31/7/12

"Παλιοθήλυκο εσύ, αντιφατικότητα"*...




Thomas Bernhard

Ἀντίφαση

(Widerspruch)

ΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ μιᾶς δε­ξί­ω­σης, τὴν ὁ­ποί­α πα­ρέ­θε­σε ὁ Γερ­μα­νὸς πρέ­σβης στὴ Λι­σα­βό­να, ὑ­πῆρ­ξε μα­κρὰ συ­νο­μι­λί­α ἀ­νά­με­σα στὸν τέ­ως βα­σι­λιὰ τῆς Ἰ­τα­λί­ας Οὐμ­πέρ­το καὶ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς κομ­μου­νι­στι­κῆς πα­ρά­τα­ξης, Κουνιάλ, κα­τὰ τὴν ὁ­ποία ὁ πρῶ­τος ἐ­πι­δι­δό­ταν σὲ συ­νε­χεῖς φι­λο­φρο­νή­σεις γιὰ τὸν δεύ­τε­ρο, ἐ­νῶ καὶ ὁ Κουνιὰλ μὲ τὴ σει­ρά του ἐ­πε­δεί­κνυ­ε συ­νε­χῶς τὴν εὐ­γέ­νειά του μὲ ἁ­βρὲς χει­ρο­νο­μί­ες, ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα γιὰ τὸν τέ­ως βα­σι­λιὰ ἢ βο­η­θών­τας τον νὰ βο­λευ­τεῖ στὸ κά­θι­σμά του. Ἔ­γι­να μάρ­τυ­ρας μιᾶς ἀ­πό­λυ­τα, θὰ ἔ­λε­γες, καὶ μὲ βα­θει­ὲς ρί­ζες, φι­λι­κῆς συ­ζή­τη­σης, ἡ ὁ­ποί­α δι­ήρ­κε­σε ὅ­λη τὴ βρα­διὰ καὶ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ πρώ­ην μο­νάρ­χης ἐ­παι­νοῦ­σε ἀ­δι­α­λεί­πτως τὴν παγ­κό­σμια κομ­μου­νι­στι­κὴ ἐ­πα­νά­στα­ση, ἀλ­λὰ καὶ ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς κομ­μου­νι­στι­κῆς πα­ρά­τα­ξης ἐ­ξῆ­ρε, ἐ­ξί­σου ἀ­δι­α­λεί­πτως, τὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα τῆς μο­ναρ­χί­ας. Τε­λι­κά, ὁ Οὐμ­πέρ­το κά­λε­σε τὸν Κουνιὰλ νὰ μεί­νει μα­ζί του, στὴν οἰ­κί­α του στὴ Σίν­τρα, τὸ πιὸ εὐ­χά­ρι­στο κι ἀν­τι­κει­με­νι­κὰ πιὸ ὄ­μορ­φο μέ­ρος τῆς Πορ­το­γα­λί­ας, κι ὁ Κουνιὰλ δέ­χτη­κε τὴν πρό­σκλη­ση αὐ­τήν. Μέ­σα στὴ νύ­χτα, δι­α­σχί­ζον­τας τὴ Λι­σα­βό­να στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι, ἔ­μοια­ζαν οἱ οἰ­μω­γὲς τῶν ἐ­ξορ­γι­σμέ­νων μα­ζῶν μιὰ δι­ε­στραμ­μέ­νη πο­λι­τι­κὴ ἀν­τί­φα­ση.



Πρώτη δημοσίευση: Αφιέρωμα στο ιστολόγιο "Ιστορίες μπονζάι" του περιοδικού "Πλανόδιον" (Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2012)

*Τίτλος ποιήματος Ι. Πατίλη

28/7/12

Εδώ στα καθ' ημάς...


















Thomas Bernhard

Ἐ­πα­να­πα­τρι­σμός

(Zuruckgekehrt)

