11/11/12

Έπεφτε το κορμάκι σου και το 'χτιζα με χάδια...














Μιχάλης Γκανάς

Flash-back

Έπεφτε το κορμάκι σου και το 'χτιζα με χάδια
                     την ώρα που 'σβησε το φως
                     κι άναψαν τα σκοτάδια.

                     Είδα το μαύρο που 'κρυβες
                     με σάρκα και με δέρμα
κι ανάμεσα στα δόντια σου το «σ' αγαπώ» σαν κέρμα.

Τρόμαξα κι άναψες το φως, η νύχτα έκανε πίσω
                    σα φίδι που δεν πρόλαβα
                    καλά να το χτυπήσω.

                    Κι άφησε στο σεντόνι μας
                    το μαύρο της το ντύμα,
 όλο το βράδυ πάσχιζα να κόψω αυτό το νήμα.

Του κόσμου η παγωνιά κι η ερημιά...

6/11/12

Θεία ουσία...



 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Νίκος Εγγονόπουλος
ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες π' αγαπούμε 
είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχη
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ' τα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε
σα δάκρυα
σαν ακρογιάλια φωτεινά
σα ρόδια

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε κύκνοι
τα πάρκα τους
ζουν μόνο μέσα στην καρδιά μας
είν' τα φτερά τους
τα φτερά αγγέλων
τ' αγάλματά τους είναι το κορμί μας
οι ωραίες δεντροστοιχίες είν' αυτές οι ίδιες
ορθές στην άκρια των ελαφρών ποδιών
τους
μας πλησιάζουν
κι είναι σαν μας φιλούν
στα μάτια
κύκνοι

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε λίμνες
στους καλαμιώνες τους
τα φλογερά τα χείλια μας σφυρίζουν
τα ωραία πουλιά μας κολυμπούνε στα νερά τους
κι ύστερα
σαν πετούν
τα καθρεφτίζουν
- υπερήφανα ως ειν' -
οι λίμνες
κι είναι στις όχθες τους οι λεύκες λύρες
που η μουσική τους πνίγει μέσα μας
τις πίκρες
κι ως πλημμυρούν το είναι μας
χαρά
γαλήνη
είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε
λίμνες

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν σημαίες
στου πόθου τους ανέμους κυματίζουν
τα μακρυά μαλλιά τους
λάμπουνε
τις νύχτες
μεσ' στις θερμές παλάμες τους κρατούνε
τη ζωή μας
είν' οι απαλές κοιλιές τους
ο ουράνιος θόλος
είναι οι πόρτες μας
τα παραθύρια μας
οι στόλοι
τ' άστρα μας συνεχώς ζούνε κοντά τους
τα χρώματά τους είναι
τα λόγια της αγάπης
τα χείλη τους
είναι ο
ήλιος το φεγγάρι
και το πανί τους είν' το μόνο σάβανο που μας αρμόζει :
είν' οι γυναίκες που αγαπούμε σαν σημαίες

είν' οι γυναίκες που αγαπούμε δάση
το κάθε δέντρο τους είν' κι ένα μήνυμα του πάθους
σαν μεσ' σ' αυτά τα δάση
μας πλανέψουνε
τα βήματά μας
και χαθούμε
τότες είν'
ακριβώς
που βρίσκουμε τον εαυτόνε μας
και ζούμε
κι όσο από μακρυά ακούμε νάρχωνται οι μπόρες
ή και μας φέρνει
ο άνεμος
τις μουσικές και τους θορύβους
της γιορτής
ή τις φλογέρες του κινδύνου
τίποτε - φυσικά - δε μπορεί να μας φοβίση
ως οι πυκνές οι φυλλωσιές
ασφαλώς μας προστατεύουν
μια που οι γυναίκες π' αγαπούμε είναι σα δάση

είν' οι γυναίκες π' αγαπούμε σαν λιμάνια
(μόνος σκοπός
προορισμός
των ωραίων καραβιών μας)
τα μάτια τους
είν' οι κυματοθραύστες
οι ώμοι τους είν' ο σηματοφόρος
της χαράς
οι μηροί τους
σειρά αμφορείς στις προκυμαίες
τα πόδια τους
οι στοργικοί
μας
φάροι
- οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κ α τ ε ρ ί ν α -
είναι τα κύματά τους
οι υπέροχες θωπείες
οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν
μόνε
μας
δείχνουνε το δρόμο
- φιλικές -
προς τα λιμάνια : τις γυναίκες που αγαπούμε

