30/4/12

Επιτέλους, μια καλή παράσταση!!














Ένα νοσταλγικό, όσο και οδυνηρό ταξίδι σε παρελθόν και παρόν,
ένα πλούσιο, ουσιώδες έργο από έναν μάστορα του είδους και της διάπλασης χαρακτηρολογικών τύπων,
-επιτέλους!- μια σκηνοθεσία που σεβάστηκε το έργο και το απέδωσε στις σωστές του διαστάσεις
και ταλαντούχοι ηθοποιοί που σε κάνουν να ξεχνάς ότι βρίσκεσαι σε θέατρο!*

Αυτή είναι η "Αυλή των θαυμάτων" στο Εθνικό Θέατρο.
 Συνιστάται ανεπιφύλακτα.




*Ε, τις άνοστες βιντεοπροβολές τις παρακάμπτουμε...


Ε.Σ.
Αθήνα, Απρίλιος 2012

27/4/12

Στο μαύρο μετάξι, του χρόνου τα σείστρα...
















Γιώργος Σεφέρης

Παντούμ

Τ' αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ' τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ' ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ' ευλάβεια
ψυχή  μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη  
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή  μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ' αφήσει.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα
και τι θα σου μείνει και τι θα σ' αφήσει
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα.

Ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θα 'βρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη 
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θα 'βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ' ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ' αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.
 

23/4/12

¿Por qué...?

Με κάτι ανάμεσα σε ρέμβη και ραστώνη...




Raúl Gómez Jattin (1945 – 1997)

 
Λόλα Χάτιν

Πιο πέρα απ’ τη νύχτα που τρεμοσβήνει στα παιδικά τα χρόνια
Πιο πέρα ακόμη κι από την πρώτη μου ανάμνηση
Βρίσκεται η Λόλα –η μητέρα μου– εμπρός σ’ έναν καθρέφτη
να πουδράρει το πρόσωπό της και τα μαλλιά της να χτενίζει
Είναι ερωτευμένη με τον Χοακίν Πάμπλο –το γέρο μου–
και ήδη πάνε τριάντα χρόνια που ’ναι όμορφη και δυνατή
Αγνοεί πως στην κοιλιά της κρύβομαι για τη στιγμή
που η δυνατή ζωή της τη δύναμη χρειαστεί της δικής μου ζωής
Πιο πέρα από τα δάκρυα ετούτα που το πρόσωπό μου διασχίζουν
από τον αβάσταχτο πόνο τους που μοιάζει με γροθιά
βρίσκεται η Λόλα –η νεκρή– ακόμη σφριγηλή και ζωντανή
καθισμένη στο  μπαλκόνι αγναντεύοντας τα φώτα
καθώς το αεράκι της ανακατεύει
τα μαλλιά κι εκείνη πάλι τα μαζεύει
με κάτι ανάμεσα σε ρέμβη και ραστώνη
Πιο πέρα από ετούτη τη στιγμή που πέρασε ανεπιστρεπτί
βρίσκομαι κρυμμένος εγώ στη ροή ενός χρόνου
που πολύ μακριά με παίρνει και που τώρα τον διαισθάνομαι
Πιο πέρα από ετούτον τον στίχο που μυστικά με σκοτώνει
βρίσκεται το γήρας –ο θάνατος– ο ακούραστος χρόνος
όταν οι δυο αναμνήσεις, της μητέρας μου κι εμένα,
μια και μόνον ανάμνηση γίνουν: ετούτος ο στίχος


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*********************************

