24/2/12

Τα ένδοξα Παρίσια...

Πτωχαλαζών...





















Αντώνης Ζέρβας

Πτωχαλαζών


"Εμένα που δεν με νοιάζει πού κι αν θα με θάψουν
που έμαθα τι πάει να πει ζωή
χωρίς οικόσημο, περιουσία κι αξιώματα,

εμένα, στα παλιά παπούτσια μου
κι αν με προγράψατε απ' τις δέλτους
της συλλογικής σας μνήμης.

Τη ζωή μου την έκανα και με το παραπάνω,
αλλά ποτέ δεν πρόβαλα το αρεστόν
για να φαντάζω αρεστός.

Τη ζωή μου την έκανα μ' ενθουσιασμό
κι απόνοια, σαν τις γυναίκες
π' αγαπάνε τις γυναίκες, δοτές κι ανένδοτες -

με τον ωραίο πυρετό του τίποτα."

16/2/12

Θα πρέπει να είμαστε υπερήφανοι, βεβαίως...
















Τάκης Σινόπουλος

Ο καιόμενος

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ' το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του 
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χεριοκροτούνε.

Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο.

11/2/12

Υπηρέτης αφεντάδων...


 

Υπηρέτης πόσων και ποιων αφεντάδων;



«Υπηρέτης δύο αφεντάδων»
Κάρλο Γκολντόνι
ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης
Καλοκαίρι 2011


«Τα δύο βιβλία στα οποία βασίστηκα περισσότερο και που ποτέ δεν θ’ απαρνηθώ είναι ο Κόσμος και το Θέατρο.» Η ρήση αυτή, δια στόματος Γκολντόνι στα 1700, δικαιώνεται περίτρανα στην κωμωδία του, όπου οι δύο κόσμοι, της πραγματικότητας και της σκηνής, συντήκονται σ’ ένα ενιαίο σύμπαν. Σύμπαν, στο οποίο οι ηθοποιοί γίνονται ο συνάνθρωπος του 21ου αιώνα και σατιρίζουν πάθη αιώνια και πανανθρώπινα. 

            Το έργο συνιστά ουσιαστικά πάντρεμα δύο παράλληλων ιστοριών, οι οποίες πλέκονται ομαλά μεταξύ τους, καταδεικνύοντας τη μαεστρία του δημιουργού. Ωστόσο, ο θεατής παρακολουθεί τα τεκταινόμενα από τη σκοπιά του πρωταγωνιστή, στου οποίου την ιστορία δίνεται το προβάδισμα. Αφενός λοιπόν μετέχει στο δράμα ενός ερωτευμένου ζευγαριού που αναγκάζεται, λόγω συνθηκών, να χωρίσει προσωρινά, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει αργότερα ένα κυνηγητό –κρυφτό, καλύτερα– καθώς ο ένας αναζητά τον άλλον. Αφετέρου, γίνεται μάρτυρας της πονηρίας ενός υπηρέτη που επιδιώκει το μέγιστο όφελος, εκμεταλλευόμενος κάθε ευκαιρία. Έτσι, ο υπηρέτης παραβαίνει τον κανόνα και προσφέρει τις υπηρεσίες του σε δύο αφεντάδες ταυτόχρονα, τους δύο ερωτευμένους. Το πράττει δε με τόση χάρη και σκέρτσο, που μόνο αγαπητός γίνεται στο θεατή (ίσως και να του θυμίζει κάτι), καθιστώντας τον συνένοχο στην απάτη του: μια απάτη γλυκειά και φίνα, μέσα στον πανικό ευτράπελων καταστάσεων, συμπτώσεων και παραβλέψεων.

