27/2/12
24/2/12
Πτωχαλαζών...
Αντώνης Ζέρβας
Πτωχαλαζών
"Εμένα που δεν με νοιάζει πού κι αν θα με θάψουν
που έμαθα τι πάει να πει ζωή
χωρίς οικόσημο, περιουσία κι αξιώματα,
εμένα, στα παλιά παπούτσια μου
κι αν με προγράψατε απ' τις δέλτους
της συλλογικής σας μνήμης.
Τη ζωή μου την έκανα και με το παραπάνω,
αλλά ποτέ δεν πρόβαλα το αρεστόν
για να φαντάζω αρεστός.
Τη ζωή μου την έκανα μ' ενθουσιασμό
κι απόνοια, σαν τις γυναίκες
π' αγαπάνε τις γυναίκες, δοτές κι ανένδοτες -
με τον ωραίο πυρετό του τίποτα."
16/2/12
Θα πρέπει να είμαστε υπερήφανοι, βεβαίως...
Τάκης Σινόπουλος
Ο καιόμενος
Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ' το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χεριοκροτούνε.
Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο.
14/2/12
11/2/12
Υπηρέτης αφεντάδων...
Υπηρέτης πόσων και ποιων αφεντάδων;
«Υπηρέτης δύο αφεντάδων»
Κάρλο Γκολντόνι
ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης
Καλοκαίρι 2011
«Τα δύο βιβλία
στα οποία βασίστηκα περισσότερο και που ποτέ δεν θ’ απαρνηθώ είναι ο Κόσμος και
το Θέατρο.» Η ρήση αυτή, δια στόματος Γκολντόνι στα 1700, δικαιώνεται περίτρανα
στην κωμωδία του, όπου οι δύο κόσμοι, της πραγματικότητας και της σκηνής,
συντήκονται σ’ ένα ενιαίο σύμπαν. Σύμπαν, στο οποίο οι ηθοποιοί γίνονται ο
συνάνθρωπος του 21ου αιώνα και σατιρίζουν πάθη αιώνια και
πανανθρώπινα.
Το
έργο συνιστά ουσιαστικά πάντρεμα δύο παράλληλων ιστοριών, οι οποίες πλέκονται
ομαλά μεταξύ τους, καταδεικνύοντας τη μαεστρία του δημιουργού. Ωστόσο, ο θεατής
παρακολουθεί τα τεκταινόμενα από τη σκοπιά του πρωταγωνιστή, στου οποίου την
ιστορία δίνεται το προβάδισμα. Αφενός λοιπόν μετέχει στο δράμα ενός ερωτευμένου
ζευγαριού που αναγκάζεται, λόγω συνθηκών, να χωρίσει προσωρινά, με αποτέλεσμα να
ξεκινήσει αργότερα ένα κυνηγητό –κρυφτό, καλύτερα– καθώς ο ένας αναζητά τον
άλλον. Αφετέρου, γίνεται μάρτυρας της πονηρίας ενός υπηρέτη που επιδιώκει το
μέγιστο όφελος, εκμεταλλευόμενος κάθε ευκαιρία. Έτσι, ο υπηρέτης παραβαίνει τον
κανόνα και προσφέρει τις υπηρεσίες του σε δύο αφεντάδες ταυτόχρονα, τους δύο
ερωτευμένους. Το πράττει δε με τόση χάρη και σκέρτσο, που μόνο αγαπητός γίνεται
στο θεατή (ίσως και να του θυμίζει κάτι), καθιστώντας τον συνένοχο στην απάτη
του: μια απάτη γλυκειά και φίνα, μέσα στον πανικό ευτράπελων καταστάσεων,
συμπτώσεων και παραβλέψεων.
Τόσο
το έργο του 1745, όσο και η παράσταση του 2011 συνιστούν χαρακτηριστικό δείγμα της Commedia dell’ arte.