ΤΑΝ ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ἐ­δῶ στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς μποῦν κὰν στὸν κό­πο νὰ γρά­ψουν γιὰ ἕ­ναν ἀ­πὸ τὴν ἴ­διαν αὐ­τὴ χώ­ρα προ­ερ­χό­με­νο καὶ δι­ε­θνοῦς φή­μης καὶ ἀ­κτι­νο­βο­λί­ας καλ­λι­τέ­χνη, γρά­φουν τό­τε ἁ­πλῶς καὶ μό­νον γιὰ τὸν ἐν λό­γῳ καλ­λι­τέ­χνη, κα­θὼς μέ­σῳ αὐ­τῆς τῆς μνεί­ας μπο­ροῦν νὰ τὸν βλά­ψουν στὴν πα­τρί­δα του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἔ­γρα­φαν εὐ­θέ­ως αὐ­τὸ ποὺ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ εἰ­λι­κρι­νὰ σκέ­φτον­ται γιὰ τὸν καλ­λι­τέ­χνη αὐ­τόν, τὸν ὁ­ποῖ­ο, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια χώ­ρα κι ἀ­νή­κει στὴν ἴ­δια γε­νιά —ποὺ δὲν ἀ­νέ­δει­ξε δὰ καὶ κά­τι ἄ­ξιο λό­γου—, τὸν μι­σοῦν ὅ­σο τί­πο­τα καὶ θὰ τὸν κα­τα­δι­ώ­κουν μὲ τὸ μί­σος τους ὣς τὸ τέ­λος τῶν ἡ­με­ρῶν τους. Δὲν τοῦ τὸ συγ­χω­ροῦν ποὺ μιὰ μέ­ρα τοὺς πα­ρά­τη­σε γιὰ τὴν τέ­χνη καὶ τὴν ἐ­πι­στή­μη του, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας συ­νε­χῶς μὲ τὰ ὁ­λο­έ­να καὶ κα­λύ­τε­ρα ἔρ­γα του τὸ δι­κό του μέ­γε­θος καὶ τὴ δι­κή τους ἀ­ση­μαν­τό­τη­τα. Ὅ­ταν δὲν τοὺς μέ­νει πλέ­ον ἄλ­λη ἐ­ναλ­λα­κτι­κή, κα­θὼς ὁ ὑ­πό­λοι­πος κό­σμος γρά­φει γι’ αὐ­τὸν τὸν κα­κό­βου­λο ἀ­πο­στά­τη, ὅ­πως τὸν θε­ω­ροῦν, γρά­φουν κι ἐ­κεῖ­νοι, φρον­τί­ζον­τας ὡ­στό­σο, λό­γῳ ἀ­κρι­βῶς τῆς ἄ­με­σης ἀν­τα­πό­κρι­σής τους, νὰ σύ­ρουν τὸν ἄ­σπον­δο ἐ­χθρό τους στὴ λά­σπη. Ἀ­δυ­να­τοῦν ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦν ὅ­τι κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο βυ­θί­ζον­ται οἱ ἴ­διοι ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο σ’ αὐ­τὴν τὴ λά­σπη. Μὲ τὸ φθό­νο καὶ τὸ μί­σος τους ξα­πό­στει­λαν τὸ φί­λο μου μέ­χρι τὸ Νι­ου­κὰστλ τῆς Αὐ­στρα­λί­ας, ὅ­που εἶ­χε ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὴν ἐ­πι­στή­μη του. Ὅ­ταν πρὶν χρό­νια, πά­σχον­τας ἀ­πὸ ὀ­ξεί­α πα­τρι­δαλ­γί­α, μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι ἀ­φή­νει τὸ Νι­ου­κὰστλ κι ἐ­πι­στρέ­φει στὴν πα­τρί­δα του, ἔ­σπευ­σα νὰ τὸν προ­ει­δο­ποι­ή­σω τη­λε­γρα­φι­κῶς γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή του στὴν πα­τρί­δα, ἐ­φι­στών­τας του τὴν προ­σο­χὴ στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ πα­τρί­δα του δὲν εἶ­ναι πλέ­ον στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρὰ μο­νά­χα μιὰ κό­λα­ση, ὅ­που τὸ πνεῦ­μα ἐκ­μη­δε­νί­ζε­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως, ἐ­νῶ τέ­χνη κι ἐ­πι­στή­μη ἀ­πα­ξι­ώ­νον­ται, κα­θὼς ἐ­πί­σης κι ὅ­τι ἡ ἐ­πι­στρο­φή του θὰ σή­μα­νε τὸ τέ­λος του. Ἀ­ψή­φη­σε τὴ συμ­βου­λή μου. Σή­με­ρα, θα­νά­σι­μα ἄρ­ρω­στος, κα­τοι­κο­ε­δρεύ­ει στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κὴ «Ἂμ Στά­ιν­χοφ», μό­νι­μη καὶ ταυ­τό­χρο­να φρι­κτὴ κα­τοι­κί­α του ἐ­δῶ καὶ χρό­νια.



Πρώτη δημοσίευση: Αφιέρωμα στο ιστολόγιο "Ιστορίες μπονζάι" του περιοδικού "Πλανόδιον" (Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2012) 




25/7/12

Χωρίς κωλύματα...


