            Τόσο το έργο του 1745, όσο και η παράσταση του 2011 συνιστούν χαρακτηριστικό  δείγμα της Commedia dellarte. Ο Γκολντόνι έγραψε το έργο στην Πίζα για τον πασίγνωστο τότε αρλεκίνο και χαρισματικό ηθοποιό, Antonio Sacchi, κατά τον τρόπο που γράφονταν τα κείμενα του συγκεκριμένου δραματικού είδους, δηλαδή με ένα γενικό πλαίσιο όσον αφορά την υπόθεση, επιτρέποντας και μάλιστα επιβάλλοντας τον αυτοσχεδιασμό, τους ad hoc διαλόγους και τους εκάστοτε επίκαιρους αστεϊσμούς, στοιχεία που αποδείκνυαν τον ικανό ηθοποιό. Επίσης, στη συγκεκριμένη κωμωδία εμφανίζονται όλες σχεδόν οι αρχετυπικές μορφές και οι χαρακτήρες του είδους: ο πονηρός (μάλλον κουτοπόνηρος) υπηρέτης, ο λυπημένος αρλεκίνος, οι ερωτοχτυπημένοι νέοι, ο ξεπεσμένος Ντοτόρε, και φυσικά ο φιλάργυρος Πανταλόνε. Αλλά και η παράσταση του έργου από το ΔΗΠΕΘΕΚ εντάσσει πλείστα στοιχεία της Commedia dellarte, όπως τους μίμους, τις μάσκες, την έμφαση στην κίνηση των ηθοποιών και βέβαια τους χαρακτήρες. 

            Όσον αφορά δε το ρόλο του υπηρέτη, πρόκειται για ρόλο που ξεφεύγει απ’ τα στενά όρια της υπόθεσης, για να γίνει πολυεπίπεδος και καθολικός. Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο Τρουφαλντίνο υπηρετεί δύο αφεντάδες-κυρίους, τη Βεατρίκη Ρασπόνι και τον Ρομπέρτο Αρετούζι. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, όπως ο ίδιος εκμυστηρεύεται στο θεατή, υπηρετεί δυο άλλους αφεντάδες, την αφεντιά του και την αγαπημένη του Σμεραλντίνα, εκτελώντας σε αυτήν την περίπτωση το καθήκον του ως καλός σύζυγος. Σίγουρα ο Τρουφαλντίνο θα καλούνταν να υπηρετήσει κι άλλα πρόσωπα, ως υπηρέτης πλέον τέκνων, γειτόνων κοκ. Αυτό παραπέμπει στον πολυσύνθετο ρόλο καθενός που καλείται να «υπηρετήσει» όχι μόνο διάφορα πρόσωπα γύρω του, αλλά, συχνά, πολλά και διαφορετικά πρόσωπα, κάποιες φορές μάλιστα αντικρουόμενα, εντός του ίδιου του του εαυτού. Καθένας μας υπηρετεί τον πολύπλευρο εαυτό του, έναν Τρουφαλντίνο κι έναν –όχι και τόσο φανταστικό– Πασκουάλε, και ταυτόχρονα πολλούς άλλους. Ευχής δε έργον θα ήταν να έχει κανείς το δικαίωμα και την ευκαιρία να επιλέγει πάντα τους «αφεντάδες» πάνω απ’ το κεφάλι του. Δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις, σε πολλά γεωγραφικά πλάτη και χρονολογικά μήκη ανά τους αιώνες, κάτι τέτοιο ήταν και παραμένει αδύνατον.

Συγκινητική είναι η συνάντηση επί σκηνής του υπηρέτη Τρουφαλντίνο με το alter ego του, τον Αρλεκίνο, στις δύο κρίσιμες στιγμές του ψυχολογικού βάθους και ύψους του πρώτου. Την πρώτη φορά ο Αρλεκίνος, σύμβολο του κατατρεγμένου κατεργάρη, έρχεται εις αρωγήν του απογοητευμένου, από τις γκάφες, υπηρέτη, κατορθώνοντας, με τη βουβή του παρακίνηση, να τον εμψυχώσει. Τη δεύτερη φορά, προς το τέλος της παράστασης, ο Αρλεκίνος εμφανίζεται σαν για επιβράβευση του υπηρέτη που τελικά πάλι τα κατάφερε. Υπηρέτης κι Αρλεκίνος γίνονται τότε ένα, μέσα στη γλυκόπικρη γεύση του φινάλε.