έχουνε οι γυναίκες π' αγαπούμε θεία την ουσία
κι όταν σφιχτά στην αγκαλιά μας
τις κρατούμε
με τους θεούς κι εμείς γινόμαστ' όμοιοι
στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
τίποτε δεν είν' πια δυνατό να μας κλονίση
με τα λευκά τους χέρια
αυτές
γύρω μας γαντζώνουν
κι έρχονται όλοι οι λαοί
τα έθνη
και μας προσκυνούνε
φωνάζουν
αθάνατο
στους αιώνες
τ' όνομά μας
γιατί οι γυναίκες π' αγαπούμε
την μεταδίνουν
και σ' εμάς
αυτή
τη θεία τους
ουσία

31/10/12

Ζητούν τον κ. Πιραντέλλο στο τηλέφωνο...

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Μια κλήση που δεν έμεινε να προωθείται...
 
'Ζητούν τον κ. Πιραντέλλο στο τηλέφωνο'*
Αντόνιο Ταμπούκι,
Θέατρο Κυδωνία
Οκτώβριος 2012


«Θα ήθελα να τηλεφωνήσω στον κύριο Πιραντέλλο», δηλώνει επανειλημμένα ο (υποδυόμενος τον) Φερνάντο Πεσσόα. Τι κι αν τελικά το τηλεφώνημα αυτό ποτέ δεν πραγματοποιείται; Ο Πεσσόα συνομιλεί με τον Πιραντέλλο, όπως και το έργο κατορθώνει να μιλήσει στο κοινό μέσα από την άκρως επιτυχημένη παρουσίασή του στο θέατρο Κυδωνία.
 
Το μονόπρακτο αυτό έργο του Αντόνιο Ταμπούκι συνιστά έναν υποθετικό μονόλογο του σημαντικότερου ποιητή της Πορτογαλίας του 20ού αιώνα, Φερνάντο Πεσσόα, βασισμένον στην εξίσου υποθετική επιθυμία του τελευταίου να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με μιαν άλλη σπουδαία προσωπικότητα, τον Λουίτζι Πιραντέλλο. «Η πιο ευγενής φιλοδοξία είναι να πάψουμε να είμαστε ο εαυτός μας»: πέρα από ανώτερο υπαρξιακό αξίωμα, πρόκειται για την ιδέα, γύρω από την οποία δομείται κι αναπτύσσεται το έργο και συνάμα για την αποκρυστάλλωση της αλήθειας που βίωνε ο Πεσσόα, όντας κατακερματισμένος σε πολλαπλά «εγώ», αποτυπωμένα σε ετερώνυμους (ψευδώνυμα) όπως «Ρικάρντο Ρέις», «Άλβαρο ντε Κάμπος», «Αλμπέρτο Καέιρο» κ.ο.κ. Κατ’ αντιστοιχία, ο συγγραφέας του έργου δίνει φωνή σε πλήθος προσώπων, μέσα από έναν εγκιβωτισμό χαρακτήρων και ρόλων. «Εγώ δεν είμαι κανείς. Κανείς, κι όμως πολλοί μαζί.» Το ομιλούν «εγώ» γίνεται έτσι ταυτόχρονα ο Πεσσόα, ένας ηθοποιός που τον υποδύεται εν είδει κουρδιστής κούκλας, ο Κανένας, αλλά ακόμη κι ο κάθε θεατής χωριστά. Ωστόσο, ο πρωταγωνιστής δεν αρκείται μόνο στην υπονόμευση της ενότητας του χαρακτήρα του, αλλά δυναμιτίζει και το ίδιο το έργο, μιλώντας άλλοτε για κείμενο που του έχει δοθεί προς ερμηνεία κι άλλοτε για πλήρη απουσία του κι ανάγκη αυτοσχεδιασμού. Μέσα λοιπόν απ’ αυτά τα παιχνίδια, αφενός ανάμεσα στο ενιαίο και το πολλαπλό «εγώ», αφετέρου ανάμεσα στο υπάρχον και το μη υπάρχον, θίγεται εξίσου πλήθος θεμάτων: α. η ελευθερία («οι χαρακτήρες είναι σκλάβοι ενός ρόλου και μιας μάσκας»), β. η τρέλα και η λογική («οι αγριότερες μάχες είναι εκείνες που συμβαίνουν μέσα στο κεφάλι μας»), γ. ο ρόλος του ατόμου στην κοινωνία («βγαίνω στον δρόμο και είμαι σαν όλους τους άλλους»), δ. ο έρωτας, «ένα όνειρο που το βλέπουμε με τα μάτια ανοιχτά», ε. το σώμα, σε αντίθεση με τη διάνοια και την ψυχή, («δεν χωρούν τόσο πολλές ψυχές σε ένα και μόνο σώμα»), στ. η ποίηση («να είναι άραγε η ποίηση αυτό το Μεσοδιάστημα ζωής;») και ζ. η φιλοσοφία της ύπαρξης («ο κόσμος είναι κόσμος μόνον όταν αμφισβητείται» ή «ο άνθρωπος δεν είναι ζώο, είναι μια σάρκα ευφυής, αν και μερικές φορές ασθενής»). Κοντολογίς, το έργο θεματοποιεί το σύνολο της ζωής «που θέλει πολλή ισορροπία και κούραση».
 