Lola Jattin

Más allá de la noche que titila en la infancia
Más allá incluso de mi primer recuerdo
Está Lola - mi madre - frente a un escaparate
empolvándose el rostro y arreglándose el pelo
Tiene ya treinta años de ser hermosa y fuerte
y está enamorada de Joaquín Pablo - mi viejo -
No sabe que en su vientre me oculto para cuando necesite
su fuerte vida la fuerza de la mía
Más allá de estas lágrimas que corren en mi cara
de su dolor inmenso como una puñalada
está Lola - la muerta - aún vibrante y viva
sentada en un balcón mirando los luceros
cuando la brisa de la ciénaga le desarregla
el pelo y ella se lo vuelve a peinar
con algo de pereza y placer concertados
Más allá de este instante que pasó y que no vuelve
estoy oculto yo en el fluir de un tiempo
que me lleva muy lejos y que ahora presiento
Más allá de este verso que me mata en secreto
está la vejez - la muerte - el tiempo incansable
cuando los dos recuerdos: el de mi madre y el mío
sean sólo un recuerdo solo: este verso


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Poeticanet (τεύχος 14, Μάρτιος 2011)

20/4/12

Να σε ανακαλύψω...















Erich Fried

Νυχτερινό
 
Να σε καλύψω
όχι με φιλιά
απλώς και μόνο
με το σκέπασμά σου
(που απ’ τον ώμο
σου γλίστρησε)
στον ύπνο σου
να μην κρυώνεις

Κι ύστερα
σαν ξυπνήσεις
το παράθυρο να κλείσω
και να σ’ αγκαλιάσω
και να σε καλύψω
με φιλιά
Και να σε
ανακαλύψω


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

************************

Nachtgedicht

Dich bedecken
nicht mit Küssen
nur einfach
mit deiner Decke
(die dir
von der Schulter
geglitten ist)
daß du
im Schlaf nicht frierst

Später

wenn du
erwacht bist
das Fenster zumachen
und dich umarmen
und dich bedecken
mit Küssen
und dich
entdecken


Πρώτη δημοσίευση: Αφιέρωμα "Ο ερωτικός Έριχ Φρηντ", περιοδικό Poeticanet, 2012

17/4/12

Περὶ ἀγάπης...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παύλου Α´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ

 
Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἐαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.


***

 Ἡ άγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει· εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις καταργηθήσεται. ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ ἔλθη τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται.


***

 νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ άγάπη.


8/4/12

Zoe - Tanguera...

Σαν θάνατος που δεν έχει ούτε παρελθόν...





















Αλέξιος Μάινας

Οι συνήθειες
Σαν να λείπουν σελίδες.


Συνήθισα να σε σκέφτομαι τυχαία.
Τις προάλλες δε σε είδα στα εγκαίνια,
ούτε στο Άστυ την Κυριακή.
Αλλά χθες μετά από βδομάδες φάνηκες στην ουρά τού θεάτρου
με τα πόδια σταυρωτά στο μπλε μίνι
σαν θάνατος που δεν έχει ούτε παρελθόν.
Και παλιά βρισκόμασταν τυχαία στις ίδιες σκηνές,
έβλεπα ξάφνου έκθετους τους βραχίονες ή τα γόνατα
στις εκθέσεις των Ισπανών
ή σε κάποιο αμεταχείριστο μπαράκι ή καφέ.
Πίναμε τα ίδια, με πολύ γάλα, σκέτο ή με φλοίδες λεμόνι παρακαλώ,
αφήστε το καλαμάκι, αν υπάρχουν ξηροί...
Διαβάζαμε τα ίδια βιβλία.
Ένα διάστημα έμπαινες πρώτη για ντους.
 

30/3/12

Nobody...

Σαν αγεωγράφητο ποίημα...

















A. K. Χριστοδούλου

Λεπτομέρειες

"Πώς εκάθισεν μόνη η πόλις
η πεπληθυμμένη λαών;-
γραφικό εδάφιο απ' τη Σιών
σωτήριο σπάραγμα στα χείλη 
πάλι θρηνείς
σαν εξόριστος ποιητής
έτσι ζεις κι εσύ
ονειροπόλε των Αθηνών - 

πίναξ και χάρτης ζωγραφικός
μιας πολιτείας νεκρής
με έναν ψυχρό μολυβή ουρανό
πανομοιότυπο της ίδιας ψυχής
που κρέμαγε διαρκώς σ' ένα
τοπίο κενό πληκτικό ο πρόσ-
φυγας σγουράφος και χαρτογράφος
Κυριακός ο Κρητικός."