Μπορεί ο Τρουφαλντίνο ν’ αναζητούσε το μέγιστο δυνατό όφελος απ’ τις περιστάσεις, αλλά και οι συντελεστές της παράστασης φρόντισαν για το ύψιστο καλλιτεχνικό κι αισθητικό αποτέλεσμα. Το ΔΗΠΕΘΕΚ φάνηκε να ξεπερνά τον εαυτό του, με την καταλυτική συμβολή του σκηνοθέτη και του πρωταγωνιστή. Ο Κακλέας φρόντισε για μια ισορροπημένη και πλούσια σκηνοθεσία, ενώ ο Χαραλαμπόπουλος, ταλαντούχος κωμικός ηθοποιός, άφησε την υποκριτική δεινότητά του να λάμψει, με την, παραπάνω από σωστή, κίνησή του –από slow motion μέχρι ρυθμούς Βέγγου–, την άκρως απολαυστική έκφραση και τον σωστό τονισμό του. Απίθανος κι ο Μυλωνάς, σε χρέη Πανταλόνε. Επιτυχία της παράστασης ήταν η διανομή ακριβείας που έδωσε μια δεμένη ομάδα επί σκηνής. Η μετάφραση στάθηκε στα υψηλά επίπεδα στα οποία έχει συνηθίσει το κοινό ο Μπελλιές, και η Μαργαρίτη εντυπωσίασε με κοστούμια υψηλής αισθητικής, κυρίως στα έξοχα κι αρμονικά ενταγμένα μουσικοχορευτικά ιντερμέδια. Εξαιρέσεις –που επιβεβαιώνουν ωστόσο τον υπέρκομψο κανόνα– συνιστούν η κάπως άστοχη επιλογή του γενικού σκηνικού που παραπέμπει σε σκουριασμένο κατάστρωμα πλοίου, οι περιττές βιντεοπροβολές που δεν προσθέτουν αισθητικά, αντιθέτως, αποσπούν την προσοχή (κυρίως στην επιτυχημένη εναρκτήρια σκηνή και τα χορευτικά), η αρκετά άκομψη σκηνή της επανένωσης των ερωτευμένων και τέλος, η θαμπή ερμηνεία της Φαίης Ξυλά σε βασικό ρόλο της παράστασης. Όσο για την πολιτική, καλύτερα να υποχωρεί έναντι του σανιδιού και του έργου.

Ο Γκολντόνι είχε γράψει στην εισαγωγή του έργου το εξής: «Όμως παρακαλώ όλους εκείνους που θα ενσαρκώσουν το ρόλο του Τρουφαλντίνο, όσες φορές επιθυμούν να προσθέτουν κάτι δικό τους, να απέχουν από χυδαίες λέξεις και βρώμικα αστεία…» Η παράσταση του 2011 όχι απλώς σεβάστηκε την παράκληση αυτή του συγγραφέα, αλλά εμπλούτισε το έργο με χιούμορ αληθινό και πηγαίο. Τι μπορεί να πει κανείς; Θα επαναλάβω την επιφώνηση του Τρουφαλντίνο: «Spettacoloso




Έλενα Σταγκουράκη,
Αθήνα, 2 Ιουλίου 2011


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέα Ευθύνη", τεύχος 7.

8/2/12

At last...

Είλωτα αυτόκλητο κι αυτόβουλον...





 
 Παλατινή ανθολογία


ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Πού είναι ο Πραξιτέλης; Πού είναι του Πολύκλειτου το χέρι
που κάποτε τόση πνοή στην τέχνη είχε χαρίσει;
Ποιος τώρα της Μελίτης τα ευώδη μαλλιά, ποιος τον λαμπρό της
λαιμό, τα πύρινά της μάτια ποιος θα απεικονίσει;
Πού είναι οι γλύπτες, πού είναι οι λιθοξόοι; Στο κάλλος το δικός της, 
σαν σε άγαλμα θεού, βάθρο μόνο ναός προσφέρει.


***


ΑΛΚΑΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΟΥ

Μισώ τον Έρωτα. Γιατί ο σκληρός δεν πάει να κυνηγήσει
αγρίμια, παρά την καρδιά μου επίμονα τοξεύει;
Ποιο το όφελος ο θεός τον άνθρωπο να καίει; Μήπως πιστεύει,
ότι, αν με εξοντώσει, έπαθλο μέγα θα κερδίσει;


***


ΟΝΕΣΤΟΥ

Ούτε πολύ μικρή για γάμο θέλω ούτε πολύ μεγάλη
την πρώτη την καταλυπάμαι, σέβομαι την άλλη
Ούτε αγουρίδα θέλω ούτε σταφίδα, αφού ποθεί η καρδιά μου
την ώριμη ομορφιά για συντροφιά στον έρωτά μου.


***


ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Την εύκολη μισώ, μισώ και την πολύ συγκρατημένη
αργά το θέλη η μια, η άλλη λεπτό δεν περιμένει.


