έλενα Σταγκουράκη

Γάιδαρος, σκύλος, σκέτο τέρας
                                                           

Κοιτάζει το ρολόι. Οι δείκτες επιμένουν στο ίδιο σημείο. Να σώθηκε η μπαταρία; «Έρχομαι» της είπε, μα άλλοτε σημαίνει αυτό δυο μέρες και άλλοτε μια ώρα. Λένε πως στην αναμονή δεν υπάρχει τίποτε πέρα από την αναμονή. Για τίποτε άλλο περιθώριο δεν αφήνει. Και όμως, αυτήν τη φορά, εν μέρει την προσμονή για να απαλύνει, εν μέρει κάτι για να κερδίσει και απ’ το βίωμα αυτό, βάλθηκε να την απολαύσει. Λούστηκε, αρωματίστηκε, το σπίτι σε μια τάξη, ξαπλώνει και τον περιμένει.
            Ο νους της τρέχει σε άλλες αναμονές, όπου όμως πάλι εκείνον περίμενε. Κάποτε την εξαντλούσε η προσμονή, αυτή η διαρκής αναμονή της ευτυχίας ή μάλλον των λιγοστών στιγμών ευδαιμονίας. Όχι, δεν θα κοιτάξει πάλι το ρολόι. Ας πέρασε όση ώρα θέλει ή ας μην πέρασε. Και η ώρα αυτή ακόμη είναι δική του. Εμπρός της τον βλέπει, το βάθος των ματιών του, το λάγνο αυτό βλέμμα το απύθμενο που άβυσσο θυμίζει σκοτεινή. Το αγέρωχο ανάστημα, τη δυνατή αγκαλιά, αυτόν τον μικροσκοπικό Κολοσσό, αυτόν –τον μόνο– που της επιβάλλεται και την υποτάσσει. Και είναι έτοιμη.
            Έχει καλοκαιριάσει για τα καλά και εκείνος, τυπικός, της γράφει. Συγχαρητήρια, αξιόλογη εργασία, «κείμενα που τα έχουμε ανάγκη». Η αλήθεια όμως άλλη. Σιωπηλά, εδώ και καιρό, παρακολουθούσαν ο ένας τον άλλο. Εκείνη αλλού, εκείνος ακόμη περισσότερο. Και όμως, οι τυπικές επιστολές και οι αμοιβαίες φιλοφρονήσεις πηγαινοέρχονταν μεταξύ Μοντεβιδέο και Μπουένος Άιρες. Επίμονος, της έγραφε ξανά και ξανά, θέλει να τη δει από κοντά, να τη γνωρίσει. Εκείνη διστακτική, αφοσιωμένη στα δικά της. Πού καιρός και διάθεση και χώρος για τον επίμονο γνωστό ξένο με τις πρόδηλες διαθέσεις.
            Πέρασε ένας χρόνος κι εκείνος βρίσκεται στο Μοντεβιδέο. Ακόμη μια άρνηση στην επανειλημμένη του πρόταση. Το πότε, το πού και το πώς θα το καθόριζε εκείνη. Βράδυ, συντροφιά λογοτεχνική. Τι μπορεί να συμβεί παρουσία τόσων άλλων; Προσφιλώς στα μαύρα ντυμένη, εντοπίζει το κόκκινο μπιστρό. Νά τοι όλοι τους μαζεμένοι εκεί, ο Μανόλο, ο Εμίρ, ο Μάριο και στο κέντρο, θα έλεγες –και ας καθόταν στο πλάι–, εκείνος. Αυτός ήταν λοιπόν. Όχι και τίποτα το σπουδαίο. Εμφανής η αμηχανία του, το παιχνίδι με τα γυαλιά, το μετέωρο μειδίαμα, το πόδι να χορεύει ανεξέλεγκτο σαν έμβολο. Ύπουλα ο νους της ύφαινε ιστό να την ξεγελάσει.
            Δεύτερη συνάντηση και τρίτη κατά μόνας, περίπατοι, καπνός μα και ποτό, κρασί που θολώνει το μυαλό κι αφυπνίζει τα πάθη. Τα χείλη και αν έλεγαν άλλα, τα μάτια και τα σώματα άλλα μαρτυρούσαν. Μεσημέρι Ιουλίου καυτό, σαν συναντήθηκαν, τα νέα τους να πούνε. Εκείνη έλαμπε σε φόρεμα χρυσό, εκείνος απροέτοιμαστος, ντυμένος, μα γυμνός. Σαν και τώρα, και τότε εκείνη έτοιμη. «Μπλεχτήκαμε, το ξέρεις;» κατάφερε ν’ αρθρώσει εκείνος μετά τις ώρες της ηδονής.