Αυτός ή εγώ
με ένα πράσινο φύλλωμα
στον αέρα είμαι
σαν αγεωγράφητο ποίημα

ευνόητο δυστυχώς.

 

27/3/12
















«Τι έρωτας του τάφου…»
«Μήδεια»
Ευριπίδη
Φεστιβάλ Επιδαύρου
Ιούλιος 2011

«Δεν είσαι γυναίκα εσύ, είσαι θηρίο ανήμερο, Σκύλα». Οι υβριστικοί αυτοί χαρακτηρισμοί δια στόματος Ιάσονα, με πηγή τους τον αστείρευτο πόνο της πολλαπλής απώλειας κι αποδέκτη τους τη Μήδεια, αποκτούν στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη βαθύτερο νόημα, δίνοντας στο θεατή την αφορμή να αναλογιστεί όντως, ενώπιον τι είδους πλάσματος βρίσκεται. Πρόκειται για έλλογο –στα όρια του παραλογισμού– άνθρωπο, για πλάσμα καθοδηγούμενο απ’ το ένστικτο και τα πάθη ή για υπερκόσμια δύναμη; Το έργο, αντί ν’ απαντήσει, θέτει το παραπάνω ερώτημα, παρουσιάζοντας έναν κόσμο όπου επικρατεί το σκοτάδι.

«Θα νυχτώσει και θα ’ναι για πάντα νύχτα»: Όχι, τα λόγια αυτά δε συνιστούν δυσοίωνη προφητεία της Κασσάνδρας, μα ενόραση της Μήδειας για τα μελλούμενα, τις πράξεις της που θα επιφέρουν το απόλυτο σκοτάδι∙ απόλυτο, όπως ο έρωτάς της για τον Ιάσονα, αλλά και το μίσος της γι’ αυτόν. «Ζήστε τη νύχτα που δε χαράζει»: αυτήν την αιώνια νύχτα θα ζήσουν η κόρη του Κρέοντα και νέα σύζυγος του Ιάσονα, αυτήν κι ο Κρέοντας ο ίδιος, αυτήν και τα δυο παιδιά, καρπός του γάμου της Μήδειας με τον Ιάσονα∙ την ίδια ατέρμονη νύχτα, αν και ζωντανοί, θα βιώσουν και οι δυο αυτοί οι τελευταίοι. Τόσες νύχτες, όλες δια χειρός της μίας, προδομένης κι εγκαταλειμμένης από σύζυγο, ελπίδα κι αντοχή, Μήδειας, αυτής της μορφής για την οποία τα αδύνατα γίνονται δυνατά, ο φόνος των ίδιων των παιδιών της θυσία ύψιστη και μέσο εκδίκησης. 

Αναλύσεις του έργου γίνονταν και θα γίνονται ανά τους αιώνες, καθώς ολοένα και κάποιο, μέχρι πρότινος παραγνωρισμένο, στοιχείο του έργου έρχεται στο φως, ενώ ολοένα και καινούργιες ερμηνείες φιλοτεχνούνται, ανάλογα με τις εκάστοτε αντιλήψεις. Το γεγονός αυτό κάθε άλλο παρά τυχαίο είναι, όπως επίσης και το ότι η «Μήδεια» μαζί με τον «Οιδίποδα Τύραννο» συνιστούν τις δυο δημοφιλέστερες τραγωδίες από τις απαρχές του είδους. Ποιοι όμως οι λόγοι αυτού του πάθους με το έργο, αυτής της αναπόφευκτης παράλυσης εμπρός στην απόλυτη μορφή της Μήδειας; Μήπως ο τρόμος για το καταστροφικό μέγεθος της παιδοκτονίας από μια μητέρα; Μήπως η απορία (με την πρωταρχική σημασία της έννοιας) για την ίδια την ανθρώπινη φύση και τις δυνατότητές της; Μήπως μια προσπάθεια εξιλέωσης απέναντι στην υπέρτατη δύναμη της ιδιόβουλης Μοίρας, της οποίας όργανο γίνεται το χέρι της Μήδειας; Όπως και να ’χει, ο άνθρωπος πάντα γοητεύεται απ’ τη Μήδεια και το σκοτάδι που την περιβάλλει, ίσως γιατί εν τέλει αναγνωρίζει σ’ αυτήν κάτι απ’ τον εαυτό του και τον δικό του τρομερό κόσμο.