***


ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Δούλο σου με παρέδωσε ο γλυκύδωρος, Βοώπι μου, Έρως,
στον πόθο σου σαν ταύρο με έζεψε εξημερωμένο,
είλωτα αυτόκλητο κι αυτόβουλον, τέλεια υποταγμένο,
που την πικρή ποτέ δεν θα ζητήσω ελευθερία,
ώσπου να μου σκεπάσουν χιόνια τα μαλλιά και νιώσω γέρος
- κι άμποτε τις ελπίδες μου μη σβήσει η βασκανία.




Μετάφραση: Νίκος Χουρμουζιάδης


2/2/12

Edith Piaf - Ne me quitte pas...

Στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις...

 














Charles Baudelaire

Άλμπατρος

 
Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί,
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τα κουρασμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πως κοίτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός
τ' ωραίο πουλί τί κωμικό κι αδέξιο που απομένει
ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πως πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μεσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.


Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.

31/1/12

Billie Holiday - They can´t take that away from me...

Από σήμερα στις "Ιστορίες Μπονζάι" αφιέρωμα στον Τόμας Μπέρνχαρντ...



















Ἕλενα Σταγκουράκη

Τόμας Μπέρνχαρντ

Μι­κρὴ εἰ­σα­γω­γὴ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του

ΔΕΚΑΕΝΝΙΑΧΡΟΝΟΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΟΣ ποὺ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τό­μας Φάμ­πιαν ἐ­ξέ­δι­δε τὸ 1950 μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα, βρι­σκό­ταν στὴν ἀρ­χὴ μιᾶς μα­κρᾶς συγ­γρα­φι­κῆς πο­ρεί­ας. Μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κό του ὄ­νο­μα, Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, ἐ­πρό­κει­το νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ δεύ­τε­ρου μι­σοῦ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ὁ Μπέρ­νχαρντ ὑ­πῆρ­ξε αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κά­ποι­α τραυ­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς του ἔ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴ δι­α­μόρ­φω­ση τό­σο τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του, ὅ­σο καὶ τῆς συγ­γρα­φι­κῆς του ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­ας.

       Ὁ Μπέρ­νχαρντ γεν­νή­θη­κε στὴν Ὀλ­λαν­δί­α τὸ 1931, νό­θο τέ­κνο Αὐ­στρια­κῶν γο­νέ­ων. Πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σε τὸν πα­τέ­ρα του, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σε καὶ πέ­θα­νε νω­ρὶς ἀ­πὸ δι­αρ­ρο­ὴ γκα­ζιοῦ (πολ­λοὶ κά­νουν λό­γο γιὰ αὐ­το­κτο­νί­α). Με­γά­λω­σε μὲ τοὺς γο­νεῖς τῆς μη­τέ­ρας του στὴ Βι­έν­νη, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὸν πα­ρέ­λα­βαν ἤ­δη λί­γους μῆ­νες με­τὰ τὴ γέν­νη­σή του. Ἡ μη­τέ­ρα του σύν­το­μα παν­τρεύ­τη­κε κι ἔ­κα­νε και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια. Λό­γῳ τῶν συγ­κρού­σε­ών του μὲ αὐ­τήν, ὁ Μπέρ­νχαρντ εἰ­σή­χθη γιὰ ἕ­να χρό­νο σὲ ἵ­δρυ­μα γιὰ ἀ­προ­σάρ­μο­στα παι­διά, ἐ­νῶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­στά­λη ἐ­σώ­κλει­στος στὸ τό­τε ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κὸ καὶ με­τέ­πει­τα κα­θο­λι­κὸ Γυ­μνά­σιο Γι­ο­χα­νέ­ουμ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐγ­κα­τέ­λει­ψε στὰ τρί­α χρό­νια, δι­α­κό­πτoν­τας τὶς σπου­δές του.