Όσο περίπλοκα, δυσνόητα κι αντιφατικά και αν φαντάζουν όλ’ αυτά, η σκηνοθετική ματιά του Μιχάλη Βιρβιδάκη συνιστά καίριο μέσο προσπέλασης του έργου. Τόσο η ηθοποιία του ίδιου στον πρωταγωνιστικό ρόλο όσο και η σκηνοθεσία του, παίρνουν τον θεατή φιλικά απ’ το χέρι και του διηγούνται επεισόδια πότε με τη σωστή διακύμανση της φωνής και τη φροντισμένη κίνηση, πότε με σκηνοθετικά ευρήματα όπως το κολλάζ πάνω σε μουσαμά και πότε με το ταξίδι για το οποίο δίνουν έναυσμα συγκεκριμένα αντικείμενα. Εισερχόμενος στη σκηνή, ο Βιρβιδάκης μεταφέρει και τη σκευή της παράστασης. Αντίστοιχη με τα πολλά «εγώ» είναι και η πολλαπλή ουσία των χαρτιών που κρατά συνεχώς στα χέρια του και σκορπά, τα οποία συμβολίζουν τον ρόλο που έχει να υποδυθεί ο Ποιητής/Ηθοποιός - πρωταγωνιστής του έργου, τα βιώματα («τις πίκρες, τα δάκρυα» κ.λπ.), το «γραμμένο» της ζωής, «το πεπρωμένο» όπως ο ίδιος το ονομάζει, μα, σε ένα επόμενο επίπεδο και τα χαρτιά που όντως βρέθηκαν στο μπαούλο του Πεσσόα μετά τον θάνατό του. Το αποτέλεσμα όλων αυτών διπλό: αφενός η αναλογική και πρέπουσα απόδοση του έργου αφετέρου ένα άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα και μια καλαίσθητη παράσταση.

Ο Αντώνης Παλιεράκης καλύπτει αρμονικά με την εκφραστικότητά του τις ανάγκες ενός ρόλου βουβού, μα συμπρωταγωνιστικού. Έξοχα τα σκηνικά και τα κοστούμια της Όλγας Βερυκάκη που αποδίδουν το κλίμα της εποχής. Τα αιωρούμενα αντικείμενα ταξιδεύουν τον θεατή μέσα στο μυαλό του πρωταγωνιστή του έργου κι αποτυπώνουν επιτυχώς τη γενικότερη διαταραγμένη νοητική του κατάσταση.

Μια παράσταση γεμάτη συμβολισμούς, φροντισμένη και ποιοτική, σαν αυτές στις οποίες μας έχει συνηθίσει το θέατρο Κυδωνία. Μια παράσταση που σίγουρα αξίζει να δει κανείς.


* Για περιορισμένο ακόμη αριθμό παραστάσεων στο θέατρο Κυδωνία. 
 
 
Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα"
 

25/10/12

Madredeus - Alfama...

Ή κάποιο της ανώνυμο ολόγραμμα...





















Ααρών Μνησιβιάδης          

Πρωὶ καὶ ἀνατέλλει πάλι Σάββατο...
 
                                                               Σάββατόν ἐστι· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράββατον
                                                                                                                                                Ἰω 5,10
                                                                                           Θὰ καίγονταν τὰ σπλάχνα τ’οὐρανοῦ
                                                                                                                          Διονύσης Καψάλης

 
Πρωὶ καὶ ἀνατέλλει πάλι Σάββατο
-ἡμέρα πρὸ πολλοῦ περαιωθεῖσα-
τὸ φῶς θ’ἀποκαλύψῃ ὅ,τι ἄβατο
ἐξίσωνε μὲ τ’ἄνισα τὰ ἴσα.
Πρωί· μὲ τροχαλίες κατεβάζουνε
τὰ σπλάχνα τ’οὐρανοῦ κι ὑπερμεγέθη
συρμάτινα σχοινιὰ τὴν γῆ τραντάζουνε
-ὁ σπάγκος τὶς παλάμες σου ἀλέθει.


