Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ααρών Μνησιβιάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ααρών Μνησιβιάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16/5/13

Και σ' άλλα μέρη που δεν πάτησε ο καιρός...

 
















Τρίλιζα (απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο)


Σοφία Κολοτούρου

Ματωμένος Γάμος την Αραβική Άνοιξη


Η Κέιτ προχωράει και βήμα-βήμα
το νυφικό το διαπερνά μια σφαίρα.
Κραυγές μες στης ερήμου τον αέρα,
στο Μπάκιγχαμ λαοθάλασσα σαν κύμα.

Ο Ουίλιαμ με την κόκκινη στολή του
μοιάζει να χαιρετά την Αποικία.
Το αίμα κατακλύζει τη Συρία
κι έρποντας φτάνει πίσω στην Αυλή του.

Ο Χάρι είχε ντυθεί Ναζί για πλάκα,
για να γελάσει σ' ένα καρναβάλι.
Και τώρα στη Λιβύη με κάποιον πάλι
Βεδουίνο θα γελούν, φτωχό και βλάκα.

Ο Κάρολος μαζί με την Καμίλα,
αγέρωχοι στην άμαξα περνάνε.
Στρατιώτες λαβωμένους κουβαλάνε,
καμήλες της ερήμου, χίλια μίλια.

Η Ελισσάβετ στέκεται για χρόνια.
Στην Αίγυπτο αντιδρούν οι εξεγερμένοι
κι από την Τυνησία στην Υεμένη,
άνοιξη αραβική μέσα στα χιόνια.

Η Κέιτ πλησιάζει στο Αβαείο
κι όλο ματώνει τ' άσπρο νυφικό της.
Οι άμαξες, τα καπέλα, το ιππικό της
γεμίσανε από έρημο και κρύο.

Ο Ουίλιαμ τη φιλάει μες το μπαλκόνι
κι ο κόσμος παραλήρημα, τι πλήθος!
Εγγύς Ανατολή, πληγή στο στήθος.
Βόρεια Αφρική, σαν ντόμινο που απλώνει.

1/5/2011

*** 


Ααρών Μνησιβιάδης

Νέκυια

                              στην Σοφία Κολοτούρου 
 

Νεκροί, της μέλλουσας ζωής εγγύησι,
και άγιοι πατέρων ανδριάντες,
εγείρω απ' τους τάφους σας την ποίησι,
σωρεύω τα συντρίμμια σε μπαλάντες
και μένω νοσταλγός στα παρασκήνια
εντεύθεν μιας αόρατης αυλαίας
ντυμένος την πιο μάταιη προσήνεια
ή άλλοτε δειλός υποβολέας

των όρων που κρυφά συνωμολόγησα
υπείκοντας σ' απρόοπτες συνθήκες
(σ' εκείνες που με δόλο υπολόγισα)--
ο κόσμος σαραβάλιασε, νταλίκες
θα έρθουν το πρωί να τον φορτώσουνε,
ο κόσμος που ανήκα και ανήκες
πριν άλλον με εγκύκλιο εκδώσουνε
και στείλουνε τον πρώτο στις αντίκες

ή για φωτιά σε κάποια υψικάμινο,
ο χρόνος που διανύθηκε ευθυγράμμως
να καίγεται εξάμηνο-εξάμηνο
να χωριστούν το μέταλλο κι άμμος,
να χωριστούν σαν όλα τα αχώριστα,
τα όσα ενωθήκαν ισοβίως
κι ο βίος τους διήρκεσε αόριστα
κοινότατος, αλλά κοινός σπανίως.

Νεκροί, της μέλλουσας ζωής αντίκλητοι,
και άγιοι πατέρων ανδριάντες,
συμβούλια πρεσβύτερων και σύγκλητοι,
σοφοί, πεφωτισμένοι, ιεροφάντες,
γυαλίζω θυρεούς, κρεμώ οικόσημα,
τα μπάζα σας στολίζω με γιρλάντες
αν είχα στον καιρό σας τέτοιο νόσημα
θα μ' έκανε βιβλίο ο Θερβάντες.

8/3/2012

*** 


Θάνος Γιαννούδης

Μπαλάντα της Οδού Θερμοπυλών

                                               Στη Μ. Λ. 