Ο Γκολντόνι έγραψε το έργο στην Πίζα για τον πασίγνωστο τότε αρλεκίνο και
χαρισματικό ηθοποιό, Antonio Sacchi, κατά
τον τρόπο που γράφονταν τα κείμενα του συγκεκριμένου δραματικού είδους, δηλαδή με
ένα γενικό πλαίσιο όσον αφορά την υπόθεση, επιτρέποντας και μάλιστα
επιβάλλοντας τον αυτοσχεδιασμό, τους ad hoc διαλόγους και τους εκάστοτε επίκαιρους αστεϊσμούς, στοιχεία που
αποδείκνυαν τον ικανό ηθοποιό. Επίσης, στη συγκεκριμένη κωμωδία εμφανίζονται
όλες σχεδόν οι αρχετυπικές μορφές και οι χαρακτήρες του είδους: ο πονηρός
(μάλλον κουτοπόνηρος) υπηρέτης, ο λυπημένος αρλεκίνος, οι ερωτοχτυπημένοι νέοι,
ο ξεπεσμένος Ντοτόρε, και φυσικά ο φιλάργυρος Πανταλόνε. Αλλά και η παράσταση
του έργου από το ΔΗΠΕΘΕΚ εντάσσει πλείστα στοιχεία της Commedia dell’ arte, όπως τους μίμους, τις μάσκες, την
έμφαση στην κίνηση των ηθοποιών και βέβαια τους χαρακτήρες.
Όσον
αφορά δε το ρόλο του υπηρέτη, πρόκειται για ρόλο που ξεφεύγει απ’ τα στενά όρια
της υπόθεσης, για να γίνει πολυεπίπεδος και καθολικός. Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο
Τρουφαλντίνο υπηρετεί δύο αφεντάδες-κυρίους, τη Βεατρίκη Ρασπόνι και τον
Ρομπέρτο Αρετούζι. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, όπως ο ίδιος εκμυστηρεύεται στο
θεατή, υπηρετεί δυο άλλους αφεντάδες, την αφεντιά του και την αγαπημένη του
Σμεραλντίνα, εκτελώντας σε αυτήν την περίπτωση το καθήκον του ως καλός σύζυγος.
Σίγουρα ο Τρουφαλντίνο θα καλούνταν να υπηρετήσει κι άλλα πρόσωπα, ως υπηρέτης
πλέον τέκνων, γειτόνων κοκ. Αυτό παραπέμπει στον πολυσύνθετο ρόλο καθενός που
καλείται να «υπηρετήσει» όχι μόνο διάφορα πρόσωπα γύρω του, αλλά, συχνά, πολλά
και διαφορετικά πρόσωπα, κάποιες φορές μάλιστα αντικρουόμενα, εντός του ίδιου
του του εαυτού. Καθένας μας υπηρετεί τον πολύπλευρο εαυτό του, έναν
Τρουφαλντίνο κι έναν –όχι και τόσο φανταστικό– Πασκουάλε, και ταυτόχρονα
πολλούς άλλους. Ευχής δε έργον θα ήταν να έχει κανείς το δικαίωμα και την
ευκαιρία να επιλέγει πάντα τους «αφεντάδες» πάνω απ’ το κεφάλι του. Δυστυχώς,
σε πολλές περιπτώσεις, σε πολλά γεωγραφικά πλάτη και χρονολογικά μήκη ανά τους
αιώνες, κάτι τέτοιο ήταν και παραμένει αδύνατον.
Συγκινητική
είναι η συνάντηση επί σκηνής του υπηρέτη Τρουφαλντίνο με το alter ego του, τον Αρλεκίνο,
στις δύο κρίσιμες στιγμές του ψυχολογικού βάθους και ύψους του πρώτου. Την
πρώτη φορά ο Αρλεκίνος, σύμβολο του κατατρεγμένου κατεργάρη, έρχεται εις αρωγήν
του απογοητευμένου, από τις γκάφες, υπηρέτη, κατορθώνοντας, με τη βουβή του
παρακίνηση, να τον εμψυχώσει. Τη δεύτερη φορά, προς το τέλος της παράστασης, ο
Αρλεκίνος εμφανίζεται σαν για επιβράβευση του υπηρέτη που τελικά πάλι τα
κατάφερε. Υπηρέτης κι Αρλεκίνος γίνονται τότε ένα, μέσα στη γλυκόπικρη γεύση
του φινάλε.