            Τα χρόνια κύλησαν, πάνε κιόλας τρία. Πόσες φορές δεν τον περίμενε η Ιδέα. Τον περίμενε από την Ιρένε, τον περίμενε από την Ντοροτέα, από τη μία και την άλλη ή από καμιά, απογοητευμένο σπουργίτι να ψάχνει θαλπωρή στην αγκαλιά της. «Αν μ’ είχες παραπάνω, θα με βαριόσουν, δεν θα ’ξερες τι να με κάνεις.» «Δεν είμαι για τέτοια εγώ.» Κι ύστερα, «Υπάρχει Θεός;» τη ρωτούσε, και ας ήξερε την απάντησή της πως ο Θεός βρίσκεται μέσα μας, και ας αγνοούσε την άλλη, την κρυφή, πως για εκείνην ο Θεός ξάπλωνε μπροστά στα μάτια της. Την ενοχλούσε και την εξόργιζε αυτή η διαπίστωση, εκείνην, που λάτρευε την ανεξαρτησία και κάθε είδους ελευθερία, εκείνην που μισούσε κάθε υποταγή κι όμως του ήταν υποταγμένη.
            Χτυπάει το κουδούνι. Ήρθε λοιπόν! Σηκώνεται αργά, δεν υπάρχει λόγος για βιασύνες. Και αυτή η στιγμή, και οι προηγούμενες, δικές του όλες. Του ανοίγει. «Καφέ κρύο ή ζεστό;» «Κρύος ή ζεστός, το ίδιο κάνει.» Πηγαίνει στην κουζίνα. Κάθε απουσία του μια αιωνιότητα, κάθε επιστροφή, σαν απ’ το χθες. Και ξάφνου νιώθει τα χέρια του να την τυλίγουν λαίμαργα και πάνω του να τη σφίγγουν. Η πνοή του στο λαιμό της, οι ψίθυροι, τα δαγκώματα και το ζωντανό του μέλος πάνω της. Αργά κυλάει το χέρι του χαμηλά και χαϊδεύει την πηγή της. Δειλό στην αρχή, μα ύστερα εισβάλλει θρασύ στα νερά της. Ο ζεστός καφές θα μείνει να κρυώσει. Ίσα που προλαβαίνει εκείνη να πατήσει το κουμπί της μηχανής, να μην καεί, καθώς τα φιλιά τούς οδηγούν συνεπαρμένους αλλού.
            Την ξαπλώνει, την γδύνει, και της φιλά την πηγή. Ω, πόσο την πηγή της λατρεύει. Τη δική της ή κάθε πηγή; Τι νόημα έχει; Τη γλώσσα με τη γλώσσα του γλύφει, και με μύτη και δάχτυλα τη χαϊδεύει, να εκραγεί. Εκείνη δεν τον αφήνει, τον γυμνώνει και με μάτια κλειστά το κορμί του διατρέχει, σαν άλλη τυφλή, να την οδηγούνε η γεύση και η οσμή. Τυλίγονται, πώς τυλίγονται σαν φίδια ερωτικά στα καθαρά σεντόνια. Και ύστερα, καθώς άλλο δεν αντέχουνε πια, εισβάλλει εκείνος μέσα της σαν σε βρόχια, σαν σε δίχτυ μαγικό απ’ όπου να ξεφύγει δεν μπορεί. Ο ίλιγγός του τη ζαλίζει. Τον νιώθει μέσα της και γίνεται για εκείνον η πόρνη του, η μάνα κι η αδερφή του. Σκέφτεται, δειλά και μυστικά, πως από εκείνον θα ’θελε το παιδί του. Εκείνος, πάλι, εκστατικός, απόμακρος και σκοτεινός, χαμένος στην αφή της. Στη μέση αυτής της θεάς με τα φίδια που γίνεται και δική του θεά. Στο στήθος το γεμάτο και απαλό, για το χέρι και το στόμα του ιδανικό. «Μαζί σου και στην κόλαση.»
            «Κρύωσε ο καφές.» Αγκαλιά πίνουν καφέ στον καναπέ. Η Ιδέα τού μιλάει για το Νούμερο, τις συναντήσεις, κάποιες επιθέσεις και την ανάγκη αντίκρουσής τους. Δυο ποιήματα όλα κι όλα σε ένα μήνα. Η μετάφραση, τουλάχιστον, προχωράει καλά. Εκείνος ολοκλήρωσε άλλον έναν τόμο διηγημάτων. Θα βρει εκδοτικό στο Μοντεβιδέο; «—Κοκκίνισε.» «—Ποιο πράγμα;» Εκείνη δείχνει στον ώμο του. «—Άθελά μου. Μα μέχρι αύριο θα ’χει φύγει. Όχι σαν την άλλη που έχεις στο λαιμό.» «—Ναι, την πήραν είδηση και μαρτύρησα με τα πειράγματά τους. Τι να κάνουμε, κάπως θα τα βολέψουμε» απάντησε σαν –για πολλοστή φορά– παρασημοφορημένος στρατηγός.
            «Πρέπει να φύγω.» Ήρθε λοιπόν η ώρα αυτής της φράσης της μισητής. «Τη συνεργασία μου για το επόμενο τεύχος σού την έδωσα. Μην την βρει η Ντοροτέα και πάει περίπατο το άλλοθι.»
Τα πράγματά του, οι σκάλες, και πάει. Δεν απορώ που χρόνια αργότερα θα πει σε συνέντευξή του για μένα:
«—Ο τρόπος της είναι πολύ εγκεφαλικός, διανοητικός.»
«—Μόνο αυτό; Τίποτα άλλο;» 
«—Α ναι! Και κρεβάτι.»