Στα ακρογιάλια τα απόμερα της Ίμβρου
και σ' άλλα μέρη που δεν πάτησε ο καιρός
τα σάουντρακ τρεις φορές ακούς της Καραίνδρου,
κι ας είναι ο κόσμος μας τριγύρω σου λερός.
Ο δρόμος πάντοτε καμμένος και ξερός,
στα σχέδιά σου αντιξόρκια να υφαίνει.
Μα εσύ γνωρίζει πως, αν κι είσαι καρπερός,
ο χρόνος πάντα στους σπουδαίους αντιβαίνει.

Και συνεχίζεις τον ατέρμονο αγώνα,
με τη σημαία σας πια να 'ναι κουρελού.
Την κουτσουλάει άτεγκτα μια χελιδόνα
κι όσοι την κράταγαν πια κράζουνε: "Salut!"
Μα η αλήθεια απ' το στόμα του τρελού
που αγκάθια αντί ροδοπετάλων τώρα ραίνει
σ' όσους κατάντησαν κομμάτια ενός φελλού:
"Ο χρόνος πάντα στους σπουδαίους αντιβαίνει!"

Ποιος να σ' το πει, ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ,
πως η ζωή τον άνθρωπο δεν προσπερνά;
-Κάποιες φορές κι εγώ να το ξεχάσω τείνω-
Ρώτα όποιον θέλεις: τα λαγκάδια, τα βουνά...
Ρώτα τον άνεμο που αχόρταγα πεινά
κι απ' τις μικρές ρωγμές στα σπίτια άγριος μπαίνει
για να τραβήξει τις ψυχές στα σκοτεινά.
-Ο χρόνος, πάντα, στους σπουδαίους αντιβαίνει...-

Πρίγκηψ, να μη ρωτάς ποιος δαίμων μ' απονιά
τραχιά πορεία προς το θάνατο λιαίνει,
με γελαστός να μουρμουράς σε μια γωνιά:
"Ο χρόνος πάντα στους σπουδαίους αντιβαίνει."

27/2/2012



Παρουσίαση του βιβλίου απόψε στο "Έναστρον"

 

25/11/12

Ερμηνεία να δώσεις στο κείμενο...
















Ααρών Μνησιβιάδης  

Ὑποκείμενο-κενό-ῥῆμα-κενό-ἀντικείμενο...


Ὑποκείμενο-κενό-ῥῆμα-κενό-ἀντικείμενο
ἡ σιωπὴ στριμώχνεται ἀνάμεσα στὶς λέξεις,
εύκαιρία χρυσῆ νὰ διαλέξῃς
ἑρμηνεία νὰ δώσῃς στὸ κείμενο.


Ὑποκείμενο-κενό-ῥῆμα-κενό-ἀντικείμενο
τόσο κενό κομματιασμένο!
Χρόνια ὁλόκληρα προσμένω
κάποιος νὰ μπῇ στὸ προκείμενο.


Ὑποκείμενο-κενό-ῥῆμα κενό-ἀντικείμενο.
Στοὺς πολέμους πεθαίνουν πρῶτα οἱ λέξεις:
τὸ κενό περισσεύει -μπορεῖες νὰ τὸ στρέψῃς
ἀκόμη καὶ στὸν φίλα προσκείμενο.



25/10/12

Ή κάποιο της ανώνυμο ολόγραμμα...





















Ααρών Μνησιβιάδης          

Πρωὶ καὶ ἀνατέλλει πάλι Σάββατο...
 
                                                               Σάββατόν ἐστι· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράββατον
                                                                                                                                                Ἰω 5,10
                                                                                           Θὰ καίγονταν τὰ σπλάχνα τ’οὐρανοῦ
                                                                                                                          Διονύσης Καψάλης

 
Πρωὶ καὶ ἀνατέλλει πάλι Σάββατο
-ἡμέρα πρὸ πολλοῦ περαιωθεῖσα-
τὸ φῶς θ’ἀποκαλύψῃ ὅ,τι ἄβατο
ἐξίσωνε μὲ τ’ἄνισα τὰ ἴσα.
Πρωί· μὲ τροχαλίες κατεβάζουνε
τὰ σπλάχνα τ’οὐρανοῦ κι ὑπερμεγέθη
συρμάτινα σχοινιὰ τὴν γῆ τραντάζουνε
-ὁ σπάγκος τὶς παλάμες σου ἀλέθει.


