Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βύρων Λεοντάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βύρων Λεοντάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8/11/15

Τη σιωπή πληθαίνω για να σε χωρά...





















Βύρων Λεοντάρης

Καντάδα στον ανοιχτό ουρανό


Τα πουλιά στον ουρανό
έχουνε νυχτέρι
και, σα να 'σαι αστέρι,
νά σε καρτερώ.

Στο μαντίλι κόμπο αργά
τους λυγμούς μου δένω,
τη σιωπή πληθαίνω
για να σε χωρά.

Μπλέχτηκα μες στου φωτός
τις ανεμοσκάλες,
τα κλωνιά κρεμάλες
κάνει ο πυρετός.

Κόλλησε η μορφή σου αχνός
στους βολβούς μου απάνω
κι ως πάω να τη βγάνω
ξεκολλάω το φως.

Με φλογίζει η αγρυπνιά,
η κούραση με σβήνει,
η μοναξιά με κρίνει
και δε με σχωρνά.

Η παλιά πληγή πονεί,
τη φωνή όμως πνίγω
- πάλι δε θα φύγω.
Κλείνουν οι ουρανοί.

 

5/11/15

Αυτός είν' ο αιώνας ο κακός...





















Βύρων Λεοντάρης

ΙΙ

Δεν είναι τώρα η εποχή των ξάστερων αγώνων,
δεν έχει τώρα αλώνια μαρμαρένια η γη,
για να παλεύουνε τα παλικάρια εκεί μ' έναν λεβέντη χάρο.
Τώρα η ζωή τσακίζεται σε σκοτεινές κακοτοπιές
και πνέει τριγύρω η παγερή ανάσα της ενέδρας.
Αυτός είν' ο αιώνας ο κακός, ο αιώνας της παγάνας.
Ποτέ δεν είδαν οι άνθρωποι πιο επίβουλο, πιο γλιστερό και πιο μπαμπέση θάνατο.
Για όλα τα μάτια και τα στόματα στηθήκανε παγίδες,
για όλα τα όνειρα θηλιές,
- τα πόδια και τα νιάτα μας φυραίνουν κάθε βράδυ δαγκωμένα απ' τα ρολά των μαγαζιών.

Αυτός είν' ο αιώνας ο κακός, ο αιώνας της ορθοστασίας.
Ανεβοκατεβαίνω σκάλες όλη μέρα,
χτυπούν της προσβολής οι πόρτες πάνω μου καθώς φτερούγες όρνιων,
ένα χορτάτο φως μού κλοτσάει τα μάτια,
με τσούζει ο ιδρώτας και με τρελαίνει
ο θόρυβος της τρομερής λεηλασίας του Ανθρώπου.

Αυτός είν' ο αιώνας με τα κόκκινα τα μάτια,
αυτός είν' ο αιώνας ο φονιάς, των προγραφών ο αιώνας.
Σαν αετοί περήφανοι που στης ελευθερίας
το κάλεσμα, τανύζουν τα φτερά
κι εκεί, στον πιο πλατύ κυματισμό της τόλμης
τα βόλια της κακίας τούς βρίσκουν
και τυφλώνεται από ματωμένα φτερά έντρομος ο άνεμος
και ζαλίζεται γύρω το στερέωμα, 
έτσι, στην πιο γενναία τους ορμή,
χάνονται οι άξιοι.
Αυτός είν' ο αιώνας ο τρελός, των εξευτελισμών ο αιώνας.
Στα παιδάκια μοιράσαν σημαιούλες,
τα σχολεία δοθήκανε στους λόχους,
τα πάρκα στις μασέλες του ιππικού.
Οι κοπέλες του δειλινού γυρνάνε και ξαναγυρνάν πίσω το πρόσωπο.
Ποιος είν' αυτός που ακολουθεί;
Ποια βήματα είν' αυτά, που θα προλάβουνε το καρδιοχτύπι τους,
ποια δάχτυλα θα κυνηγήσουν τους σφυγμούς τους στις γαλάζιες φυλλωσιές,
ποια χείλη θ' ανταμώσουνε τα χείλη τους στις ζαλισμένες τις ροδιές;
Οι κοπέλες του δειλινού γυρνάνε και ξαναγυρνάν' πίσω το πρόσωπο.
Ποιος είν' αυτός που ακολουθεί; - Κανείς δεν είναι.
Φυλλορροούν τα βήματα της ευτυχίας στη σκόνη,
η έρημος κι η νύχτα γδέρνουνε τα μάτια τους.