Μπορεί ο
Τρουφαλντίνο ν’ αναζητούσε το μέγιστο δυνατό όφελος απ’ τις περιστάσεις, αλλά
και οι συντελεστές της παράστασης φρόντισαν για το ύψιστο καλλιτεχνικό κι
αισθητικό αποτέλεσμα. Το ΔΗΠΕΘΕΚ φάνηκε να ξεπερνά τον εαυτό του, με την καταλυτική
συμβολή του σκηνοθέτη και του πρωταγωνιστή. Ο Κακλέας φρόντισε για μια ισορροπημένη
και πλούσια σκηνοθεσία, ενώ ο Χαραλαμπόπουλος, ταλαντούχος κωμικός ηθοποιός,
άφησε την υποκριτική δεινότητά του να λάμψει, με την, παραπάνω από σωστή, κίνησή
του –από slow motion μέχρι
ρυθμούς Βέγγου–, την άκρως απολαυστική έκφραση και τον σωστό τονισμό του. Απίθανος
κι ο Μυλωνάς, σε χρέη Πανταλόνε. Επιτυχία της παράστασης ήταν η διανομή
ακριβείας που έδωσε μια δεμένη ομάδα επί σκηνής. Η μετάφραση στάθηκε στα υψηλά
επίπεδα στα οποία έχει συνηθίσει το κοινό ο Μπελλιές, και η Μαργαρίτη
εντυπωσίασε με κοστούμια υψηλής αισθητικής, κυρίως στα έξοχα κι αρμονικά ενταγμένα
μουσικοχορευτικά ιντερμέδια. Εξαιρέσεις –που επιβεβαιώνουν ωστόσο τον υπέρκομψο
κανόνα– συνιστούν η κάπως άστοχη επιλογή του γενικού σκηνικού που παραπέμπει σε
σκουριασμένο κατάστρωμα πλοίου, οι περιττές βιντεοπροβολές που δεν προσθέτουν
αισθητικά, αντιθέτως, αποσπούν την προσοχή (κυρίως στην επιτυχημένη εναρκτήρια
σκηνή και τα χορευτικά), η αρκετά άκομψη σκηνή της επανένωσης των ερωτευμένων και
τέλος, η θαμπή ερμηνεία της Φαίης Ξυλά σε βασικό ρόλο της παράστασης. Όσο για
την πολιτική, καλύτερα να υποχωρεί έναντι του σανιδιού και του έργου.
Ο Γκολντόνι
είχε γράψει στην εισαγωγή του έργου το εξής: «Όμως παρακαλώ όλους εκείνους που
θα ενσαρκώσουν το ρόλο του Τρουφαλντίνο, όσες φορές επιθυμούν να προσθέτουν
κάτι δικό τους, να απέχουν από χυδαίες λέξεις και βρώμικα αστεία…» Η παράσταση
του 2011 όχι απλώς σεβάστηκε την παράκληση αυτή του συγγραφέα, αλλά εμπλούτισε
το έργο με χιούμορ αληθινό και πηγαίο. Τι μπορεί να πει κανείς; Θα επαναλάβω την
επιφώνηση του Τρουφαλντίνο: «Spettacoloso!»
Έλενα Σταγκουράκη,
Αθήνα, 2 Ιουλίου 2011
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέα Ευθύνη", τεύχος 7.
10/2/12
8/2/12
Είλωτα αυτόκλητο κι αυτόβουλον...
Παλατινή ανθολογία
ΡΟΥΦΙΝΟΥ
Πού είναι ο Πραξιτέλης; Πού είναι του Πολύκλειτου το χέρι
που κάποτε τόση πνοή στην τέχνη είχε χαρίσει;
Ποιος τώρα της Μελίτης τα ευώδη μαλλιά, ποιος τον λαμπρό της
λαιμό, τα πύρινά της μάτια ποιος θα απεικονίσει;
Πού είναι οι γλύπτες, πού είναι οι λιθοξόοι; Στο κάλλος το δικός της,
σαν σε άγαλμα θεού, βάθρο μόνο ναός προσφέρει.