Πλατφόρμες, γερανοί, ἀλυσοπρίονα·
ξεστήνουνε τῆς νύχτας τὴν ἐξέδρα,
τὸν χρόνο αἰωρούμενη δυσοίωνα
μετρᾷ σὰν ἐκκρεμὲς ξανὰ ἡ Φαίδρα,
ἡ μέρα μεταδίδεται σὰν πρόγραμμα
γραμμένο σὲ κασσέτα: ἡ Ῥεβέκκα
ἢ κάποιο της ἀνώνυμο ὁλόγραμμα,
ἡ Θάμαρ, τελοσπάντων, μιὰ γυναῖκα


θὰ πάρῃ στὸν λαιμό της δῆθεν θύματα
τοὺς ἄντρες (πάντα οἱ ἴδιες ἱστορίες),
οἱ κήρυκες, οἱ ῥήτορες στὰ βήματα,
οἱ φόβοι, οἱ χαμένες εὐκαιρίες.
Αἰῶνες σὲ διάδρομο ποὺ κύλησαν,
θαρρεῖς γυμναστικῆς καὶ τώρα νιώθεις
τὴν κούρασι, οἱ πνεύμονες ξεχείλισαν
καὶ σκέφτεσαι πὼς δὲν ἐδικαιώθης.


Καὶ σκέφτεσαι προς τι ἡ μετακόμισι,
σφυριὰ καὶ τροχαλίες καὶ πριόνια
(ἡ ὥρα περασμένες πῆγε δυόμιση)
ἀφ’οὗ ἀκινητοῦνε καὶ τὰ χρόνια;
Πρωὶ καὶ ἀνατέλλει πάλι Σάββατο,
μονάχα Σάββατο· τὸ ἤξερες κι ἐν τούτοις
στὶς πλάτες σου κουβάλησες τὸν κράβαττο
(μ’ἐκεῖνον θὰ σὲ εἶχε τοῦ χεριοῦ της).


19/10/12

MISTERO BUFFO...




MISTERO BUFFO: Στα χνάρια των δυτικών κωμικών του Μεσαίωνα


Όποιος θέλει καλό θέατρο να δει,
κάτι διαφορετικό να ζήσει,
να γελάσει και πολύ,
το "Mistero Buffo" ας αναζητήσει!!


Πού θα το βρει; Παραμυθίας 28 στο Γκάζι, Παρ-Σαβ-Κυρ, 
αυτήν και την επόμενη εβδομάδα.


Από την ομάδα ΤΣΙΡΙΤΣΑΝΤΣΟΥΛΕΣ

18/10/12

Γι' αυτό σου λέω...
















 
Τάσος Λειβαδίτης


Έρωτας

Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.


***

Πείρα αιώνων

Γι' αυτό σου λέω, μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο. Μην ξυπνάς:
 θα μετανιώσεις.


***


Καθ' ημέραν βίος

Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, 
       συμβιβασμοί - 
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.


16/10/12

Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό...



Από αυτήν την εβδομάδα ξεκινάει ουσιαστικά και επίσημα η συνεργασία μας στη μόνη διαδικτυακή, εν προόδω ανθολογία σύγχρονης ποίησης:

Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό!


Η πανάρχαια κοίτη της έμμετρης ποίησης, με το ολοένα ανανεούμενο,
 γάργαρο νερό της... 


Ανθολόγοι Β περιόδου: Κώστας Κουτσουρέλης, Σοφία Κολοτούρου, 
Ααρών Μνησιβιάδης, Θάνος Γιαννούδης, Έλενα Σταγκουράκη

Εικαστική επιμέλεια: Μαρία Γιαγιάννου

10/10/12

Μια υπέροχη μελωδία...

Ο μέσα μου Αδάμ ξανά πηλός...