Ω, διαμελισμένες πολιτείες, ώς πότε
θα τρέμετε μέσα στους λερωμένους επίδεσμους των δρόμων σας,
ώς πότε θα περνούν φορεία μούσκεμα απ' τον πόνο,
ώς πότε τ' άγρια πένθη κι οι κηδείες,
ώς πότε θα βουλιάζουνε τα πρόσωπά μας
στη σκοτεινή γυαλάδα των φερέτρων,
ώς πότε οι νεκρικές πομπές και τα βαριά, τρομαχτικά στεφάνια,
απ' όπου πέφτει πότε πότε ένα γαρίφαλο,
που το πατάνε - που είναι 
σπασμένο πρόσωπο παιδιού πάνω στην άσφαλτο;
Αυτός είν' ο αιώνας των κατατρεγμών, ο αιώνας της δοκιμασίας.
Αιχαμαλωσίες, ξεριζωμοί, μετακινήσεις πληθυσμών...
Μα εσείς, λουλούδια των καταστροφών,
πληγές που λαμπαδιάζετε μες στο απέραντο ρίγος,
πρόσωπα ανασκαμμένα απ' της φοβέρας την κραυγή,
σεις πέστε, πόσο δύσκολα μεταμορφώνονται τα βάσανα σε ελπίδες
και πόσο δύσκολα χαράζει το χαμόγελο στο πρόσωπο της γης,
σεις, ματωμένες δαχτυλιές της λαβωμένης νιότης
στους κλονισμένους τοίχους των πολιτειών,
εσείς μιλήστε στις γενιές, σεις πέστε,
πώς άντεξε η αγάπη μας σε τέτοια θύελλα μίσους.


28/6/13

Στο άνθος της ζωής...















Βύρων Λεοντάρης


Κάτοχος, φυσικά, και ξένης γλώσσης,

είκοσι χρονών, με λεπτή κορμοστασιά,
μήνες και μήνες τρέχει για δουλειά.
"Δυστυχώς δεν εδόθησαν πιστώσεις..."

Πρόσωπα αγαπημένα, πρόσωπα χλωμά 
περηφάνειας γραμμές, μ' όλη την άλλη
δυστυχία σας στραμμένη από την άλλη
μην κλαίτε. Αύριο ξανά, αύριο ξανά...

Σκάλες, ουρές, ουρές λογής λογής
χαρτιά κι αιτήσει πάνω στις αιτήσεις.
Και να 'χεις τόσα, τόσα ν' αγαπήσεις, 
είκοσι χρόνων "στο άνθος της ζωής"... 

25/6/13

Ο άνθρωπος όσο φτηναίνει, τόσο και μεγαλώνουν τα παζάρια...


















Βύρων Λεοντάρης

Πριν από το "Τετέλεσται"

Τι φοβερό, όσοι πρώτα μ' άξια στέρνα
του κόσμου την τιμή και την τιμή τους
εδιαφεντεύαν, τώρα σε "μοντέρνα
διασκευή" να παίζουν την ψυχή τους

στης δυσωδίας τούς πάγκους και για πλήχτρα
να τρεμοψηλαφούν τρύπιες δεκάρες...
Πήχτρα τριγύρω η δυστυχία και πήχτρα
τα βογγητά, το πένθος κι οι κατάρες.