Thomas Bernhard

Ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας…

(Der Gastwirt…­)

Ε­ΣΤΙ­Α­ΤΟ­ΡΑΣ βρι­σκό­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μα­ζὶ μὲ τὴ σύ­ζυ­γο καὶ τὶς δύ­ο ἀ­δερ­φές του στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ, γε­μί­ζον­τας ἕ­να μα­κρὺ ἔν­τε­ρο γιὰ νὰ φτιά­ξει λου­κά­νι­κα καὶ κρε­μών­τας τα γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Χρη­σι­μο­ποι­ών­τας κρι­θα­ρέ­νιο ἀ­λεύ­ρι, κα­τόρ­θω­σε νὰ φτιά­ξει πε­ρισ­σό­τε­ρα λου­κά­νι­κα ἀ­π’ τὸ ἐ­πι­τρε­πτό, πράγ­μα ὅ­μως ποὺ κα­νεὶς δὲ θὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ. Μὲ τὸ πέ­ρας τῆς δου­λειᾶς καὶ κα­θὼς καὶ τὰ τε­λευ­ταῖα ὑ­πο­λεί­μα­τα τῆς σφα­γῆς ποὺ δι­ήρ­κε­σε ὅ­λη μέ­ρα ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν, ἐ­πι­πλέ­ον­τας στὸ νε­ρό, ἔ­στει­λε τοὺς ὑ­πό­λοι­πους γιὰ ὕ­πνο. Σὰν κά­θη­σε στὴν πόρ­τα γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ἀ­νά­σα του κι ἀ­να­λο­γι­ζό­ταν πῶς θὰ στή­σει τὰ τρα­πέ­ζια γιὰ τὴν πα­νή­γυ­ρη ποὺ θὰ γιόρ­τα­ζε τὴν ἐρ­χό­με­νη Κυ­ρια­κὴ στὸν κῆ­πο ἐμ­πρὸς ἀ­π’ τὸ σπί­τι του, ἦρ­θε ἕ­νας με­θυ­σμέ­νος καὶ τοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε τὴν πρό­θε­σή του ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει. Θὰ κρε­μα­στεῖ, λέ­ει, στὸ ἑ­πό­με­νο δέν­τρο ποὺ θὰ βρεῖ. Ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας ξέ­σπα­σε σὲ γέ­λια, κλεί­δω­σε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα καὶ ξά­πλω­σε. Ἐ­νῶ, τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ί, ἔ­σερ­νε στὸ κτῆ­μα δυ­ὸ σα­νί­δες γιὰ τὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς σκο­πο­βο­λῆς, ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸν με­θυ­σμέ­νο τῆς προ­η­γού­με­νης νύ­χτας νὰ κρέ­με­ται σὲ μιὰ ἀ­π’ τὶς μη­λι­ές του. Εἶ­χε ὄν­τως κρε­μα­στεῖ. Κα­θὼς ὅ­μως τὴν Κυ­ρια­κὴ θὰ ἐ­λάμ­βα­νε χώ­ρα στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ἡ πα­νή­γυ­ρις, ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας δὲν πῆ­γε στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α προ­κει­μέ­νου νὰ δη­λώ­σει τὸ συμ­βάν, πα­ρὰ ἔ­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα στὸ δέν­τρο, ἀ­φή­νον­τάς το νὰ πέ­σει στὸ γρα­σί­δι. Ζεύ­ει τὸ λοι­πὸν ἕ­να ἄ­λο­γο καὶ τρα­βᾶ τὸ πτῶ­μα πά­νω στὴν κα­ρό­τσα. Χω­ρὶς πολ­λὴ σκέ­ψη κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ δά­σος ποὺ βρί­σκε­ται σὲ ἀ­πό­στα­ση μι­σῆς ὥ­ρας ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του. Στε­ρε­ώ­νει ἕ­ναν σι­δε­ρέ­νιο τρο­χὸ πά­νω στὸ νε­κρὸ κορ­μὶ καὶ τὸ βυ­θί­ζει στὴ λι­μνού­λα πί­σω ἀ­π’ τὸ δά­σος. Τώ­ρα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει τὸ πα­νη­γύ­ρι χω­ρὶς κω­λύ­μα­τα. Οἱ κα­λε­σμέ­νοι εὐ­χα­ρι­στιοῦν­ται τὸ πα­νη­γύ­ρι, κι­νού­με­νοι ἀ­νά­με­σα στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς σκο­πο­βο­λῆς καὶ τὴν ἀ­νοι­χτὴ κου­ζί­να. Κα­νεὶς δὲ μα­θαί­νει πο­τὲ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ γιὰ τὸν με­θυ­σμέ­νο ἄν­δρα τῆς γει­το­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας, τὸν ὁ­ποῖ­ο μὲν ψά­χνουν μέ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες, σύν­το­μα ὅ­μως ἔ­χουν ξε­χά­σει.



Πρώτη δημοσίευση: Αφιέρωμα στο ιστολόγιο "Ιστορίες μπονζάι" του περιοδικού "Πλανόδιον" (Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2012)
 

22/7/12

Δυστυχώς...





