Παρατηρήσεις

Γάιδαρος, σκύλος, σκέτο τέρας: Έτσι είχε αποκαλέσει η Ιδέα Βιλαρίνιο τον Χουάν Κάρλος Ονέττι σε έναν από τους παθιασμένους καυγάδες τους (παθιασμένοι κι αυτοί, όπως και ο έρωτάς τους).

Μανόλο Κλαπς, Εμίρ Ροντρίγκες-Μονεγκάλ, Μάριο Μπενεντέττι: συνεργάτες της Βιλαρίνιο.

Νούμερο: Περιοδικό, το οποίο εξέδιδε η Βιλαρίνιο από κοινού με τους παραπάνω συνεργάτες
  της.

Η στιχομυθία της συνέντευξης πραγματική, από συνέντευξη του Ονέττι στη Μαρία Εστέρ Χίλιο. Περισσότερα για την Ιδέα Βιλαρίνιο στην ανθολογία ποίησής της, «Το άνθος της στάχτης», από τις Εκδόσεις Gutenberg



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό δε|κατα, τεύχος 51, Φθινόπωρο 2017

5/5/19

Thessaloniki International Book Fair 2019



Ιδέα Βιλαρίνιο: "Κανέναν δεν τρομάζει ένας θάνατος στον ήλιο"

Η 'Ελενα Σταγκουράκη, μεταφράστρια της Βιλαρίνιο στα ελληνικά και υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μάιντς στη Γερμανία στον τομέα των λατινοαμερικανικών σπουδών, συνομιλεί με τον Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, κολομβιανό συγγραφέα κι εξέχοντα εκπρόσωπο της γενιάς μετά το λατινοαμερικανικό λογοτεχνικό μπουμ των δεκα-ετιών 1960 και ́70, για τη σπουδαία αυτή μορφή των γραμμάτων της Ουρουγουάης. 

ΟΜΙΛΗΤΕΣ: Hector Abad Faciolince, Έλενα Σταγκουράκη. 
ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ: Λένα Ματσιώρη, επιμελήτρια του αφιερώματος στην Ισπανόφωνη Λογοτεχνία. 
ΟΡΓΑΝΩΣΗ: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

10 Μαίου 2019, 16:00-17:00, Αίθουσα "Δον Κιχώτης", Περίπτερο 14 ΔΕΒΘ 

*********************

Idea Vilariño: "Nobody is astounded by a death in the sun"

Elena Stagkouraki, Idea Vilariño's translator into Greek and PhD candidate in Latin American Culture Studies at the Johannes Gutenberg University of Mainz, meets Hector Abad Faciolince, Colombian writer and outstanding representative of the post-Boom generation, in an event dedicated to the great woman of the Uruguyan literature.

Partcipants: Hector Abad Faciolince, Elena Stagkouraki
Coordinator: Lena Matsiori 
Organization: Hellenic Foundation for Culture

May 10, 4-5 pm, "Don Quixote" room, kiosk 14, Thessaloniki International Book Fair 2019


2/4/18

"Όχι πια" στα Φανερά και τ' αφανέρωτα...





Τον υπέροχο δίσκο του Μιχάλη Γούτη σε ποίηση Θεοδόση Βολκώφ κλείνει η Ιδέα Βιλαρίνιο με το "Όχι πια". Μόνο που δεν υπήρξε προφητική: πολλών λογιών τα τέκνα.

Ένα θερμό ευχαριστώ στο Μιχάλη Γούτη και όλους, όσοι συνέβαλαν στη μουσική αυτή ανάγνωση.


22/1/18

Κριτική για το "Άνθος της στάχτης" της Ιδέας Βιλαρίνιο...