Ααρών Μνησιβιάδης

ΓΕΝΕΘΛΙΑ 2011


Ὁ χρόνος ποὺ μετροῦν οἱ ἡμεροδεῖχτες
ιδού, μοῦ ἀποδίδεται διπλός,
ἐντόκως, μὲ τὶς μέρες καὶ τὶς νύχτες
ἐπάνω στὸ τραπέζι ἰσοσκελῶς
σὲ δίκαιη μοιρασιά· κάποιος τυφλὸς
θ’ἀνέλαβε τὸν ῥόλο διανομέα
καὶ λάμπει τῆς ζωῆς μου ὁ πακτωλὸς
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.

Γεμίζω παρελθὸν τοὺς καταψῦχτες:
βλεφάρων τρεμουλιάσματα, ὁ θολὸς
στὰ μάτια δισταγμός, οἱ καληνύχτες
μετέωρες, σὰν κόλαφος δειλός,
ὁ μέσα μου Ἀδὰμ ξανὰ πηλός
καὶ μία ἀσχημάτιστη ἰδέα.
Καινούργιος παραμένω καὶ παλιός
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.

Κεράκια, τῆς ψυχῆς μου ἀνεμοδεῖχτες,
στὴν τούρτα καρφωμένοι ἐπισφαλῶς,
τοῦ πρὶν καὶ τοῦ μετὰ λαθραιμομῖχτες,
ἀκοῦστε τὴν εὐχὴ ποὺ ἕνας τρελὸς
καὶ πρόβατο μονάχο, ἀπολωλός,
σὰν δέησι ἀναπέμπει φευγαλέα:
νὰ μείνῃ αἰωνίως σιωπηλὸς
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.

Κι ἂν τοῦτο δὲν μπορεῖτε παντελῶς,
τοὐλάχιστον ἂς σβήσετε παρέα
ἐσεῖς καὶ κάθε μνήμης μου ὁ δαυλὸς
ἀπόψε, στοῦ Ὀκτώβρη τὶς ἐννέα.

3/10/12

Ξαναπαντρευόμαστε...!




Η "Ψυχολογία Συριανού συζύγου" 
για δεύτερη συνεχόμενη θεατρική περίοδο
 στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.


Όποιος την χάσει, το φταίξιμο δικό του!


Περί νυμφώνος...



“Love and marriage…”


«Ψυχολογία Συριανού συζύγου»
Εμμανουήλ Ροΐδη
Θέατρο Νέου Κόσμου
Μάιος 2012


Απ’ αλλού το περιμέναμε κι απ’ αλλού μας ήρθε! Άλλοι είχαν υποσχεθεί την «αναβάπτιση στις ρίζες και μια αναδημιουργία της παράδοσης» κι άλλοι είδαμε να το επιτυγχάνουν και να το προσφέρουν απλόχερα στο κοινό. Στη δεύτερη κατηγορία κατατάσσεται δικαιωματικά η δραματοποίηση του ροϊδικού διηγήματος απ’ την ομάδα Gaff, η οποία πέρα απ’ τα παραπάνω, έδωσε και κάτι άλλο, ανεκτίμητο: καλό θέατρο!

Το σατιρικό διήγημα του Ροΐδη με τον ιδιότυπο χαρακτήρα του που προκύπτει απ’ το συνδυασμό διαφόρων αφηγηματικών τρόπων, πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Άστυ» στα 1894. Θέμα του, το παντού και πάντα επίκαιρο ερώτημα αν ο γάμος «είναι ο τάφος του έρωτος», καθώς και η φυσιογνωμία και οι απαιτήσεις του έγγαμου βίου. Ο Ροΐδης εξιστορεί βήμα-βήμα τη «συζυγική ενηλικίωση» θα λέγαμε του Συριανού, ο οποίος μαθαίνει ν’ αντέχει τόσο τη σύζυγό του, με τα καπρίτσια της, όσο και τον ίδιο του τον εαυτό, με τη ζήλεια, την ανυπομονησία και την έλλειψη κάποτε κατανόησης απέναντί της. Το δίχως άλλο, ο γάμος σήμανε το τέλος της «τακτικής και μακαρίας εκείνης καταστάσεως», στην οποία βρισκόταν πρωτύτερα ως εργένης και την οποία ενεθυμείτο «με τον φλογερόν πόθον με τον οποίον ενθυμείται ο άρρωστος τον καιρόν όπου ήτο υγιής». Ωστόσο, μετ’ ολίγου καιρού και στο τέλος του διηγήματος, καταλήγει στο συμπέρασμα πως είναι άδικο κι αχάριστο ν’ ανήκει «εις τους μεμψιμοίρους εκείνους, τους κηρύττοντας τον κόσμον κακοκαμωμένον, δια τον λόγον ότι τα ρόδα έχουσιν ακάνθας». Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι έλεγαν ότι «αγαθά κόποις κτώνται», ρήση που η λαϊκή σοφία απέδωσε ως «κάθε καλό και δύσκολο». Να είναι όντως αυτή η λύση μιας αρμονικής συμβίωσης ή να χρυσώνει άραγε ο Συριανός το χάπι του; Την απάντηση την αφήνουμε στην κρίση καθενός, τόσο για την ερμηνεία του έργου, όσο και για την πράξη της προσωπικής του ζωής.