       Σταθ­μὸς στὴ ζω­ὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α ὑ­πῆρ­ξε ἡ πε­ρί­ο­δος 1949-1950. Τὸ 1949, στὴν κρί­σι­μη ἡ­λι­κί­α τῶν 18 χρό­νων, ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ριὰ μὲ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­φτα­σε στὰ πρό­θυ­ρα τοῦ θα­νά­του. Γιὰ τὴν ἀ­νάρ­ρω­σή του ἀ­παι­τή­θη­καν δύ­ο χρό­νια σὲ δι­ά­φο­ρα σα­να­τό­ρια, ἐ­νῶ ἔ­κτο­τε ἡ ὑ­γεί­α του πα­ρέ­μει­νε εὔ­θραυ­στη. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ἀ­πε­βί­ω­σε ὁ παπ­πούς του, τὸ μό­νο οὐ­σι­α­στι­κὸ στή­ριγ­μά του, ἐ­νῶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο ἔ­χα­σε καὶ τὴ μη­τέ­ρα του. Τό­τε ἦ­ταν ὅ­μως ποὺ γνώ­ρι­σε τὴν Χέν­τβιχ Στα­βι­ά­νι­τσεκ.

       Τὰ δύ­ο αὐ­τὰ πρό­σω­πα, ὁ παπ­ποὺς-συγ­γρα­φέ­ας Γι­ο­χά­νες Φρο­ϊμ­μπί­χλερ καὶ ἡ Στα­βι­ά­νι­τσεκ ἔ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴν πο­ρεί­α τοῦ Μπέρ­νχαρντ. Ὁ πρῶ­τος ἔ­δω­σε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔμ­φα­ση στὴν παι­δεί­α τοῦ ἐγ­γο­νοῦ του, φρόν­τι­σε νὰ τοῦ ἐμ­φυ­σή­σει τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὴ φι­λο­σο­φί­α καὶ τὸ ὑ­ψη­λό, κα­θὼς καὶ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει μὲ τὰ λί­γα μέ­σα ποὺ δι­έ­θε­τε μου­σι­κὴ παι­δεί­α. Ἡ Στα­βι­ά­νι­τσεκ, τὴν ὁ­ποί­α ὁ Μπέρ­νχαρντ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «σύν­τρο­φο ζω­ῆς» καὶ «θεί­α», ὄν­τας τριά­ντα πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο, ἦρ­θε νὰ παί­ξει τὸν ρό­λο τῆς ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­πού­σας μη­τέ­ρας, νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση της με­τὰ τὸ θά­να­τό της, ἀλ­λὰ καὶ νὰ συμ­βάλ­λει κα­τα­λυ­τι­κὰ στὴν εἴ­σο­δο τοῦ Μπέρ­νχαρντ στὴν κοι­νω­νί­α τῆς Βι­έν­νης καὶ τὸν συγ­γρα­φι­κὸ κό­σμο.