"Αν η Ιδέα Βιλαρίνιο ζούσε, θα ήταν πολύ ευτυχής από την πληρότητα και την ποιότητα της κριτικής προσέγγισης, της ανθολόγησης και του μεταφραστικού έργου που παρουσιάζει η Έλενα Σταγκουράκη στην ανωτέρω επίτομη έκδοση. Η δίγλωσση αντικριστή εμφάνιση των περιεχομένων, εμπλουτισμένο με πρόλογο της Ana Ines Larre Borges, αναλυτική εισαγωγή της μεταφράστριας και επιμέλεια του Δημήτρη Αρμάου, αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη ελληνική αναφορά στο έργο της διάσημης Ουρουγουανής ποιήτριας, κριτικού, μεταφράστριας και αγωνίστριας για την ειρήνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα, Ιδέας Βιλαρίνιο. 
(...)
"το επιλεγμένο υλικό και τα συνοδευτικά παρακείμενα μάς πληροφορούν ότι πρόκειται για μια ποιήτρια της οποίας το έργο χαρακτηρίζεται από αλήθεια και πάθος. (...) Η ευθύβολη σκέψη της, σε συνδυασμό με την αποστεωμένη από περιττολογίες γραφή των ποιημάτων, δημιουργούν μια δωρική εικόνα, στο βάθος της οποίας φιλοξενούνται η απλότητα, η ευαισθησία, η ειλικρίνεια, το αφτιασίδωτο ύφος, η αμεσότητα, η ανεμπόδιστη δηλαδή επικοινωνία της ποιήτριας με τον αναγνώστη μέσα από το ποίημα, το οποίο υπήρξε ο κατ' εξοχήν εξομολογητικός τρόπος επικοινωνίας της με το κοινό. Η Βιλαρίνιο γράφοντας ποίηση δεν μασάει τα λόγια της, μας ανακοινώνει μονοσήμαντα απερίφραστες σκέψεις δομημένες σε άκρως ρεαλιστικό πλαίσιο κατά τέτοιο τρόπο που δείχνει να μας προ(σ)καλεί σε μετάληψη με σάρκα από το σώμα της. 
(...)
"η ποιήτρια αγωνίζεται για τη βελτίωση της ζωής, την αποκάλυψη του έρωτα, τη σαρκαστική αντιμετώπιση του θανάτου, χρησιμοποιώντας ως κοινό παρανομαστή την έμφυτη μοναχικότητα που τη διέκρινε ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη. 
(...)
Η παρούσα έκδοση, με τη διεξοδική παρουσίαση του έργου και της προσωπικότητας της Ιδέα Βιλαρίνιο, τιμά την Έλενα Σταγκουράκη, γιατί προσφέρει στους Έλληνες φιλαναγνώστες μια εκλυστική και εν πολλοίς άγνωστη περιδιάβαση."


Β. Δημητριάδης

Περιοδικό "Απόπλους", τεύχος 73-74, φθινόπωρο-χειμώνας 2017, σελ. 156-157.

14/6/17

"Ανάμεσα" σε μουσική Μιχάλη Γούτη...



Το ποίημα "Ανάμεσα" της Ιδέας Βιλαρίνιο 
σε μουσική Μιχάλη Γούτη κι ερμηνεία Χριστίνας Μαβίνη. 
Στο πιάνο ο Μιχάλης Γούτης.


ΑΝΑΜΕΣΑ

Μες στην αγκαλιά σου
μες στην αγκαλιά μου
μες στα απαλά σεντόνια
μες στη νύχτα
τρυφεροί
μονάχοι
παθιασμένοι
ανάμεσα στους ίσκιους
ανάμεσα στις ώρες
ανάμεσα
στο πριν και το μετά,

(3 Οκτωβρίου 1970)


Από τη συλλογή "Το άνθος της στάχτης", εκδόσεις Gutenberg.

20/4/17

Η Ιδέα Βιλαρίνιο μελοποιήθηκε στην ελληνική της μετάφραση










Ποιήματα της Ιδέας Βιλαρίνιο στην ελληνική τους μετάφραση μελοποιήθηκαν από τον Μιχάλη Γούτη. 
Προσεχώς η παρουσίασή τους σε συναυλία του συνθέτη.


20/8/16

Στιγμιότυπα από την παρουσίαση του "Άνθους της στάχτης" στην Αθήνα, το Μάρτιο 2016



Καλοσώρισμα από τη μεταφράστρια

 Αποτίμηση του Παντελή Μπουκάλα για την ποίηση της Βιλαρίνιο 
και τη μετάφρασή της


 Μουσική ανάσα σε ρυθμό τάνγκο από τους Χέρμαν Μάιρ και Ρομάν Γκόμες


 Η οπτική της μεταφράστριας 
για το 'Άνθος της στάχτης'

Ο Κώστας Κουτσουρέλης σε στιγμιότυπο απόδοσης
της αλληλογραφίας της Ουρουγουανής ποιήτριας.



 Ο Θεοδόσης Βολκώφ αποδίδει ερωτικά ποιήματα της Βιλαρίνιο.






13/5/16

"λιτός λυρισμός, γυμνός και κοφτερός"...