***
ΑΛΚΑΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΟΥ
Μισώ τον Έρωτα. Γιατί ο σκληρός δεν πάει να κυνηγήσει
αγρίμια, παρά την καρδιά μου επίμονα τοξεύει;
Ποιο το όφελος ο θεός τον άνθρωπο να καίει; Μήπως πιστεύει,
ότι, αν με εξοντώσει, έπαθλο μέγα θα κερδίσει;
***
ΟΝΕΣΤΟΥ
Ούτε πολύ μικρή για γάμο θέλω ούτε πολύ μεγάλη∙
την πρώτη την καταλυπάμαι, σέβομαι την άλλη∙
Ούτε αγουρίδα θέλω ούτε σταφίδα, αφού ποθεί η καρδιά μου
την ώριμη ομορφιά για συντροφιά στον έρωτά μου.
***
ΡΟΥΦΙΝΟΥ
Την εύκολη μισώ, μισώ και την πολύ συγκρατημένη∙
αργά το θέλη η μια, η άλλη λεπτό δεν περιμένει.
***
ΡΟΥΦΙΝΟΥ
Δούλο σου με παρέδωσε ο γλυκύδωρος, Βοώπι μου, Έρως,
στον πόθο σου σαν ταύρο με έζεψε εξημερωμένο,
είλωτα αυτόκλητο κι αυτόβουλον, τέλεια υποταγμένο,
που την πικρή ποτέ δεν θα ζητήσω ελευθερία,
ώσπου να μου σκεπάσουν χιόνια τα μαλλιά και νιώσω γέρος
- κι άμποτε τις ελπίδες μου μη σβήσει η βασκανία.
Μετάφραση: Νίκος Χουρμουζιάδης
4/2/12
2/2/12
Στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις...
Charles Baudelaire
Άλμπατρος
Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί,
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.
Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τα κουρασμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.
Πως κοίτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός
τ' ωραίο πουλί τί κωμικό κι αδέξιο που απομένει
ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πως πετούσε παρασταίνει.
Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μεσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.
31/1/12
Από σήμερα στις "Ιστορίες Μπονζάι" αφιέρωμα στον Τόμας Μπέρνχαρντ...
Ἕλενα Σταγκουράκη
Τόμας Μπέρνχαρντ
Μικρὴ εἰσαγωγὴ στὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του
ΔΕΚΑΕΝΝΙΑΧΡΟΝΟΣ
ΑΥΣΤΡΙΑΚΟΣ ποὺ μὲ τὸ ψευδώνυμο Τόμας Φάμπιαν ἐξέδιδε τὸ 1950
μιὰ σειρὰ ἀπὸ σύντομα διηγήματα, βρισκόταν στὴν ἀρχὴ μιᾶς
μακρᾶς συγγραφικῆς πορείας. Μὲ τὸ πραγματικό του ὄνομα,
Τόμας Μπέρνχαρντ, ἐπρόκειτο νὰ ἐξελιχθεῖ σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς
σημαντικότερους γερμανόφωνους συγγραφεῖς τοῦ δεύτερου
μισοῦ τοῦ 20οῦ αἰώνα. Σὲ μεγάλο βαθμὸ ὁ Μπέρνχαρντ ὑπῆρξε
αὐτοβιογραφικὸς συγγραφέας καὶ κάποια τραυματικὰ
γεγονότα τῆς ζωῆς του ἔπαιξαν καθοριστικὸ ρόλο στὴ
διαμόρφωση τόσο τοῦ χαρακτήρα του, ὅσο καὶ τῆς συγγραφικῆς
του ἰδιοσυγκρασίας.