       Τὰ ἔρ­γα τοῦ Μπέρ­νχαρντ, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ ποί­η­ση ἔ­γι­ναν γνω­στὰ στὴν Αὐ­στρί­α γιὰ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κή τους ποι­ό­τη­τα, ὡ­στό­σο ἡ ρα­γδαί­α ἐ­ξά­πλω­σή τους ὀ­φεί­λε­ται στὰ συ­νε­χῆ σκάν­δα­λα, τὶς συ­ζη­τή­σεις, τὶς ἔ­ρι­δες ποὺ προ­ξε­νοῦ­σε ἅ­μα τὴ ἐμ­φα­νί­σει κά­θε ἔρ­γο του. Ὁ Μπέρν­χαρντ δὲν δί­στα­ζε νὰ στρα­φεῖ εὐ­θέ­ως κα­τὰ τοῦ αὐ­στρια­κοῦ κρά­τους —τὸ ὁ­ποῖ­ο χα­ρα­κτή­ρι­ζε «κα­θο­λι­κὸ κι ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κό»­—, τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ κά­θε προ­σώ­που καὶ θε­σμοῦ, αὐ­στρια­κοῦ καὶ μή. Γιὰ τὴν Αὐ­στρί­α εἶ­χε πεῖ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ «μιὰ κό­λα­ση, ὅ­που το πνεῦ­μα ἐκ­μη­δε­νί­ζε­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως, ἐ­νῶ τέ­χνη κι ἐ­πι­στή­μη ἀ­πα­ξι­ώ­νον­ται»1. Τὸ αὐ­στρια­κὸ κρά­τος γιὰ ἐ­κεῖ­νον δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ «σχη­μα­τι­σμὸς κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὴν ἀ­πο­τυ­χί­α» καὶ οἱ Αὐ­στρια­κοὶ «πλά­σμα­τα τῆς ἀ­γω­νί­ας». Ὅ­σο γιὰ πο­λι­τι­κὰ πρό­σω­πα καὶ συγ­γρα­φεῖς, συ­χνὰ εἶ­δαν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους ν’ ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ται σὲ ἔρ­γα τοῦ Μπέρ­νχαρντ, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὶς δη­μό­σι­ες δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες, τὶς μη­νύ­σεις, ἀλ­λὰ καὶ τὶς φω­νὲς γιὰ ἀ­πα­γό­ρευ­ση πα­ρα­στά­σε­ων, ἕ­ως καὶ τὴν στέ­ρη­ση τῆς ἰ­θα­γέ­νει­ας. Πο­λὺ συ­χνὰ δὲ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­ζαν «προ­δό­τη τῆς πα­τρί­δας του» καὶ «μί­α­σμα τῆς ἴ­διας του τῆς φω­λιᾶς». Αὐ­τὸς εἶ­ναι καὶ ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­γα­πη­τὸς στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ὄν­τας ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα, στὴν πα­τρί­δα του ἀ­πέ­κτη­σε ἀ­νυ­στε­ρό­βου­λους φί­λους, ἀλ­λὰ καὶ ἄ­σπον­δους ἐ­χθρούς. Ἡ τε­λευ­ταί­α πρά­ξη ἀν­τί­στα­σης κι «ἐκ­δί­κη­σης» ἀ­πέ­ναν­τι στὴν πα­τρί­δα του ἦρ­θε με­τὰ θά­να­τον, μὲ τὴν ἀ­πα­γό­ρευ­ση ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­σης καὶ με­τα­φο­ρᾶς στὸ θέ­α­τρο τῶν ἔρ­γων του, ἀ­πα­γό­ρευ­ση ποὺ δι­α­χει­ρί­στη­κε κι ἐν μέ­ρει ἦ­ρε ὁ κλη­ρο­νό­μος ἑ­τε­ρο­θα­λὴς ἀ­δερ­φός του.

       Ὡ­στό­σο, χρή­ζει δι­ά­κρι­σης τὸ ἑ­ξῆς: ὁ Μπέρ­νχαρντ δὲν ἀ­σκοῦ­σε ἁ­πλῶς κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή, δὲν ἔ­θι­γε μὲ τρό­πο ἐ­πι­φα­νεια­κὸ τὰ κα­κῶς κεί­με­να. Πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο, δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πὸ ἔν­το­νο πνεῦ­μα ἀρ­νη­τι­σμοῦ κι ἀ­πόρ­ρι­ψης, ἀ­πε­χθα­νό­ταν τὸν κό­σμο κι ὅ,τι βρι­σκό­ταν σὲ αὐ­τόν, πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν τό­σο στὴν προ­σω­πι­κή του ζω­ή, ὅ­σο καὶ στὸν συγ­γρα­φι­κό του βίο. Ὅ­σοι τὸν κα­τα­κρί­νουν, μι­λοῦν γιὰ μι­σάν­θρω­πο συγ­γρα­φέ­α καὶ τοῦ ἐ­πιρ­ρί­πτουν ἕ­να σω­ρὸ ἐ­λατ­τώ­μα­τα καὶ πα­ρα­ξε­νι­ές.

       Πό­σο εὔ­λο­γα, ὅ­μως, φαν­τά­ζουν ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τοὺς κα­τα­λυ­τι­κοὺς πα­ρά­γον­τες τῆς ζω­ῆς του: πλή­ρης ἔλ­λει­ψη πα­τέ­ρα, δια­ρκὴς ἀ­που­σί­α μη­τέ­ρας, ἀ­πόρ­ρι­ψη, ἀ­σθέ­νεια, θά­να­τος, ἐ­πα­φὴ μὲ να­ζι­στι­κὲς ἰ­δέ­ες. Ἔ­τσι, ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τοῦ Μπέρ­νχαρντ πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν τρα­γι­κό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, τὴ μο­να­ξιὰ καὶ τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φή, τὸν πό­νο, τὴν ἀ­νελ­πι­σί­α τοῦ κό­σμου καὶ τὸν θά­να­το.