Thomas Bernhard

Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κρά­τους

(Staatsgeschichte)

ΑΠΟΙΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΡΑΤΟΥΣ στὴν κεν­τρι­κὴ Εὐ­ρώ­πη, ὅ­που σή­με­ρα οἱ Πρό­ε­δροι πρέ­πει νὰ ζοῦν μὲ διαρ­κῆ φό­βο γιὰ τὴ ζω­ή τους, καὶ δι­καί­ως, ἀ­πο­κά­λυ­ψε στὸν ἔμ­πι­στό του ἕ­να σχέ­διο, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τέ­στρω­σε κα­τὰ τὴ διάρ­κεια ἑ­κα­τον­τά­δων ἄ­γρυ­πνων νυ­χτῶν, σχέ­διο ποὺ θὰ ἐ­πέ­τρε­πε στὸν Ἀρ­χη­γὸ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει ἐν μιὰ νυ­κτὶ τὴ χώ­ρα του, τὴν ὁ­ποί­α, ὅ­πως καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι Ἀρ­χη­γοὶ Κρα­τῶν τῆς κεν­τρι­κῆς Εὐ­ρώ­πης πράτ­τουν μὲ τὶς δι­κές τους χῶ­ρες, ὁ­δή­γη­σε, ὡς ἅρ­μο­ζε καὶ μὲ συ­νέ­πεια, στὴν ἀ­πό­λυ­τη κα­τα­στρο­φή. Μά­λι­στα, ἡ φυ­γὴ θὰ συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀ­πό­σπα­ση τό­σης πε­ρι­ου­σί­ας ποὺ θὰ ἐ­ξα­σφά­λι­ζε μιὰ μα­κρᾶς δι­αρ­κεί­ας κι ἀ­πε­ρι­ο­ρί­στου ἀ­σφα­λεί­ας καὶ πο­λυ­τέ­λειας ζω­ὴ σὲ κά­ποι­α, ἰ­δα­νι­κὴ γιὰ τὸ σκο­πὸ αὐ­τό, χώ­ρα τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Σκό­πευ­ε μά­λι­στα νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει τὸ σχέ­διό του τὸ συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τόν, μὲ τὴν ἀ­πα­ραί­τη­τη βέ­βαι­α προ­ϋ­πό­θε­ση ὅ­τι ὁ ἔμ­πι­στός του θὰ τη­ροῦ­σε σι­γὴν ἰ­χθύ­ος ἐ­π’ αὐ­τοῦ. Ὁ ἔμ­πι­στος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χαι­ρε τῆς ἐμ­πι­στο­σύ­νης τοῦ Ἀρ­χη­γοῦ γιὰ δε­κα­ε­τί­ες, ὑ­πο­σχέ­θη­κε στὸν Ἀρ­χη­γὸ τὴν ἐ­χε­μύ­θειά του κι ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴ σει­ρά του ὑ­πο­σχέ­θη­κε στὸν ἔμ­πι­στό του τέ­τοι­α πε­ρι­ου­σί­α ποὺ θὰ τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε, ὅ­πως και σ’ ἐ­κεῖ­νον, τὸν Ἀρ­χη­γὸ δη­λα­δή, κα­τό­πιν ἐ­πι­τυ­χοῦς δι­α­φυ­γῆς, ἕ­ναν βί­ο ξέ­γνοια­στο καὶ πραγ­μα­τι­κὰ πο­λυ­τε­λῆ μέ­χρι τὸ τέ­λος τῶν ἡ­με­ρῶν του. Πρὶν πε­ρά­σουν κὰν δύ­ο λε­πτὰ ἀ­πὸ τὴ συμ­φω­νί­α με­τα­ξὺ Ἀρ­χη­γοῦ Κρά­τους κι ἐμ­πί­στου, ὁ ἔμ­πι­στος ἁ­πλού­στευ­σε τὰ πράγ­μα­τα, σκο­τώ­νον­τας τὸν Ἀρ­χη­γὸ μὲ μιὰ σφαί­ρα στὸ λαι­μὸ κι ἀ­να­γο­ρεύ­ον­τας ἑ­αυ­τὸν σὲ Ἀρ­χη­γὸ Κρά­τους. Στὴ στιγ­μὴ ἐ­ξόν­τω­σε ὅ­λους τους ὑ­πο­στη­ρι­κτὲς τοῦ προ­κα­τό­χου καὶ προ­τύ­που του καὶ προ­βί­βα­σε αὐ­τὸν ποὺ ἀ­νέ­λα­βε τὴν ἐ­ξόν­τω­ση τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ὑ­πο­στη­ρι­κτῶν τοῦ προ­κα­τό­χου καὶ προ­τύ­που του σὲ ἔμ­πι­στό του. Κα­θὼς γνώ­ρι­ζε πλέ­ον τὸ μο­τί­βο τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Κρά­τους, πε­ρί­με­νε, ὅ­πως ἦ­ταν φυ­σι­κὸ, τὴν κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη στιγ­μὴ προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξον­τώ­σει τὸν ἔμ­πι­στό του, πρὶν προ­λά­βει ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸ πρά­ξει. Δυ­στυ­χῶς, ἄρ­γη­σε ὑ­περ­βο­λι­κὰ νὰ δρά­σει.