Ὁ Μπέρνχαρντ γεννήθηκε στὴν
Ὀλλανδία τὸ 1931, νόθο τέκνο Αὐστριακῶν γονέων. Ποτὲ δὲν
γνώρισε τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος δὲν τὸν ἀναγνώρισε καὶ
πέθανε νωρὶς ἀπὸ διαρροὴ γκαζιοῦ (πολλοὶ κάνουν λόγο γιὰ
αὐτοκτονία). Μεγάλωσε μὲ τοὺς γονεῖς τῆς μητέρας του στὴ
Βιέννη, οἱ ὁποῖοι τὸν παρέλαβαν ἤδη λίγους μῆνες μετὰ τὴ
γέννησή του. Ἡ μητέρα του σύντομα παντρεύτηκε κι ἔκανε
καινούργια οἰκογένεια. Λόγῳ τῶν συγκρούσεών του μὲ αὐτήν, ὁ
Μπέρνχαρντ εἰσήχθη γιὰ ἕνα χρόνο σὲ ἵδρυμα γιὰ ἀπροσάρμοστα
παιδιά, ἐνῶ λίγο ἀργότερα ἐστάλη ἐσώκλειστος στὸ τότε
ἐθνικοσοσιαλιστικὸ καὶ μετέπειτα καθολικὸ Γυμνάσιο
Γιοχανέουμ, τὸ ὁποῖο ἐγκατέλειψε στὰ τρία χρόνια,
διακόπτoντας τὶς σπουδές του.
Σταθμὸς στὴ ζωὴ τοῦ συγγραφέα
ὑπῆρξε ἡ περίοδος 1949-1950. Τὸ 1949, στὴν κρίσιμη ἡλικία τῶν
18 χρόνων, ἀρρώστησε βαριὰ μὲ φυματίωση κι ἔφτασε στὰ
πρόθυρα τοῦ θανάτου. Γιὰ τὴν ἀνάρρωσή του ἀπαιτήθηκαν δύο
χρόνια σὲ διάφορα σανατόρια, ἐνῶ ἔκτοτε ἡ ὑγεία του
παρέμεινε εὔθραυστη. Τὴν ἴδια χρονιὰ ἀπεβίωσε ὁ παππούς του,
τὸ μόνο οὐσιαστικὸ στήριγμά του, ἐνῶ τὸν ἑπόμενο χρόνο
ἔχασε καὶ τὴ μητέρα του. Τότε ἦταν ὅμως ποὺ γνώρισε τὴν
Χέντβιχ Σταβιάνιτσεκ.
Τὰ δύο αὐτὰ πρόσωπα, ὁ
παπποὺς-συγγραφέας Γιοχάνες Φροϊμμπίχλερ καὶ ἡ
Σταβιάνιτσεκ ἔπαιξαν καθοριστικὸ ρόλο στὴν πορεία τοῦ
Μπέρνχαρντ. Ὁ πρῶτος ἔδωσε ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν παιδεία τοῦ
ἐγγονοῦ του, φρόντισε νὰ τοῦ ἐμφυσήσει τὴν ἀγάπη γιὰ τὴ
φιλοσοφία καὶ τὸ ὑψηλό, καθὼς καὶ νὰ τοῦ προσφέρει μὲ τὰ λίγα
μέσα ποὺ διέθετε μουσικὴ παιδεία. Ἡ Σταβιάνιτσεκ, τὴν
ὁποία ὁ Μπέρνχαρντ ἀποκαλοῦσε «σύντροφο ζωῆς» καὶ «θεία»,
ὄντας τριάντα πέντε χρόνια μεγαλύτερη ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἦρθε νὰ
παίξει τὸν ρόλο τῆς ἀνέκαθεν ἀπούσας μητέρας, νὰ πάρει τὴ
θέση της μετὰ τὸ θάνατό της, ἀλλὰ καὶ νὰ συμβάλλει καταλυτικὰ
στὴν εἴσοδο τοῦ Μπέρνχαρντ στὴν κοινωνία τῆς Βιέννης καὶ τὸν
συγγραφικὸ κόσμο.