Πλατφόρμες, γερανοί, ἀλυσοπρίονα·
ξεστήνουνε τῆς νύχτας τὴν ἐξέδρα,
τὸν χρόνο αἰωρούμενη δυσοίωνα
μετρᾷ σὰν ἐκκρεμὲς ξανὰ ἡ Φαίδρα,
ἡ μέρα μεταδίδεται σὰν πρόγραμμα
γραμμένο σὲ κασσέτα: ἡ Ῥεβέκκα
ἢ κάποιο της ἀνώνυμο ὁλόγραμμα,
ἡ Θάμαρ, τελοσπάντων, μιὰ γυναῖκα


θὰ πάρῃ στὸν λαιμό της δῆθεν θύματα
τοὺς ἄντρες (πάντα οἱ ἴδιες ἱστορίες),
οἱ κήρυκες, οἱ ῥήτορες στὰ βήματα,
οἱ φόβοι, οἱ χαμένες εὐκαιρίες.
Αἰῶνες σὲ διάδρομο ποὺ κύλησαν,
θαρρεῖς γυμναστικῆς καὶ τώρα νιώθεις
τὴν κούρασι, οἱ πνεύμονες ξεχείλισαν
καὶ σκέφτεσαι πὼς δὲν ἐδικαιώθης.


Καὶ σκέφτεσαι προς τι ἡ μετακόμισι,
σφυριὰ καὶ τροχαλίες καὶ πριόνια
(ἡ ὥρα περασμένες πῆγε δυόμιση)
ἀφ’οὗ ἀκινητοῦνε καὶ τὰ χρόνια;
Πρωὶ καὶ ἀνατέλλει πάλι Σάββατο,
μονάχα Σάββατο· τὸ ἤξερες κι ἐν τούτοις
στὶς πλάτες σου κουβάλησες τὸν κράβαττο
(μ’ἐκεῖνον θὰ σὲ εἶχε τοῦ χεριοῦ της).


10/10/12

Ο μέσα μου Αδάμ ξανά πηλός...



Ααρών Μνησιβιάδης

ΓΕΝΕΘΛΙΑ 2011


Ὁ χρόνος ποὺ μετροῦν οἱ ἡμεροδεῖχτες
ιδού, μοῦ ἀποδίδεται διπλός,
ἐντόκως, μὲ τὶς μέρες καὶ τὶς νύχτες
ἐπάνω στὸ τραπέζι ἰσοσκελῶς
σὲ δίκαιη μοιρασιά· κάποιος τυφλὸς
θ’ἀνέλαβε τὸν ῥόλο διανομέα
καὶ λάμπει τῆς ζωῆς μου ὁ πακτωλὸς
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.

Γεμίζω παρελθὸν τοὺς καταψῦχτες:
βλεφάρων τρεμουλιάσματα, ὁ θολὸς
στὰ μάτια δισταγμός, οἱ καληνύχτες
μετέωρες, σὰν κόλαφος δειλός,
ὁ μέσα μου Ἀδὰμ ξανὰ πηλός
καὶ μία ἀσχημάτιστη ἰδέα.
Καινούργιος παραμένω καὶ παλιός
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.

Κεράκια, τῆς ψυχῆς μου ἀνεμοδεῖχτες,
στὴν τούρτα καρφωμένοι ἐπισφαλῶς,
τοῦ πρὶν καὶ τοῦ μετὰ λαθραιμομῖχτες,
ἀκοῦστε τὴν εὐχὴ ποὺ ἕνας τρελὸς
καὶ πρόβατο μονάχο, ἀπολωλός,
σὰν δέησι ἀναπέμπει φευγαλέα:
νὰ μείνῃ αἰωνίως σιωπηλὸς
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.

Κι ἂν τοῦτο δὲν μπορεῖτε παντελῶς,
τοὐλάχιστον ἂς σβήσετε παρέα
ἐσεῖς καὶ κάθε μνήμης μου ὁ δαυλὸς
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.