Πρώτη δημοσίευση: Αφιέρωμα στο ιστολόγιο "Ιστορίες μπονζάι" του περιοδικού "Πλανόδιον" (Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2012)
 


19/7/12

Στο τσακ...!



Thomas Bernhard

Πα­ρὰ τρί­χα

(Fast)

ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΕΚΔΡΟΜΗ στὸ Μόλ­ταλ, στὸ ὁ­ποῖ­ο πάν­το­τε ἤ­μα­σταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­πο­χῆς, πι­ά­σα­με τὴν κου­βέν­τα σὲ ἕ­να παν­δο­χεῖ­ο στὸ Ὀμ­περ­βέλ­λαχ, τὸ ὁ­ποῖ­ο μᾶς συ­νέ­στη­σε ἕ­νας για­τρὸς στὸ Λίν­τς καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ μᾶς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σε, μὲ μιὰ πα­ρέ­α βο­η­θῶν λι­θο­ξό­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τὰ τὸ σχό­λα­σμα συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὸ παν­δο­χεῖ­ο, ἔ­παι­ζαν τσί­τερ καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρὰ μᾶς θύ­μι­σαν μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τοὺς ἀ­νε­ξάν­τλη­τους θη­σαυ­ροὺς τῆς μου­σι­κῆς πα­ρά­δο­σης τοῦ Κέρ­ντεν. Ὅ­ταν ἦ­ταν κά­πως πε­ρα­σμέ­νη ἡ ὥ­ρα, ἡ πα­ρέ­α τῶν βο­η­θῶν λι­θο­ξό­ων ἦρ­θε καὶ κά­θη­σε στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ κα­θέ­νας τους ἀ­πέ­δω­σε κα­τὰ τὸ δυ­να­τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο κά­ποι­ο ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτο ἢ ἀ­ξι­ο­στό­χα­στο πε­ρι­στα­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του. Κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τήν, τὴν πρό­σο­χη μᾶς τρά­βη­ξε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­κεῖ­νος ὁ βο­η­θὸς λι­θο­ξό­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι στὰ δε­κα­ε­φτά του, προ­κει­μέ­νου νὰ κερ­δί­σει ἕ­να στοί­χη­μα ποὺ εἶ­χε βά­λει μ’ ἕ­ναν συ­νά­δελ­φό του, ἀ­νέ­βη­κε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ —ὡς γνω­στόν— πα­νύ­ψη­λου καμ­πα­να­ριοῦ στὸ Τάμ­σβεγκ. Πα­ρὰ τρί­χα γλί­τω­σα τὴ θα­νά­σι­μη πτώ­ση, εἶ­πε ὁ βο­η­θὸς λι­θο­ξό­ος, το­νί­ζον­τας στὴ συ­νέ­χεια ρη­τὰ καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὅ­τι πα­ρὰ τρί­χα θὰ τὸν εἶ­χαν γρά­ψει οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες.




Πρώτη δημοσίευση: Αφιέρωμα στο ιστολόγιο "Ιστορίες Μπονζάι" του περιοδικού "Πλανόδιον" (Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2012)




16/7/12

Ώρα για Μπέρνχαρντ και...φήμη!
















Thomas Bernhard

Φήμη

(Berühmt)

ΗΜΙΣΜΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ καὶ κά­το­χος πα­νε­πι­στη­μια­κῆς ἕ­δρας ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει μιὰ ἐγ­χεί­ρι­ση ρου­τί­νας, κα­θό­λου δύ­σκο­λη, οὔ­τε ἐ­πι­κίν­δυ­νη, καὶ νὰ ἀ­να­θέ­σει τὴν πε­ρά­τω­σή της στοὺς βο­η­θούς του, λό­γῳ ξαφ­νι­κῆς ἀ­δι­α­θε­σί­ας. Στὴ συ­νέ­χεια δὲν δι­έ­θε­τε τὸ σθέ­νος νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ δη­μο­σί­ως καὶ στὴν ἴ­δια τὴν ἀ­σθε­νῆ, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε ἐν τῷ με­τα­ξὺ συ­νέλ­θει, τὸ πῶς ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα, ἀν­τι­θέ­τως, δε­χό­ταν τὰ συγ­χα­ρη­τή­ρια τῆς ἀ­σθε­νοῦς γιὰ τὴν ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη ἐ­πέμ­βα­ση, ἀ­νε­ξάρ­τη­τως δὲ ἀ­π’ τὰ ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον πο­λύ­τι­μα δῶ­ρα ποὺ δέ­χτη­κε ἀ­π’ τὴν ἀ­σθε­νῆ, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων κι ἕ­να χρυ­σὸ ρο­λό­ι τσέ­πης, τὸ ὁ­ποῖ­ο λέ­γε­ται ὅ­τι ἀ­νῆ­κε στὸν Να­πο­λέ­ον­τα Ι. Ἀ­γνο­οῦ­με, πό­σοι φη­μι­σμέ­νοι χει­ρουρ­γοὶ κα­θη­με­ρι­νῶς αἰ­σθά­νον­ται ἀ­δι­α­θε­σί­ες, δι­α­κό­πτουν ἐγ­χει­ρί­σεις καὶ τὶς ἀ­να­θέ­τουν στοὺς βο­η­θούς τους, καρ­πω­νό­με­νοι ἐν συ­νε­χεί­ᾳ τὸν ἔ­παι­νο, τὰ συγ­χα­ρη­τή­ρια καὶ τὰ εὐ­χα­ρι­στή­ρια δῶ­ρα, ὡ­στό­σο ὁ ἀ­ριθ­μός τους θὰ πρέ­πει νὰ πλη­σιά­ζει τὸν ἴ­διο τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν φη­μι­σμέ­νων χει­ρουρ­γῶν. Κι ὁ ἀ­ριθ­μὸς ὅ­μως τῶν ἀ­γνώ­στων κι ἀ­φα­νῶν βο­η­θῶν, στοὺς ὁ­ποί­ους ἁ­πλῶς ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­δι­α­θε­σί­α, εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ὑ­ψη­λός. Ὁ ὑ­πο­φαι­νό­με­νος προ­τι­μοῦ­σε νὰ χει­ρουρ­γεῖ­ται πάν­το­τε ἀ­πὸ τοὺς βο­η­θοὺς τῶν φη­μι­σμέ­νων χει­ρουρ­γῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι τυγ­χά­νει νὰ εἶ­ναι καὶ φη­μι­σμέ­νοι κα­θη­γη­τὲς ἰ­α­τρι­κῆς, κι ὄ­χι ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς τε­λευ­ταί­ους. Πάν­το­τε δὲ ἄ­φη­νε πί­σω του τὸ χει­ρουρ­γι­κὸ τρα­πέ­ζι σῶ­ος κι ἀ­βλα­βής.



ΣτΜ: Ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στοὺς ἀ­φα­νεῖς ἥ­ρω­ες.

 

 

Πρώτη δημοσίευση: Αφιέρωμα στον Τόμας Μπέρνχαρντ, ιστολόγιο "Ιστορίες Μπονζάι" του περιοδικού "Πλανόδιον" (Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2012)

 



13/7/12

Μήπως σε κάψει μια ψυχή...















Παναγιώτης Ιωαννίδης

Κερί αναμμένο
 

Τούτη την άνοιξη πρώτη μου φορά
κράτησα δυο κεριά στον Επιτάφιο
Εγώ που δεν πολυπιστεύω

Όμως εδώ και τρία χρόνια
ανάβω πάντα δυο κεράκια
στα πιο μικρά ξωκκλήσια

Επειδή λέμε η ψυχή τρεμοσβήνει
εγώ τα ανάβω με επίμονη αφέλεια
και προσδοκία πιστού

Ύστερα λέμε – έσβησε
Όμως ποτέ δε θα ξεχάσω
πώς άστραψε το πρόσωπό σου αυστηρό

όταν με είδες κάποια νύχτα να φυσάω
τη φλόγα του κεριού
Του παίρνεις την ψυχή. Ποτέ

να μην το σβήνεις έτσι. Πάντα
με σαλιωμένα δάχτυλα ν' αγγίζεις το φιτίλι
μες στο χέρι σου

μάζευε τη φλόγα μην 
τη σκορπάς στον αέρα
Από τότε προσέχω πάντα

χωρίς να εξηγώ κι ας με πειράζουν
για τούτη την παράξενη φροντίδα. Αξίζει
τον κόπο να βρέχεις τα δάχτυλα

τρυφερά να πιάνεις τη φλόγα
αξίζει τον κόπο
ο ελάχιστος κίνδυνος μήπως καεί

το διστακτικό δειλό σου χέρι
– μήπως σε κάψει μια ψυχή
που –προσωρινά– αποσύρεται


Όμως εχθές πριν κοιμηθώ ξεχάστηκα
φύσηξα τη φλόγα – ο τοίχος πάνω
από το παραπανίσιο μαξιλάρι πιτσιλίστηκε

λειωμένο κερί
Μ' έπιασε τότε ένα παράπονο
Λες ήταν άνθρωπος – και έφταιγα εγώ

10/7/12





Επιτέλους, ας γίνει μια ανάγνωση του ποιήματος με σωστό τονισμό του "σε" που, όχι, δεν είναι πρόθεση!!

Σαν που ταιριάζει σε...


























Κωνσταντίνος Καβάφης

 Απολείπειν ο θεός Αντώνιον


Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις. 