Τὰ ἔργα τοῦ Μπέρνχαρντ,
μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικὰ ἔργα καὶ ποίηση
ἔγιναν γνωστὰ στὴν Αὐστρία γιὰ τὴν ἀφηγηματική τους
ποιότητα, ὡστόσο ἡ ραγδαία ἐξάπλωσή τους ὀφείλεται στὰ
συνεχῆ σκάνδαλα, τὶς συζητήσεις, τὶς ἔριδες ποὺ προξενοῦσε
ἅμα τὴ ἐμφανίσει κάθε ἔργο του. Ὁ Μπέρνχαρντ δὲν δίσταζε νὰ
στραφεῖ εὐθέως κατὰ τοῦ αὐστριακοῦ κράτους —τὸ ὁποῖο
χαρακτήριζε «καθολικὸ κι ἐθνικοσοσιαλιστικό»—, τῆς
βιεννέζικης κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ κάθε προσώπου καὶ θεσμοῦ,
αὐστριακοῦ καὶ μή. Γιὰ τὴν Αὐστρία εἶχε πεῖ ὅτι πρόκειται γιὰ
«μιὰ κόλαση, ὅπου το πνεῦμα ἐκμηδενίζεται ἀδιαλείπτως, ἐνῶ
τέχνη κι ἐπιστήμη ἀπαξιώνονται»1. Τὸ αὐστριακὸ κράτος γιὰ
ἐκεῖνον δὲν εἶναι παρὰ «σχηματισμὸς καταδικασμένος στὴν
ἀποτυχία» καὶ οἱ Αὐστριακοὶ «πλάσματα τῆς ἀγωνίας». Ὅσο γιὰ
πολιτικὰ πρόσωπα καὶ συγγραφεῖς, συχνὰ εἶδαν τοὺς ἑαυτούς
τους ν’ ἀποτυπώνονται σὲ ἔργα τοῦ Μπέρνχαρντ, μὲ ἀποτέλεσμα
τὶς δημόσιες διαμαρτυρίες, τὶς μηνύσεις, ἀλλὰ καὶ τὶς φωνὲς
γιὰ ἀπαγόρευση παραστάσεων, ἕως καὶ τὴν στέρηση τῆς
ἰθαγένειας. Πολὺ συχνὰ δὲ τὸν χαρακτήριζαν «προδότη τῆς
πατρίδας του» καὶ «μίασμα τῆς ἴδιας του τῆς φωλιᾶς». Αὐτὸς εἶναι
καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγινε περισσότερο ἀγαπητὸς στὸ
ἐξωτερικό. Ὄντας ἀμφιλεγόμενη προσωπικότητα, στὴν
πατρίδα του ἀπέκτησε ἀνυστερόβουλους φίλους, ἀλλὰ καὶ
ἄσπονδους ἐχθρούς. Ἡ τελευταία πράξη ἀντίστασης κι
«ἐκδίκησης» ἀπέναντι στὴν πατρίδα του ἦρθε μετὰ θάνατον, μὲ
τὴν ἀπαγόρευση ἀναδημοσίευσης καὶ μεταφορᾶς στὸ θέατρο
τῶν ἔργων του, ἀπαγόρευση ποὺ διαχειρίστηκε κι ἐν μέρει ἦρε ὁ
κληρονόμος ἑτεροθαλὴς ἀδερφός του.
Ὡστόσο, χρήζει διάκρισης τὸ
ἑξῆς: ὁ Μπέρνχαρντ δὲν ἀσκοῦσε ἁπλῶς κοινωνικὴ κριτική, δὲν
ἔθιγε μὲ τρόπο ἐπιφανειακὸ τὰ κακῶς κείμενα. Πολὺ
περισσότερο, διακατεχόταν ἀπὸ ἔντονο πνεῦμα ἀρνητισμοῦ
κι ἀπόρριψης, ἀπεχθανόταν τὸν κόσμο κι ὅ,τι βρισκόταν σὲ
αὐτόν, πράγμα ποὺ ἀποτυπωνόταν τόσο στὴν προσωπική του ζωή,
ὅσο καὶ στὸν συγγραφικό του βίο. Ὅσοι τὸν κατακρίνουν, μιλοῦν
γιὰ μισάνθρωπο συγγραφέα καὶ τοῦ ἐπιρρίπτουν ἕνα σωρὸ
ἐλαττώματα καὶ παραξενιές.
Πόσο εὔλογα, ὅμως, φαντάζουν
ὅλα τα παραπάνω ἂν ἀναλογιστεῖ κανεὶς τοὺς καταλυτικοὺς
παράγοντες τῆς ζωῆς του: πλήρης ἔλλειψη πατέρα, διαρκὴς
ἀπουσία μητέρας, ἀπόρριψη, ἀσθένεια, θάνατος, ἐπαφὴ μὲ
ναζιστικὲς ἰδέες. Ἔτσι, ἡ θεματολογία τοῦ Μπέρνχαρντ
περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὴν τραγικότητα τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς
ἀνθρώπινης φύσης, τὴ μοναξιὰ καὶ τὴν ἀπομόνωση, τὴν
αὐτοκαταστροφή, τὸν πόνο, τὴν ἀνελπισία τοῦ κόσμου καὶ τὸν
θάνατο.