Παντελής Μπουκάλας.
Είναι νομίζω δεδομένη η συμπάθεια των Ελλήνων για τους λαούς της Λατινικής Αμερικής. Συμπάθεια που είναι πολύ πιθανό να οφείλεται σε πολιτικούς λόγους, στην αίσθηση ή πεποίθηση της παραλληλίας ή αναλογίας ανάμεσα στους δικούς μας και τους δικούς τους απελευθερωτικούς αγώνες εναντίον ξένων κατακτητών αλλά και εναντίον δικτατορικών καθεστώτων. Ενδέχεται επίσης να είναι ένα εύλογο αντίδωρο στον φιλελληνισμό, φιλαρχαιοελληνισμό καλύτερα, που μαθαίνουμε ότι παραμένει ζωηρός εκεί.
Παρ’ όλ’ αυτά, παρά την αίσθηση διασταύρωσης της μοίρας τους με τη δική μας μοίρα, πολύ δύσκολα θα υποστήριζε κανείς ότι το πλάσμα που αυθαίρετα και για λόγους συνεννόησης ονομάζουμε «μέσο Ελληνα», ή «μέσο άνθρωπο« γενικώς, γνωρίζει πολλά πράγματα για τη Νότια Αμερική και συγκεκριμένα για την Ουρουγουάη· γενικότερα για την ιστορία και τη συνολική παρουσία της και ειδικότερα για τη λογοτεχνία της.
Ποιες αφορμές, ποιοι λόγοι θα μπορούσαν ίσως να μας παρακινήσουν να ξοδέψουμε λίγο από τον χρόνο μας ώστε να πετύχουμε μια κάπως βαθύτερη γνωριμία; Ανάλογα με τα εφόδια και τον προσανατολισμό του καθενός. Τους ποδοσφαιρόφιλους, για παράδειγμα, θα μπορούσε να τους ωθήσει σε μια διαδικτυακή έστω εξερεύνηση της Ουρουγουάης η γηπεδική δράση πρωτοκλασάτων ποδοσφαιριστών ουρουγουανικής καταγωγής, όπως ο παλαίμαχος πια Ντιέγο Φορλάν, ο Έντισον Καβάνι της Παρί Σαιν Ζερμέν, κυρίως δε ο Λουίς Σοάρες της Μπαρτσελόνα, ήρεμος πλέον δίπλα στον Μέσι και τον Νεϊμάρ.
‘Αλλοι θα μπορούσαν να συγκινηθούν από την ομοιότητα της σημαίας της Ουρουγουάης με την ελληνική σημαία. Με την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, τυλιγόταν και εμφανιζόταν στην τηλεοπτική του εκπομπή, στα Μουντιάλ των προηγούμενων χρόνων, ένας από τους γνωστότερους Ελληνες σχολιαστές των ποδοσφαιρικών δρωμένων.
Για τους φίλους της λογοτεχνίας, και ειδικά της ποίησης και του υπερρεαλισμού, θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν προτροπή μια πρόταση από τον δικαίως διάσημο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου. Ας θυμηθούμε την έξοχη γεωγραφία της υπερρεαλιστικής ευτοπίας:
Μπολιβάρ! Κράζω το όνομά σου ξαπλωμένος στην                                                                        κορφή του όρους ‘Ερε,
την πιο ψηλή κορφή της νήσου Υδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των                                                            νήσων του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρ’ απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της Νικαράγκουα, του Οντουράς, της Αϊτής, του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας, της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Νέα επίκληση, λίγο παρακάτω:
Μπολιβάρ! Είσαι του Ρήγα Φεραίου παιδί. […]
Είσαι ο ελευθερωτής της Νότιας Αμερικής.
Δεν ξέρω ποια συγγένεια σε συνέδεε, αν είτανε απόγονός σου ο άλλος μεγάλος Αμερικανός, από το Μοντεβίντεο αυτός,
‘Ενα μονάχα ξέρω, πως είμαι ο γιος σου.
Ποιος είναι «ο άλλος μεγάλος Αμερικανός» το λέει ο ίδιος ο Εγγονόπουλος σε σημείωσή του: ο Ισίδωρος Ducasse, comte de Lautreamont, επιλεγμένος πρόγονος των υπερρεαλιστών, που γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο, όταν ο πατέρας του εργαζόταν στο εκεί γαλλικό προξενείο.