Λαχνοί στις μαύρες χούφτες του θανάτου
σειούμαστε κι όλη τρέμει η ανθρωπότης.
- Κι οι νεκροί ακόμα γίναν άνω κάτου·
ποιος είν' ο ήρωας τώρα; ποιος προδότης;

Ο άνθρωπος φτήνυνε κι όσο φτηναίνει,
τόσο και μεγαλώνουν τα παζάρια.
Ούτε οι ουρανοί δεν είναι πια ανοιγμένοι·
καταστροφής τούς κλείνουν μανιτάρια.

Πολιτισμοί και κόσμοι ολόγυρά μας
σαν κόκαλα νεκρών έχουν σκορπίσει
- κι ο Παρθενώνας μες στα βάσανά μας
σα θώρακας σκελέθρου έχει ξασπρίσει.

Τρίζει -πώς τρίζει!- ετούτος μας ο αιώνας,
σταυρός που έχουν επάνω του σταυρώσει
ένα παιδί γιγάντιο - και κυκλώνας
έχει το μέτωπό του στεφανώσει.

Με λόγχες και σπαθιά, τι καρτερείτε,
με σφουγγάρια στο ξίδι βουτημένα,
λεγεωνάριοι; Μάταια καρτερείτε·
δε θ' ακουστεί "Τετέλεσται" κανένα.

- Σήκω, της δικαιοσύνης άγριο αγέρι,
τα δεσμά, που μας σφίγγουν, τώρα σπάσ' τα!
Όχι ως το κόκαλο να φτάσει το μαχαίρι.
Πριν από το "Τετέλεσται" - ανάστα!

22/6/13

Είμαι φτωχός...

















Βύρων Λεοντάρης

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να 'ρθω στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν: που είναι ο λωτός;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα 'χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα 'μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ' όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ' όνομά σου

Δεν θα 'χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ' τ' όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα 'μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι' αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα 'χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να 'βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

16/6/13

Αλίμονό σου...















Βύρων Λεοντάρης

Λεηλασία

Αλίμονό σου, όταν αρχίσεις να ξεκόβεις απ' τον πόνο του αδερφού σου,
κι απογυρνάς το βλέμμα από πληγές, που σε φωνάζουν
κι εξοικειώνεσαι με τη ζωή που ζουν τα τέρατα,
κι αρχίζει το ασυμβίβαστο να συμβιβάζεται
και το απαράδεχτο να μοιάζει βολικό
κι αρχίζει η αλήθεια μέσα σου να σώνεται και να 'ρχεται το ψέμα
σιγά σιγά,
όπως η μέρα γίνεται σκοτάδι,
όπως το καλοκαίρι γίνεται χειμώνας.
Αλίμονό σου, όταν το δύσκολο σού γίνει βαρετό
κι αβέρτα ρίχνεις δίκιο στους αδίκους κι αρχινάς ν' ανακαλύπτεις
σοφίες κι ομορφιές μες στα ξεράσματα της πλήξης,
ιδανικά μες στο βυθό της αηδίας
και λες, και λες, και λες...
Όταν πια δε σου φαίνονται και τόσο δύσκολα πράγματα
η ζωή, ο έρωτας, ο ύπνος,
όταν τριγύρω μαχαιρώνουνε τη Νύχτα
κι οι λόφοι στηθοδέρνονται,
όταν παχύνουνε τα χείλια σου τόσο πολύ, που να μπορούν να πουν: "Κατέστην ευτυχής", αλίμονό σου.

Γιατί όλοι αυτοί, που σε τριγύριζαν,
γιατί όλοι αυτοί που πριν σε χάιδευαν,
άλλα γυρεύουν τώρα, άλλα απαιτούν
-τώρα σε θέλουν τέλεια δικό τους.
 Γιατί αυτοί, που απ' την αρχή καλά τους ήξερες,
τώρα περνούν τα σύνορα,
γιατί η λεηλασία σου άρχισε - και τώρα τι θα κάνεις, τι θα κάνεις,
τώρα, που πια δε μένει παρά ένα βήμα ακόμα μοναχά, για να συρθείς και να συνάψεις
τη "συμμαχία" που σου ζητούν,
την τρομερή κι επαίσχυντη και μάταιη συμμαχία με το θάνατο;