 

Η σκηνοθετική άποψη του Αντύπα, η μεταφραστική προσέγγιση του Χειμωνά και η ερμηνευτική εμπειρία των ηθοποιών υπόσχονταν τον Ιούλιο του 2011 μια παράσταση ανάλογη του βάρους που φέρει η συγκεκριμένη τραγωδία, ιδίως μετά το πλήθος πρόσφατων δοκιμών απόδοσης που κατέληγαν από απαράδεκτες έως γελοίες. Όντως, ο Αντύπας δεν απογοήτευσε. Με μια αφαιρετική σκηνοθεσία, όπου το προβάδισμα δίνεται στο ίδιο το έργο και τις ερμηνείες, έμεινε πιστός στο νόημα –στο ζητούμενο– του έργου. Αρμονική η έναρξη της παράστασης με τους προσκυνητές και το σχήμα του «θεάτρου μέσα στο θέατρο», αν και θα έπρεπε να γίνει πιο ξεκάθαρο σκηνοθετικά. Ευφυές το συχνό τράβηγμα και τέντωμα του πανωφοριού της Μήδειας, ένα νοητό σκίσιμο εις ένδειξιν κι αποτύπωσιν της απόγνωσης  και της εσωτερικής της πάλης, καθώς και η οριστική έκδυσή του στη σκηνή όπου η Μήδεια εκδύεται κάθε συναισθήματος και οίκτου κι ετοιμάζεται για το φοβερό φόνο. Μάλλον όχι τυχαία και η «τοποθέτηση» της πρωταγωνίστριας σε ψηλά υποδήματα, θυμίζοντας την αρχαία πρακτική των κοθόρνων. Ωστόσο, η παρουσία των ηθοποιών στη σκηνή καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης ήταν περιττή στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς προσέδιδε έναν τόνο ζεστασιάς και οικειότητας. Πόσο πιο τραγική θα ήταν μια Μήδεια μόνη στην ορχήστρα, εφόσον η απομόνωσή της στο έργο είναι δεδομένη; Το αυτό αποτέλεσμα είχε και η εξαιρετική μουσική της Καραΐνδρου, φροντίζοντας μεν για τον πιο μελωδικό χορό που έχουμε ακούσει ποτέ, απαλύνοντας δε την ένταση και το συναισθηματικό βάρος του έργου. 

Τα σκηνικά του Πάτσα ήταν επιτυχημένα μες στην λιτότητά τους, καθώς η ξύλινη κατασκευή στο πίσω κεντρικό μέρος της ορχήστρας είχε ρόλο πολλαπλό. Αφενός αναπαριστούσε την πρύμνη της Αργούς, συνδέοντας και οπτικά την υπόθεση της τραγωδίας με ό, τι έχει προηγηθεί στο μύθο. Αφετέρου, σε ένα δεύτερο επίπεδο, συνιστούσε το «αναθηματικό γλυπτό» στον ιερό χώρο όπου προσέρχονταν οι προσκυνητές-ηθοποιοί κατά το εναρκτήριο σκηνοθετικό τέχνασμα. Τέλος, ιδωμένο απ’ το πλάι, με μορφή να θυμίζει πουλί κυκλαδικής τεχνοτροπίας, το σκηνικό γινόταν σύμβολο ελευθερίας και οιωνός της ανάληψης της Μήδειας στους ουρανούς. Έξυπνη επίσης η αλλαγή χρώματος της φωτεινής οριζόντιας δέσμης από μπλε σε κόκκινο για την οπτική απόδοση της αιματηρής σκηνής.