Παρεμπιπτόντως, μια και ο λόγος και περί της Αϊτής, πιθανόν δεν γνώριζε ο Εγγονόπουλος, και γι’ αυτό ίσως δεν το αξιοποίησε ποιητικά, πως η χώρα αυτή, Χαϊτιον τότε, ήταν η πρώτη που αναγνώρισε επίσημα την Επανάσταση του 1821, με συγκινητικά θερμή επιστολή (αποθησαυρισμένη από τον Ιωάννη Φιλήμονα) του προέδρου της Ζαν Πιερ Μπουαγέ προς τον Αδαμάντιο Κοραή, τον Ιανουάριο του 1822.
Οι Αθηναίοι πάντως, όσοι συνυπάρχουμε άγνωστοι μεταξύ μας κάτω από την ταυτότητα «διαβάτες» ή «περαστικοί», θα μπορούσαμε να βρούμε αλλού την αφορμή μας για να ψάξουμε και να μάθουμε κάτι παραπάνω για την Ουρουγουάη. Δύσκολα φαντάζομαι Αθηναίο που να μην έχει περάσει πεζός, με το γιωταχί του, με ταξί ή με λεωφορείο από τη Μιχαλακοπούλου, και να μην κόλλησε στην αρχή της, λίγο μετά το Χίλτον, αν ανεβαίνει προς Ιλίσια. Εκεί λοιπόν, στα αριστερά του ανερχομένου, υπάρχει από παλιά, δεν μπόρεσα να εξακριβώσω από πότε και βάσει ποιου σκεπτικού, ο ορειχάλκινος ανδριάντας ενός ξένου, από τους λιγοστούς ανδριάντες ξένων στην πόλη. Είναι ο στρατηγός Χοσέ Γερβάσιο Αρτίγας, ο ελευθερωτής της Ουρουγουάης, ιδρυτής του Εστάντο Οριεντάλ, του Ανατολικού Κράτους. Τραγουδισμένος και αυτός από τον Πάμπλο Νερούδα, στο Κάντο Χενεράλ.
Περνάμε έτσι στα καθαυτό λογοτεχνικά.
Αν ο Νερούδα σχημάτισε ή υπέδειξε το σημείο Χιλή πάνω στον χάρτη της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες αλλά και ο Ερνέστο Σάμπατο το σημείο Αργεντινή, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες το σημείο Κολομβία, και ο Μάριο Βάργας Λιόσα (όποιες κι αν είναι πια οι πολιτικές του πεποιθήσεις) το σημείο Περού, το σημείο-Ουρουγουάη για τους Ελληνες αναγνώστες το ορίζει, μάλλον κατ’ αποκλειστικότητα, ο Εδουάρδο Γκαλεάνο. Στο δικό του όνομα μπορούμε να προσθέτουμε εφεξής  και το όνομα Ελένα Ιδέα Βιλαρίνιο Ρομάνι, και εν συντομία Ιδέα Βιλαρίνιο. Το όνομα μιας σπουδαίας ποιήτριας, αλλά και πολυβραβευμένης μεταφράστριας του Σαίξπηρ και κριτικού λογοτεχνίας, που  αρχίσαμε να τη γνωρίζουμε από το 2009, έτος του θανάτου της, χάρη στην ‘Ελενα Σταγκουράκη, η οποία ανέλαβε να μας εισαγάγει στην ποίησή της, ή μάλλον να εισαγάγει την ίδια την ποίησή της στην Ελλάδα και να εισηγηθεί υπέρ αυτής.
‘Ετσι, από τις πρώτες δημοσιεύσεις μεταφρασμένων ποιημάτων της στο ηλεκτρονικό περιοδικόPoeticanet και κατόπιν στο Δέντρο, σε τρία δημοσιεύματα, φτάσαμε στον σημερινό τόμο, πλούσια εφοδιασμένο με εισαγωγικά κείμενα, καθώς και με επιστολές και συνεντεύξεις της Βιλαρίνιο στο επίμετρο, και αφιερωμένο στη μνήμη του Δημήτρη Αρμάου, ενός ανθρώπου που με την όλη παρουσία του έδινε νόημα στον κάπως παλιακό όρο «άνθρωπος των γραμμάτων». ‘Ολα τούτα, κείμενα και παρακείμενα, γεννημένα από γνώση αλλά, κυρίως αυτό, από μεράκι, συνθέτουν από κοινού μια καθαρή και δυνατή εικόνα της Ουρουγουανής ποιήτριας και δι’ αυτής ένα τμήμα έστω της εικόνας της πατρίδας της.
Νά λοιπόν γιατί η μετάφραση, από κάθε γλώσσα σε οποιαδήποτε άλλη, παραμένει μια πράξη γνήσια διαφωτιστική και βαθιά δημοκρατική. Επειδή μεταφέρει στοιχεία του πολιτισμού ενός λαού και τα κοινοποιεί  σε έναν  άλλον λαό, που όση κι αν είναι η γλωσσομάθειά του, δεν μπορεί βεβαίως να λύσει το πρόβλημα της Βαβέλ. Παραμένει επίσης μια πράξη δικαιοσύνης και πνευματικής αλληλεγγύης, αφού δίνει τη δυνατότητα σε μια λογοτεχνική φωνή να ξανακουστεί κάπως αλλιώς, και κατά συνέπεια να ξαναϋπάρξει. ‘Αλλης μορφής αθανασία, άλλης μορφής ήττα του χρόνου και υπέρβαση των τειχών, δεν ξέρω αν υπάρχει.