       Ἡ δὲ ἀ­σθέ­νειά του, ἡ δυ­σκο­λί­α του ν’ ἀ­να­πνεύ­σει, ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὑ­φο­λο­γι­κὰ στὸ ἔρ­γο του μὲ μα­κρό­συρ­τες προ­τά­σεις ἄ­πνοι­ας, ποὺ ἔ­κα­ναν τὴν Ἐλ­φρίν­τε Γι­έ­λι­νεκ νὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρί­σει «ποι­η­τὴ τῆς ὁ­μι­λί­ας» κι ὄ­χι τῆς γρα­φῆς. Ὡ­στό­σο, τὴν ἀ­να­πνο­ὴ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ ἴ­διος γιὰ νὰ δεί­ξει καὶ τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς γρα­φῆς γιὰ ἐ­κεῖ­νον: «ἀ­να­πνο­ὴ καὶ γρα­φὴ εἶ­ναι ἕ­να καὶ τὸ αὐ­τό».

       Ἡ ση­μα­σί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς δὲν εἶ­ναι τὸ μό­νο στοι­χεῖ­ο, κα­θο­ρι­στι­κό του ὕ­φους τοῦ Μπέρ­νχαρντ. Ἀν­τι­θέ­τως, τὸ αὐ­τὸ ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὸν ἀ­πό­λυ­το τρό­πο τῆς ἔκ­φρα­σής του, ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ἀ­πο­κλεί­ει ἐκ τῶν προ­τέ­ρων τὴ δι­α­τύ­πω­ση ἀν­τιρ­ρή­σε­ων καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἀ­πό­ψε­ων. Οἱ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις καὶ ἡ συ­χνό­τα­τη ἐ­πα­νά­λη­ψη λέ­ξε­ων ὅ­πως «φυ­σι­κά», «τὰ πάν­τα», «τί­πο­τα», «συ­νε­χῶς», «ἀ­πό­λυ­τα» δὲν ἐ­πι­τρέ­πουν τὴ δι­α­φω­νί­α. Πρό­κει­ται γιὰ τὴ μί­α καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­λή­θεια.

       Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοὶ τοῦ ὕ­φους τοῦ Μπέρ­νχαρντ εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ πο­λὺ συ­χνοὶ μο­νό­λο­γοι ἑ­νὸς ἀ­φη­γη­τῆ σὲ πρῶ­το πρό­σω­πο, συ­χνὰ δὲ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ἕ­ναν βου­βὸ ἀ­κρο­α­τὴ ἢ μα­θη­τευ­ό­με­νο, πά­νω σε κά­ποι­ο ἀ­πο­τρό­παι­ο θέ­μα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἢ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ ποὺ θέ­τει ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας μέ­σῳ τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ του. Οἱ ἀ­φη­γη­τὲς αὐ­τοί, συ­νή­θως ἐ­πι­στή­μο­νες, «ἄν­θρω­ποι τοῦ πνεύ­μα­τος» ὅ­πως εἰ­ρω­νι­κὰ τοὺς ὀ­νο­μά­ζει ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­κτο­ξεύ­ουν μύ­δρους κα­τὰ τῶν ἀ­νό­η­των μα­ζῶν καὶ τὰ βά­ζουν μὲ κά­θε ἱ­ε­ρὸ καὶ ὅ­σιο. Ὡ­στό­σο, τό­σο ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, ὅ­σο καὶ ἡ δυ­σα­ρέ­σκεια μὲ τὰ πάν­τα δὲν πρέ­πει ν’ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­ζουν. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸν ἑ­κά­στο­τε ἀ­φη­γη­τή, ἀν­τι­θέ­τως φρον­τί­ζει νὰ παίρ­νει ἀ­πό­στα­ση ἀ­π’ αὐ­τόν, δη­λώ­νον­τάς το συ­χνὰ ρη­τῶς. Πρό­κει­ται γιὰ πρό­ζα ρό­λων κι ὄ­χι γιὰ ἄ­με­σα αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὰ κεί­με­να.

       Ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὅ­που ἡ βι­ο­γρα­φί­α συγ­κλί­νει μὲ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ εἶ­ναι τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς ὑ­περ­βο­λῆς, τῆς κλι­μά­κω­σης. Τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο ἰ­δε­ῶν καὶ θε­μά­των, ὅ­σο καὶ σ’ αὐ­τὸ τῆς ἔκ­φρα­σης, ὁ Μπέρ­νχαρντ ἐ­πι­τυγ­χά­νει, μέ­σῳ τῆς ἐ­λα­φρῶς τρο­πο­ποι­ού­με­νης κά­θε φο­ρὰ ἐ­πα­νά­λη­ψης, τῆς πα­ραλ­λα­γῆς, τὴν κλι­μά­κω­ση. Αὐ­τὸς ἀ­κρι­βῶς ὁ τρό­πος θυ­μί­ζει τὶς με­θό­δους σύν­θε­σης στὴ μου­σι­κὴ κι ἂς θυ­μη­θεῖ ἐ­δῶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης τὴ μου­σι­κὴ παι­δεί­α τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὁ ἴ­διος μά­λι­στα πα­ρα­δε­χό­ταν ὅ­τι ἡ μου­σι­κό­τη­τα ἦ­ταν με­γί­στης ση­μα­σί­ας στὰ κεί­με­νά του, κα­θὼς καὶ ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ γε­νι­κὰ «δι­α­κρί­νει ἕ­ναν Αὐ­στρια­κὸ ἀ­πὸ ἕ­ναν Γερ­μα­νό, κα­θὼς γιὰ τὸν Γερ­μα­νὸ ἡ μου­σι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­νύ­παρ­κτη».

       Κι ἂν ὁ Μπέρ­νχαρντ κα­θί­στα­ται δύ­στρο­πος κι ἀ­πω­θη­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας μὲ τὴν εἰ­ρω­νεί­α, τὸ σαρ­κα­σμὸ καὶ τὴν ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τά του, ὑ­πάρ­χουν καὶ γνω­ρί­σμα­τα ποὺ δροῦν ἀν­τι­σταθ­μι­στι­κά. Αὐ­τὰ εἶ­ναι ἡ γλωσ­σι­κή του ἐ­κλέ­πτυν­ση, ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ χιοῦ­μορ ποὺ ἔ­χει κι ἀ­πο­τυ­πώ­νει στὰ γρα­πτά του, ἀλ­λὰ καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὰ κεί­με­νά του, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ἐ­κεῖ­να ἄλ­λων ἐ­ξε­χόν­των συγ­γρα­φέ­ων τῆς ἐ­πο­χῆς του, γί­νον­ται εὐ­κό­λως κα­τα­νο­η­τὰ κι ἀ­πὸ τὸν μὴ ἐ­πα­ΐ­ον­τα, ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­γρό­τη, «μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ μό­νο», σύμ­φω­να μὲ τὸ συγ­γρα­φέ­α, «ἔ­χει νό­η­μα νὰ συ­ζη­τᾶ κα­νείς».
  
       Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Τό­μας Μπέρ­νχαρντ ἐ­πι­λέ­χθη­κε τὸ ἀ­πάν­θι­σμα τῶν συν­το­μό­τα­των δι­η­γη­μά­των του ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­καν στοὺς τό­μους Μι­μη­τὴς φω­νῶν (1987)2 καὶ Συμ­βάν­τα (1994). Πρό­κει­ται γιὰ κεί­με­να μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα αἰ­σθη­τὸ τὸν σπιν­θή­ρα τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, τοῦ σαρ­κα­σμοῦ καὶ τοῦ κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νου χι­οῦ­μορ, δη­λα­δὴ τοῦ προ­σω­πι­κοῦ ὕ­φους τοῦ Μπέρν­χαρντ, ἕ­ναν σπιν­θή­ρα ποὺ ἡ λάμ­ψη του δια­ρκεῖ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κλά­σμα χρό­νου.

       Ἀ­θή­να, 4 Σε­πτεμ­βρί­ου 2011

 

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

1. Ἀ­παν­τᾶ­ται στὸ δι­ή­γη­μα «Ἐ­πα­να­πα­τρι­σμὸς» ποὺ ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

2. Να υπενθυμίσουμε ότι ο συγκεκριμένος τόμος διηγημάτων έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Αλέξανδρο Ίσαρη ("Ο μίμος των φωνών").

 

 

 

Από σήμερα στο ιστολόγιο του περιοδικού "Πλανόδιον" αφιέρωμα στη διηγηματογραφία του Τόμας Μπέρνχαρντ.

 

http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/ 

 

Καλή ανάγνωση!