Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξιος Μάινας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξιος Μάινας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10/2/13

Στα φιορδ της κουρτίνας...















 
Ἀλέξιος Μάινας

P­a­r­a­d­i­se L­o­st


T-[Tay]-SomataΟ 1994 ΗΜΟΥΝ δε­κα­ο­χτὼ ἐ­τῶν, ἕ­νας νε­ο­θρὶξ μι­κρο­α­στὸς Ἀ­δὰμ στὸ ἄν­θος ὅ­λης μου τῆς ἀ­σά­φειας, καὶ ἤ­μουν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α μου ποὺ χό­ρε­ψε b­l­u­es. Ἦ­ταν στὸ σπί­τι ἑ­νὸς φί­λου, τοῦ Τά­κη, σὲ μιὰ πο­λυ­κα­τοι­κί­α – ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι τοῦ πέμ­πτου ὀ­ρό­φου φαι­νό­ταν στὸ βά­θος ὁ Ὑ­μητ­τός, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ἦ­ταν ἡ πό­λη ὡς ἀ­ό­ρα­το μυ­θο­λο­γι­κὸ μουρ­μού­ρι­σμα.
       Τὰ ἀ­γό­ρια φο­ρού­σα­με ὅ­λα χον­τροὺς κο­κά­λι­νους σκε­λε­τοὺς ποὺ ξα­νά­γι­ναν τῆς μό­δας με­τὰ ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, καὶ εἴ­χα­με κά­νει πη­γα­δά­κι πά­νω στὸν φαρ­δὺ ὑ­πο­κί­τρι­νο κα­να­πὲ μὲ τὴ γλι­στε­ρὴ δερ­μά­τι­νη ἐ­πι­φά­νεια καὶ τὶς ἐ­τα­ζέ­ρες γιὰ τὰ κο­κτέ­ιλ, ψι­θυ­ρί­ζον­τας καὶ δι­α­πραγ­μα­τευ­ό­με­νοι μὲ ποι­ὰ γει­τό­νισ­σα τοῦ Τά­κη θὰ χο­ρέ­ψου­με. Οἱ ὄ­μορ­φες κα­θόν­του­σαν ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς ζω­ῆς, σὲ μιὰ γού­βα φω­τὸς τοῦ τρι­πλοῦ πορ­τα­τὶφ καί, ἂν καὶ χα­χά­νι­ζαν ἐμ­φα­νῶς ζων­τα­νὲς καὶ θερ­μό­αι­μες, ἦ­ταν γιὰ μᾶς συμ­πα­γεῖς κι ἀ­προ­σπέ­λα­στες σὰν κέ­ρι­να ὁ­μοι­ώ­μα­τα. Τὸ μό­νο ποὺ μᾶς συ­νέ­δε­ε ἦ­ταν τὸ παρ­κέ.
      Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς ἐμ­φα­νεῖς δυ­σκο­λί­ες τοῦ νὰ μὴν εἶ­σαι πιὰ παι­δὶ βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι νὰ κα­πνί­σω. Ἤ­μουν μό­νος κι ἔ­κα­νε κρύ­ο. Τὸ τσι­γά­ρο δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ συ­ζη­τή­σεις καὶ γνω­ρι­μί­ες ὅ­πως ἡ βόλ­τα μὲ τὸ σκύ­λο, ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος στοι­χή­μα­τος ἢ ἀ­πό­δει­ξης, μιὰ πρά­ξη πί­στης σὲ κά­τι ποὺ δὲν πι­στεύ­α­με ὅ­πως ἀρ­γό­τε­ρα ὁ στρα­τός. Πί­σω ἀ­π’ τὸν πλα­ϊ­νὸ τοῖ­χο τῆς βε­ράν­τας μπρο­στὰ στὴν κου­ζί­να, ἂν ἔ­σκυ­βες πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἁ­πλώ­στρα, φαι­νό­ταν ἕ­να τρί­γω­νο Ἀ­θή­νας σὰν νε­κρο­τα­φεῖ­ο μὲ πο­λύ­χρω­μα φω­τά­κια καὶ τὴ φι­μω­μέ­νη μεμ­ψι­μοι­ρί­α τῶν νε­κρῶν. Ἔ­νι­ω­θα συν­δε­δε­μέ­νος μὲ τὸν ἀ­χὸ τῆς πό­λης ὅ­πως μὲ ὀμ­φά­λιο λῶ­ρο. Ἡ Κυ­ψέ­λη τῶν πρώ­των ἐ­τῶν δὲ φαι­νό­ταν μέ­σα στοὺς ἀ­στε­ρι­σμοὺς ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο, οὔ­τε ἡ ἄλ­λη κυ­ψέ­λη στὴ σκιὰ τοῦ Λυ­κα­βητ­τοῦ, ὅ­που με­γά­λω­σα μέ­σα στὰ κορ­να­ρί­σμα­τα. Ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ ὅ­ταν ἔ­σβη­να τὸ φῶς μπο­ροῦ­σα νὰ φαν­τα­στῶ τὶς ἀ­νά­σες τῶν μυ­ριά­δων κοι­μώ­με­νων νὰ ἀ­νε­βαί­νουν ψη­λὰ στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα σὰ λω­ρί­δες ρι­ζό­χαρ­το. Δὲ γνώ­ρι­ζα σχε­δὸν κα­νέ­ναν. Τὴ νύ­χτα ἔ­βλε­πα συ­χνὰ φα­νά­ρια, οἱ δι­α­σταυ­ρώ­σεις τοῦ ὕ­πνου μου ἦ­ταν γε­μά­τες γυ­μνοὺς μὲ σα­κά­κια.
      Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἦρ­θε ἀ­πὸ πί­σω μου ἡ Τά­νι (μὲ γι­ώ­τα), μιὰ νορ­βη­γί­δα πρα­σι­νο­μά­τα Μπρυν­χίλ­ντε ποὺ ὁ Τά­κης γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη, κα­λο­και­ρι­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α στὸ Φά­λη­ρο. Ἤ­θε­λε νὰ χο­ρέ­ψου­με, μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἀ­νέλ­πι­στη πρό­τα­ση εὐ­θύ­βο­λα καὶ νορ­βη­γι­κά, ἀλ­λὰ τῆς εἶ­πα ὄ­χι, για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀγ­κα­λι­α­στοῦ­με πά­νω ἀ­π’ τὴν ἤ­δη ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­να­το­μί­α μου. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ μὲ πλη­σί­α­σε, ἄ­φο­βα σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χαν σει­σμοὶ στὸν πέμ­πτο, σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χε ἡ Κραυ­γὴ τοῦ M­u­n­ch, μοῦ πῆ­ρε μὲ μιὰ ἁ­πλὴ κί­νη­ση τὸ τσι­γά­ρο ἀ­π’ τὸ στό­μα, ἔ­κα­νε μιὰ τζού­ρα, τὸ πέ­τα­ξε στὸ σκο­τά­δι χω­ρὶς νὰ ρω­τή­σει, τύ­λι­ξε τοὺς βρα­χί­ο­νες σὲ πρά­σι­νο φό­ρε­μα ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μαλ­λί μου σὰν πύ­θω­νες γύ­ρω ἀ­π’ τὸ σβέρ­κο μου, καὶ σφρά­γι­σε μιὰ γιὰ πάν­τα μ’ ἕ­να ἁ­πλὸ γη­τευ­τι­κὸ λί­κνι­σμα τῶν γο­φῶν, μ’ ἕ­να τρί­λε­πτο b­l­u­es πά­νω στὴ στύ­ση μου, κά­τω ἀ­πὸ τὸν μπλὲ ἀ­πό­η­χο τοῦ “W­i­t­h­o­ut y­ou” πί­σω ἀ­π’ τὰ τζά­μια τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ τὴ μα­κρι­νὴ γαρ­γά­ρα τῆς πό­λης, τί θὰ πεῖ ὑ­πε­ρο­χή. Καὶ ὑ­πέ­ρο­χη θη­λυ­κό­τη­τα.
      Τὰ τρί­α λε­πτὰ πέ­ρα­σαν. Ἡ M­a­r­i­ah σώ­πα­σε πί­σω ἀ­π’ τὸ τζά­μι. Ἡ Τά­νι τρά­βη­ξε τὴ συ­ρό­με­νη καὶ χά­θη­κε στὰ φιὸρδ τῆς κουρ­τί­νας. Ἡ πό­λη ἔ­μει­νε ἔ­ξω.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Ιστορίες Μπονζάι

8/4/12

Σαν θάνατος που δεν έχει ούτε παρελθόν...





















Αλέξιος Μάινας

Οι συνήθειες
Σαν να λείπουν σελίδες.


Συνήθισα να σε σκέφτομαι τυχαία.
Τις προάλλες δε σε είδα στα εγκαίνια,
ούτε στο Άστυ την Κυριακή.
Αλλά χθες μετά από βδομάδες φάνηκες στην ουρά τού θεάτρου
με τα πόδια σταυρωτά στο μπλε μίνι
σαν θάνατος που δεν έχει ούτε παρελθόν.
Και παλιά βρισκόμασταν τυχαία στις ίδιες σκηνές,
έβλεπα ξάφνου έκθετους τους βραχίονες ή τα γόνατα
στις εκθέσεις των Ισπανών
ή σε κάποιο αμεταχείριστο μπαράκι ή καφέ.
Πίναμε τα ίδια, με πολύ γάλα, σκέτο ή με φλοίδες λεμόνι παρακαλώ,
αφήστε το καλαμάκι, αν υπάρχουν ξηροί...
Διαβάζαμε τα ίδια βιβλία.
Ένα διάστημα έμπαινες πρώτη για ντους.