Για να ξαναπώ το αυτονόητο, η μετάφραση, ειδικά της ποίησης, που δεν μιλάει την προφανή γλώσσα αλλά εκμεταλλεύεται τα δεύτερα και τρίτα στρώματά της, τα εσωτερικότερα, παραμένει ένα βαριά δύσκολο εγχείρημα, που δεν επιδέχεται απλουστευτικές λύσεις και δεν αντέχει την πνευματική οκνηρία. Απλουστευτική λύση, καταφανώς άδικη για το πρωτότυπο και τον δημιουργό του, προκύπτει, για παράδειγμα, όταν ο μεταφραστής, ποιητής και ο ίδιος, αισθάνεται υπέρτερος του ποιητή τον οποίο μεταφράζει. ‘Ετσι, με αφόρητα επιπόλαιο ναρκισσισμό, αποφασίζει ότι δικαιούται να υποτάξει τα ξένα ποιήματα στο δικό του ιδιόλεκτο, στη δική του ποιητική ταυτότητα, και όχι απλώς να τα ανακτήσει παραμένοντας υπηρέτης τους.
Απλουστευτική λύση δίνουν και όσοι χρησιμοποιούν σαν απλό πρόσχημα το προς μετάφραση κείμενο, και, με κάποιον παραλογοτεχνικό τυχοδιωκτισμό, το νοθεύουν, το παραφουσκώνουν ή το πετσοκόβουν για να αποφύγουν τα δύστροπα σημεία του. Αυτό βλέπουμε να συμβαίνει κυρίως στην ενδογλωσσική μετάφραση, από τα αρχαία ελληνικά στα νέα. Και όχι μόνο στις αριστοφανικές κωμωδίες, στις οποίες εμβολιάζονται τσαπατσούλικα μπόλικα στοιχεία της τηλεοπτικής επικαιρότητας, ώστε να κερδηθούν τα εύκολα χειροκροτήματα, αλλά και στις τραγωδίες.
Απλουστευτική, άκοπη και πνευματικώς αδάπανη είναι και η λύση που δίνουν όσοι αδιαφορούν για τη φόρμα της μεταφραζόμενης ποίησης, για τον ρυθμικό χαρακτήρα της, καθώς και για τη ρίμα της, εάν υπάρχει. Σίγουρα, μπορούμε να αποδώσουμε ένα χαϊκού ή ένα σονέτο με ελεύθερο στίχο, κανείς δεν το απαγορεύει. Αλλά παύει να είναι χαϊκού ή σονέτο. Παύει δηλαδή να είναι αυτό που ο ίδιος ο δημιουργός του θέλησε να είναι. Δεν αλλάζει απλώς μορφή αλλά είδος.
Στο έργο της Ιδέας Βιλαρίνιο είναι έκδηλη η διεκδίκηση της μουσικής των λέξεων και διά των λέξεων, η επιδίωξη του ρυθμικού βηματισμού της ποιητικής φράσης. Την αποκρυστάλλωση σε ήχους αυτού του έρρυθμου διαβήματος την υποψιάζεται ακόμη και ο μη ισπανομαθής, αν διαβάσει το πρωτότυπο. Τη ρυθμική έγνοια ή αγωνία της Ουρουγουανής ποιήτριας, που αποτελεί απαραγνώριστο συστατικό της ποιητικής ιδιοπροσωπείας της και κεφάλαιο της καλλιτεχνικής ιδεολογίας της, τη συμμερίζεται απολύτως η Έλενα Σταγκουράκη. Επιχειρεί λοιπόν, σε κάθε περίπτωση, να τη σεβαστεί. Και παρότι έχει λεχθεί, και μάλιστα λατινιστί, πως η μετάφραση είναι προδοσία, προσπαθεί να μην απιστήσει στις κατατεθειμένες απόψεις της Βιλαρίνιο για τον ελεύθερο στίχο. Τις θυμίζω, ώστε να αναλογιστούμε σε ποιον βαθμό ισχύουν και στα δικά μας μέρη:
 «Λέω πως ο ελεύθερος στίχος υπήρξε μάστιγα, καθώς, υπό το πρόσχημα ενός στίχου «ελεύθερου», κόσμος και κοσμάκης που δεν ήταν ποιητές έγραψαν χιλιόμετρα ολόκληρα κατατεμαχισμένης πρόζας, η οποία, μαζί με άλλα είδη πτώχευσης που επέφερε, οδήγησε στην απώλεια του αναγνωστικού κοινού της ποίησης. Δεν σημαίνει πως υποτιμώ την ποίηση της καθημερινότητας, κι εγώ έχω γράψει καθημερινή ποίηση. Ποτέ όμως ελεύθερο στίχο».
‘Οσοι θα έκριναν υπερβολική την άποψή της αυτή, σίγουρα θα χαμογελούσαν ειρωνικά διαβάζοντας μιαν άλλη ιδέα της Ιδέας Βιλαρίνιο, όπως την εξέφρασε σε συνέντευξή της το 1971. ‘Οτι δηλαδή «σε ένα ποίημα μπορεί να απουσιάζει οτιδήποτε άλλο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες ακόμη και το νόημα. Ποτέ όμως ο ρυθμός». Θυμάμαι εδώ τον Κωστή Παλαμά να λέει «τα πάντα και τ’ ανίερα ο ρυθμός τ’ αγιάζει», ή πάλι, «Ελεύθερος, του στίχου μόνο υπάκουος», και χαμογελώ με τη σειρά μου. Με τη σύμπτωση. Αλλά και με τη σκέψη ότι αυτή η υπακοή παραμένει τουλάχιστον το μισό της τέχνης, κι ας μην τη συνυπολογίζουν πια πολλοί θεράποντές της στα αναπόφευκτα προαπαιτούμενά της.