Ἡ δὲ ἀσθένειά του, ἡ δυσκολία
του ν’ ἀναπνεύσει, ἀποτυπώνεται ὑφολογικὰ στὸ ἔργο του μὲ
μακρόσυρτες προτάσεις ἄπνοιας, ποὺ ἔκαναν τὴν Ἐλφρίντε
Γιέλινεκ νὰ τὸν χαρακτηρίσει «ποιητὴ τῆς ὁμιλίας» κι ὄχι
τῆς γραφῆς. Ὡστόσο, τὴν ἀναπνοὴ χρησιμοποιοῦσε ὁ ἴδιος γιὰ
νὰ δείξει καὶ τὴ σπουδαιότητα τῆς γραφῆς γιὰ ἐκεῖνον:
«ἀναπνοὴ καὶ γραφὴ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό».
Ἡ σημασία τῆς ἀναπνοῆς δὲν
εἶναι τὸ μόνο στοιχεῖο, καθοριστικό του ὕφους τοῦ Μπέρνχαρντ.
Ἀντιθέτως, τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν ἀπόλυτο τρόπο τῆς
ἔκφρασής του, ἕναν τρόπο ποὺ ἀποκλείει ἐκ τῶν προτέρων τὴ
διατύπωση ἀντιρρήσεων καὶ διαφορετικῶν ἀπόψεων. Οἱ
κατηγορηματικὲς ἐκφράσεις καὶ ἡ συχνότατη ἐπανάληψη
λέξεων ὅπως «φυσικά», «τὰ πάντα», «τίποτα», «συνεχῶς»,
«ἀπόλυτα» δὲν ἐπιτρέπουν τὴ διαφωνία. Πρόκειται γιὰ τὴ μία
καὶ ἀπόλυτη ἀλήθεια.
Χαρακτηριστικοὶ τοῦ ὕφους
τοῦ Μπέρνχαρντ εἶναι ἐπίσης οἱ πολὺ συχνοὶ μονόλογοι ἑνὸς
ἀφηγητῆ σὲ πρῶτο πρόσωπο, συχνὰ δὲ ἀπέναντι σὲ ἕναν βουβὸ
ἀκροατὴ ἢ μαθητευόμενο, πάνω σε κάποιο ἀποτρόπαιο θέμα
τῆς καθημερινότητας ἢ φιλοσοφικὸ στοχασμὸ ποὺ θέτει ὁ
ἴδιος ὁ συγγραφέας μέσῳ τοῦ ἀφηγητῆ του. Οἱ ἀφηγητὲς αὐτοί,
συνήθως ἐπιστήμονες, «ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος» ὅπως
εἰρωνικὰ τοὺς ὀνομάζει ὁ συγγραφέας, ἐκτοξεύουν μύδρους
κατὰ τῶν ἀνόητων μαζῶν καὶ τὰ βάζουν μὲ κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο.
Ὡστόσο, τόσο ἡ πρωτοπρόσωπη ἀφήγηση, ὅσο καὶ ἡ δυσαρέσκεια
μὲ τὰ πάντα δὲν πρέπει ν’ ἀποπροσανατολίζουν. Ὁ συγγραφέας
δὲν ταυτίζεται μὲ τὸν ἑκάστοτε ἀφηγητή, ἀντιθέτως
φροντίζει νὰ παίρνει ἀπόσταση ἀπ’ αὐτόν, δηλώνοντάς το συχνὰ
ρητῶς. Πρόκειται γιὰ πρόζα ρόλων κι ὄχι γιὰ ἄμεσα
αὐτοβιογραφικὰ κείμενα.