6/7/12

...

Από το χρέος σου είμαι ωραίος...






















Κωστής Παλαμάς


Δεν ξέρω εγώ κανένα θεό Χρέος,
ένα θεό εγώ ξέρωτην Αγάπη.
Αγάπη, από το χρέος σου είμαι ωραίος.

Εσύ με κάνεις δούλο, εσύ σατράπη,
φτερά τα κάνεις τα σκοινιά του γάμου 
πότε με δέρνεις, βέργα ενός αράπη,

πότε ανθείς, περιβόλι ολόγυρά μου.
Εσύ με τα βαθιά τα καταφρόνια
με γιομίζειςπλαταίνεις την καρδιά μου,

σα θάλασσας αγέρας τα πλεμόνια.
Έρωτα εσύ, μονάρχη και γενάρχη!
Εσύ τυφλή και η Μοίρα, εσύ και η Πρόνοια.

Ό,τι δεν αγαπούμε, δεν υπάρχει.




Από τα "Σατιρικά γυμνάσματα"


3/7/12

¿Habrán tales amores...?

Φυσάει στον κόσμο κι είναι αργά...














Διονύσης Καψάλης


Φυσάει στον κόσμο κι είναι αργά∙
μεγάλα σύννεφα βαριά

μαζεύτηκαν απ' το πρωί,
κι ο ήλιος έμοιαζε κερί

πίσω από λερωμένο τζάμι
η φλόγα μέσα στην παλάμη

που όλο φοβάσαι μη σου σβήσει∙
φυσάει εδώ κι έχω καθήσει

και φτιάχνω απ' τις σιωπές του δρόμου
ένα ταξίδι στο μυαλό μου,

κι ένα κερί κρατώ αναμμένο,
που το φυλώ και το πηγαίνω-

δεν ξέρω πού, για ποιο σκοπό,
ούτε κι αν φτάσω τι θα πω.


30/6/12

Εγώ λέω πιο όμορφο, εκείνο που αγαπάμε...






















Σαπφώ


άλλοι λένε το ιππικό πως είναι το πιο όμορφο
πάνω στη μαύρη γη, αλλοι το πεζικό
και άλλοι τα καράβια εγώ όμως λέω πιο όμορφο
εκείνο που αγαπάμε∙ 

κι αυτό μπορεί κανείς εύκολα να το νιώσει
η Ελένη που 'χε ασύγκριτη ομορφιά
μες στους θνητούς ανθρώπους,
τον άντρα της, τον άριστο μες στους ξεχωριστούς

παράτησε και για την Τροία άνοιξε πανιά
χωρίς καθόλου να νοιαστεί την κόρη
και τους ακριβούς γονείς της τόσο πολύ
τη γέλασ' η θεά και πήρε το μυαλό της

βλέπεις είν' εύκαμπτο πολύ των γυναικών το γένος
και εύκολα μάς ξεγελά η Κύπρις
έτσι και τώρα, φέρνει ξαφνικά
στη θύμησή μου την Ανακτορία, που 'χει φύγει πια

εκείνης θα 'θελα να δω ξανά το εράσμιο βήμα,
του λαμπερού προσώπους της το εξαίσιο φέγγος
παρά τα όπλα των Λυδών και τους στρατιώτες πάνοπλους
μες στο πεδίο της μάχης.



Απόδοση στη νέα ελληνική: Τασούλα Καραγεωργίου


25/6/12

Los amorosos...




¡Para Rosenver!

Δίχως Θεό μήτε διάβολο...


























Jaime Sabines


Οι εραστές


Οι εραστές σιωπούν.
Ο έρωτας, η σιωπή η πιο λεπτή,
η πιο ριγηλή, η πιο αβάσταχτη.
Οι εραστές αναζητούν,
οι εραστές είναι αυτοί που εγκαταλείπουν
που αλλάζουν, που ξεχνούν.
Η καρδιά τους το λέει: ποτέ τους δε θα βρουν,
όχι, δε βρίσκουν, μονάχα αναζητούν.

Οι εραστές άγονται ως τρελοί
γιατί μόνοι τους είναι, μόνοι, μόνοι,
παραδίνονται, δίνονται κάθε στιγμή,
κλαίγοντας γιατί τον έρωτα δεν τον διασώζουν.
Τους παιδεύει ο έρωτας. Οι εραστές
ζουν τη ζωή, πώς αλλιώς, αφού άλλο δεν ξέρουν.
Πάντοτε εν κινήσει,
πάντοτε, με κάποιον αόριστο προορισμό.
Καρτερούν,
τίποτα δεν προσμένουν, μα καρτερούν.
Ξέρουν πως ποτέ τους δεν θα βρουν.
Ο έρωτας, επέκταση ατέρμονη,
πάντοτε το επόμενο βήμα και το άλλο και το άλλο.
Εραστές θα πει ακόρεστοι,
είναι εκείνοι, πάντοτε, -και τι καλά!- που μοιραία μόνοι μένουν.