Η μετάφραση δεν είναι ηχώ, αντήχηση. Είναι φωνή, νέα φωνή· αυτοτελής, παρότι συναρτημένη με την αρχική. Και έτσι κρίνεται. Η μεταφρασμένη Ιδέα Βιλαρίνιο μάς αποκαλύπτεται ως ποιήτρια ενός λιτού λυρισμού, γυμνού και κοφτερού. Δεν ποντάρουν σε ποικίλματα τα ποιήματά της. Δεν εξωραϊζουν. Και δεν διστάζουν να πουν, πάλι και πάλι, ότι στο ζευγάρι των δύο μόνων βεβαιοτήτων που υπάρχουν, όπως η ίδια τις προσδιορίζει, του ‘Ερωτα και του Θανάτου, το πάνω χέρι δεν το έχει ο Έρωτας. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι αρνείται τον Έρωτα και τα ευεργετήματά του. Τον εννοεί όμως και τον βιώνει με τον χρόνο βαθιά εγγεγραμμένο μέσα του, σαν να επέρχεται αναπόδραστα το τέλος του ταυτόχρονα με την τελείωσή του. Το ακούμε καθαρά στο ποίημα «Και τι μ’ αυτό;», του 1961:
Παίρνω από σένα αγάπη
και τι μ’ αυτό
σου δίνω εγώ αγάπη
και τι μ’ αυτό
θα ‘χουμε μέρες νύχτες
ενθουσιασμούς
καλοκαιριές
όλη την ηδονή
όλη την ευτυχία
όλη τη θαλπωρή.
Και τι μ’ αυτό.
Παντοτινά θα λείπει
το ψέμα το βαθύ:
για πάντα.
Ενοχλητικά απομυθοποιητικός πεσιμισμός; Μπορεί. Μπορεί όμως και απλή φιλαλήθεια, απόρροια μιας στέρεης αυτογνωσίας και γενικότερα ανθρωπογνωσίας.
Πεσιμισμό θα μπορούσε να διακρίνει κάποιος και στην ευθέως πολιτική ποίηση της Βιλαρίνιο. Για παράδειγμα στο ποίημα «Παραλία Χιρόν», του 1961, ένα από τα ποιήματα που επεξεργάζονται το οδυνηρά διαυγές μοτίβο της τυραννικής αρβύλας:
Πάντοτε κάποια αρβύλα υπάρχει πάνω στο όνειρο
το εφήμερο του ανθρώπου
μια αρβύλα δύναμης και παραλογισμού
έτοιμη να χτυπήσει
πρόθυμη στο αίμα να ποτίσει. […]
Η αρβύλα αλλάζει πόδια όπως αλλάζουν χέρια
το χρήμα η ισχύς και η εξουσία
μα πάντοτε όλο κάποια θα υπάρχει
κάποτε περισσότερες από μία
για να τσαλαπατά τα όνειρα των ανθρώπων.
Θα υπάρχει πάντοτε. Το ξέρουμε. Αλλά θα νικάει και πάντοτε; Η άρνηση της Βιλαρίνιο να αποδεχτεί ότι πέθανε ο Τσε, δηλαδή όσα συμβόλιζε ο Τσε για τον κόσμο όλο, στο ποίημά της «Δεν πέθανε λέω» του 1967, συνομολογεί με τη βεβαιότητά της, όπως διατυπώνεται στο ποίημα «Ευχαριστίες» του 1968, ότι για τους αρβυλόπληκτους ή αρβυλοπατημένους λαούς, το ελευθερία ή θάνατος «δεν πρόκειται απλώς / για μια όμορφη φράση και τίποτε παραπέρα». Δεν πρόκειται καν για δίλημμα, αφού ο θάνατος στον αγώνα πάνω προτείνεται σαν ο μοναδικός τρόπος να δικαιωθεί η ζωή ως συνώνυμη της ελευθερίας.
Τα δύο αυτά ποιήματα, μαζί με τα υπόλοιπα που συστεγάζονται στο βιβλίο υπό τον τίτλο «Καημένε κόσμε», αποτελούν κεφάλαια ενός οιονεί ελευθερόφρονος πολιτικού μανιφέστου που συντάχθηκε με τον τρόπο της λογοτεχνίας, θερμής εδώ, παθιασμένης και πληθυντικής, και το οποίο επικυρώθηκε από τον ενεργό πολιτικά βίο της Ιδέας Βιλαρίνιο.
Δύο φωνές σε μία, και μάλιστα αντίρροπες ή αντιφατικές; θα αναρωτηθεί κανείς. ‘Οχι, δεν πρόκειται για διχασμένη φωνή ούτε βέβαια για αφύσικη διφωνία. Οι άξιοι ποιητές διατηρούν αρμονικό τον λόγο τους ακόμα κι όταν φαίνεται να διασπώνται γραμματικά, θεματολογικά ή υφολογικά. Η Ιδέα Βιλαρίνιο ανήκει σ’ αυτήν τη χορεία. Το ότι μπορούμε να το κατανοήσουμε αυτό και οι πάμπολλοι μη ισπανομαθείς το χρωστάμε στην τίμια μεταφραστική δουλειά της ‘Ελενας Σταγκουράκη, που κατόρθωσε να μοιραστεί με τον αναγνώστη την   ολοφάνερα βαθιά εξοικείωσή της με το έργο της ποιήτριας από την Ουρουγουάη.

(Ομιλία του συγγραφέα στην παρουσίαση του βιβλίου στο Polis Art Cafe, στις 28.03.2016)