Ἄλλο σημεῖο ὅπου ἡ
βιογραφία συγκλίνει μὲ τὴ συγγραφικὴ παραγωγὴ εἶναι τὸ
στοιχεῖο τῆς ὑπερβολῆς, τῆς κλιμάκωσης. Τόσο σὲ ἐπίπεδο
ἰδεῶν καὶ θεμάτων, ὅσο καὶ σ’ αὐτὸ τῆς ἔκφρασης, ὁ Μπέρνχαρντ
ἐπιτυγχάνει, μέσῳ τῆς ἐλαφρῶς τροποποιούμενης κάθε φορὰ
ἐπανάληψης, τῆς παραλλαγῆς, τὴν κλιμάκωση. Αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ
τρόπος θυμίζει τὶς μεθόδους σύνθεσης στὴ μουσικὴ κι ἂς
θυμηθεῖ ἐδῶ ὁ ἀναγνώστης τὴ μουσικὴ παιδεία τοῦ συγγραφέα. Ὁ
ἴδιος μάλιστα παραδεχόταν ὅτι ἡ μουσικότητα ἦταν
μεγίστης σημασίας στὰ κείμενά του, καθὼς καὶ ἕνα στοιχεῖο ποὺ
γενικὰ «διακρίνει ἕναν Αὐστριακὸ ἀπὸ ἕναν Γερμανό, καθὼς
γιὰ τὸν Γερμανὸ ἡ μουσικότητα εἶναι ἀνύπαρκτη».
Κι ἂν ὁ Μπέρνχαρντ καθίσταται
δύστροπος κι ἀπωθητικὸς συγγραφέας μὲ τὴν εἰρωνεία, τὸ
σαρκασμὸ καὶ τὴν ἐπιθετικότητά του, ὑπάρχουν καὶ γνωρίσματα
ποὺ δροῦν ἀντισταθμιστικά. Αὐτὰ εἶναι ἡ γλωσσική του
ἐκλέπτυνση, ἡ αἴσθηση τοῦ χιοῦμορ ποὺ ἔχει κι ἀποτυπώνει στὰ
γραπτά του, ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ κείμενά του, σὲ
ἀντίθεση μὲ ἐκεῖνα ἄλλων ἐξεχόντων συγγραφέων τῆς ἐποχῆς
του, γίνονται εὐκόλως κατανοητὰ κι ἀπὸ τὸν μὴ ἐπαΐοντα,
ἀκόμη κι ἀπὸ ἕναν ἀγρότη, «μὲ τὸν ὁποῖο καὶ μόνο», σύμφωνα μὲ
τὸ συγγραφέα, «ἔχει νόημα νὰ συζητᾶ κανείς».
Γιὰ τὸ παρὸν ἀφιέρωμα στὸν
Τόμας Μπέρνχαρντ ἐπιλέχθηκε τὸ ἀπάνθισμα τῶν συντομότατων
διηγημάτων του ποὺ ἐμφανίστηκαν στοὺς τόμους Μιμητὴς φωνῶν (1987)2 καὶ Συμβάντα
(1994). Πρόκειται γιὰ κείμενα μὲ ἰδιαίτερα αἰσθητὸ τὸν
σπινθήρα τῆς εἰρωνείας, τοῦ σαρκασμοῦ καὶ τοῦ
καλοσχηματισμένου χιοῦμορ, δηλαδὴ τοῦ προσωπικοῦ ὕφους τοῦ
Μπέρνχαρντ, ἕναν σπινθήρα ποὺ ἡ λάμψη του διαρκεῖ πολὺ
περισσότερο ἀπὸ ἕνα μικρὸ κλάσμα χρόνου.
Ἀθήνα, 4 Σεπτεμβρίου 2011
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ἀπαντᾶται στὸ διήγημα «Ἐπαναπατρισμὸς» ποὺ ἔχει συμπεριληφθεῖ στὸ ἀφιέρωμα.
2. Να υπενθυμίσουμε ότι ο συγκεκριμένος τόμος διηγημάτων έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Αλέξανδρο Ίσαρη ("Ο μίμος των φωνών").
Από σήμερα στο ιστολόγιο του περιοδικού "Πλανόδιον" αφιέρωμα στη διηγηματογραφία του Τόμας Μπέρνχαρντ.
http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/
Καλή ανάγνωση!
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)