Οι εραστές , η Ύδρα η Λερναία του μύθου.
Φίδια έχουν αντί για μπράτσα.
Στο λαιμό τους οι φλέβες τινάζονται,
άλλα φίδια αυτές, σαν για να τους πνίξουν.
Οι εραστές ύπνο δεν έχουν,
καθώς, σαν κοιμηθούν, βορά θα γίνουν σκουληκιών.

Στο σκοτάδι τα μάτια ανοίγουν
κι εντός τους ρέει ο πανικός.

Κάτω απ’ τα σκεπάσματα αντικρίζουν σκορπιούς
και το στρώμα τους σαν σε λίμνη επιπλέει.

Οι
εραστές είναι τρελοί, απλώς τρελοί,
δίχως Θεό μήτε διάβολο.

Οι εραστές απ’ τις σπηλιές τους προβάλλουν,
αναριγώντας, πεινασμένοι,
προς θήραν φαντασμάτων.
Γελούν μ’ αυτούς που όλα τα ξέρουν,
με όσους αιώνια και σταλήθεια αγαπούν,
μ’ εκείνους που στον έρωτα πιστεύουν
σαν σε λάμπα πετρελαίου με λάδι αστείρευτο.

Οι εραστές στοιχηματίζουν να συγκρατήσουν το νερό,
τον καπνό να διαστίξουν, να μη φύγουν.
Πιάνονται στο παιχνίδι, το διεξοδικό και λυπηρό, του έρωτα.
Κανείς δεν παραιτείται.
Λένε, δεν παραιτείται κανείς.
Οι εραστές περιφρονούν τους τύπους.

Αδειανοί, μα αδειανοί καθένας απ’ την πλευράν αυτού,
με το θάνατο να σιγοκαίει πίσω απ’ τα μάτια,
εκείνοι προχωρούν και κλαίνε ως τα χαράματα,
όπου με πόνο ψυχής τραίνα χωρίζονται και κατευθύνσεις.

Κάποτε φτάνει ως αυτούς ένα άρωμα νεογέννητης γης,
γυναικών που κοιμούνται με το χέρι στο φύλο,
ικανοποιημένες,
ροής νερού δροσερού, κι εστίας.

Οι εραστές τραγουδούν από χείλος σε χείλος
τραγούδι αμάθευτο ακόμη,
και κλαίγοντας προχωρούν, κλαίγοντας,
την ωραία ζωή.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


***************************

Los amorosos


Los amorosos callan.
El amor es el silencio más fino,
el más tembloroso, el más insoportable.
Los amorosos buscan,
los amorosos son los que abandonan,
son los que cambian, los que olvidan.
Su corazón les dice que nunca han de encontrar,
no encuentran, buscan.

Los amorosos andan como locos
porque están solos, solos, solos,
entregándose, dándose a cada rato,
llorando porque no salvan al amor.
Les preocupa el amor. Los amorosos
viven al día, no pueden hacer más, no saben.
Siempre se están yendo,
siempre, hacia alguna parte.
Esperan,
no esperan nada, pero esperan.
Saben que nunca han de encontrar.
El amor es la prórroga perpetua,
siempre el paso siguiente, el otro, el otro.
Los amorosos son los insaciables,
los que siempre -¡que bueno!- han de estar solos.

Los amorosos son la hidra del cuento.
Tienen serpientes en lugar de brazos.
Las venas del cuello se les hinchan
también como serpientes para asfixiarlos.
Los amorosos no pueden dormir
porque si se duermen se los comen los gusanos.

En la oscuridad abren los ojos
y les cae en ellos el espanto.

Encuentran alacranes bajo la sábana
y su cama flota como sobre un lago.

Los amorosos son locos, sólo locos,
sin Dios y sin diablo.

Los amorosos salen de sus cuevas
temblorosos, hambrientos,
a cazar fantasmas.
Se ríen de las gentes que lo saben todo,
de las que aman a perpetuidad, verídicamente,
de las que creen en el amor
como una lámpara de inagotable aceite.

Los amorosos juegan a coger el agua,
a tatuar el humo, a no irse.
Juegan el largo, el triste juego del amor.
Nadie ha de resignarse.
Dicen que nadie ha de resignarse.
Los amorosos se avergüenzan de toda conformación.

Vacíos, pero vacíos de una a otra costilla,
la muerte les fermenta detrás de los ojos,
y ellos caminan, lloran hasta la madrugada
en que trenes y gallos se despiden dolorosamente.

Les llega a veces un olor a tierra recién nacida,
a mujeres que duermen con la mano en el sexo,
complacidas,
a arroyos de agua tierna y a cocinas.

Los amorosos se ponen a cantar entre labios
una canción no aprendida,
y se van llorando, llorando,
la hermosa vida.