Όσο για τη Μουτούση στον πρωταγωνιστικό ρόλο, οι απαιτήσεις ήταν υψηλές. Η ίδια είχε ήδη ερμηνεύσει μια φορά στη θεατρική της νεότητα το ρόλο της Μήδειας και πρόσφατα επεσήμανε –ορθώς– ότι «το ιδανικό (ως Μήδεια) θα ήταν να κάνεις το θεατή να δει τον ίδιο τον πόνο να περπατάει, κι όχι τον άνθρωπο που πονάει». Οι προσδοκίες ωστόσο έμειναν μετέωρες∙ το κοινό εισέπραξε την απουσία της παραπάνω περιγραφής, την έλλειψη δηλαδή βάθους του βιώματος. Παρακολούθησε μια ερμηνεία που παρέμεινε ερμηνεία, με τη ρηχή αμφιταλάντευση μεταξύ μητρικής αγάπης κι εκδικητικής μανίας, με την επιδερμική ανακοίνωση της φοβερής φράσης πόσο μάλλον για μάνα «θα τα σκοτώσω» και την απουσία, επιπλέον, οποιασδήποτε παύσης ή στοιχείου δισταγμού. Με μια φωνή να σπάει, όχι από το συναισθηματικό φόρτο, αλλά από αδυναμία για μια βιωμένη κραυγή πόνου, η πρωταγωνίστρια παρέσυρε το κοινό στο γοργό κι επιφανειακό πέρασμα της σχεδόν ανύπαρκτης κορύφωσης του δράματος.

Ο Λεμπεσόπουλος επανήλθε με τον ιδιότυπο τρόπο ερμηνείας του∙ έναν τρόπο ενιαίο κι απαράλλακτο, είτε πρόκειται για τον Κρέοντα στη «Μήδεια», είτε για τον Ζαν στη «Δεσποινίδα Τζούλια». Η αδυναμία του να εμβαθύνει και να εκλεπτύνει τον εκάστοτε ρόλο κάνει τους ρόλους που υποδύεται να μοιάζουν μ’ ένα –ίδιο πάντοτε– προσωπείο που τίθεται ανεξαιρέτως περίστασης και παραμένει ξένο προς αυτήν. Ευχάριστη έκπληξη της παράστασης ήταν η ερμηνεία του Λούλη, ο οποίος, αν και έχει ερμηνεύσει πολλάκις το ρόλο του ωραίου και γοητευτικού νέου ή εραστή, εδώ το έπραξε με επιτυχία. Έδωσε έναν Ιάσονα χωρίς υπερβολές ούτε και ελλείμματα, αντιθέτως όπως πρέπει, συγκινώντας το κοινό ως ο χαμένος της ιστορίας κι άτεκνος πλέον πατέρας. Ο χορός εμφανίστηκε κάπως ασύντακτος κι ασυγχρόνιστος, ωστόσο η Καλλιμάνη ως κορυφαία ξεχώρισε με τον ιδιαίτερο τρόπο της.

Η «Μήδεια» του Αντύπα, θεατρικό γεγονός του καλοκαιριού, μαγνήτισε 14.500 θεατές στις δύο μέρες των παραστάσεων στην Επίδαυρο. Παρά κάποιες αδυναμίες, υπήρξε παράσταση αξιοπρεπής. Έτσι, άξιζε τον κόπο το προσκύνημα, αν όχι στην Ακραία Ήρα, τουλάχιστον στο ιερό χώμα της Αρχαίας Επιδαύρου.



Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 26.07.2011


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέα ευθύνη", τεύχος 8 (Νοέμβριος 2011)