Η παράσταση στο θέατρο του Νέου Κόσμου είναι από τις ευτυχέστερες περιπτώσεις δραματοποίησης λογοτεχνικού έργου και μεταφοράς του στη σκηνή, κατορθώνοντας όχι μόνο ν’ αποδώσει το κείμενο, αλλά, πολύ περισσότερο, να το αναδείξει! Η ευφάνταστη και πλούσια σκηνοθεσία της Σοφίας Καραγιάννη συνέβαλε σ’ αυτό καταλυτικά, με χιούμορ πηγαίο. Και τι δεν περιείχε: από παντομίμα, χορούς, προσευχή, πρόσθετους διαλόγους-ευφυολογήματα σε ξένες γλώσσες (απ’ τις ελάχιστες φορές που κάτι τέτοιο έχει λόγο ύπαρξης κι εντάσσεται αρμονικά στην παράσταση), έως και «κονταροχτύπημα» εν είδει μπαστουνομαχίας. Η αποτύπωση των προσωπικών στιγμών του ζεύγους μάς μετέφερε με την «ελευθεροστομία» της μάλλον στο σήμερα, φροντίζοντας για μια επικαιροποίηση όχι απαραίτητα αρνητική. 

Ο Συριανός Ιωσήφ Ιωσηφίδης (διότι στιγμήν δεν επιστεύσαμεν πως κατάγεται εκ Ναούσης) σήκωσε στις κάθιδρες πλάτες του, ως άλλος αρσιβαρίστας, το βάρος ενός ρόλου απαιτητικού με απόλυτη επιτυχία. Με μια εκφραστικότητα σε πρόσωπο και σώμα αξιοζήλευτη από κάθε ηθοποιό, απέδωσε με τον πληρέστερο κι απολαυστικότερο τρόπο τις ψυχικές μεταπτώσεις άλλοτε ενός ερωτοχτυπημένου κι ευάλωτου, άλλοτε ενός ζηλότυπου κι εξοργισμένου κι άλλοτε ενός ασυγκράτητου και παθιασμένου συζύγου. Εύγε και πάλι εύγε!

Η συμπρωταγωνίστριά του, Ειρήνη Μουρελάτου, σ’ έναν ρόλο πολυσύνθετο κι εξίσου απαιτητικό, ενσάρκωσε εύστοχα και με λαμπρές μεταμορφώσεις σε πρόσωπο, στήσιμο και κίνηση, χαρακτήρες πολλαπλούς: τόσο την κοκέτα και την ανήκουσαν «μάλλον εις το γένος των παγονίων Χριστίναν», όσο και την «σαραντάραν παρθένον» με το «υπερώριμον κάλλος», Κλεαρέτην Γαλαξίδη, καθώς και τον «πλέον διεστραμμένον των Συριανών, αδιάντροπον ως πίθηκον και κυνικώτερον του Διογένους», Ευάγγελον Χαλδούπην. Χάρισε το γέλιο, άλλοτε ως αυτάρεσκη και ναζιάρα σύζυγος, άλλοτε ως πικραμένη κι απογοητευμένη δεσποινίς κι άλλοτε ως χήρος ανήρ, όμοιος με δράκουλα. 


Στο καλαίσθητο αποτέλεσμα καίρια ήταν και η συμβολή της μουσικής του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη, των σκηνικών της Δέσποινας Γαμβρούδη και των κοστουμιών της Αγγελικής Καραμούτσου. Γι’ άλλη μια φορά αποδείχτηκε περίτρανα πως στην Ελλάδα το μεγάλο Θέατρο γίνεται μάλλον σε μικρότερες σκηνές.

Η παράσταση επιβάλλεται να συνεχιστεί και την επόμενη θεατρική περίοδο! Συνιστάται δε ανεπιφύλακτα και για την αντικαταθλιπτική της δράση, πολύτιμη για τις μέρες που έρχονται και θα ’ναι ακόμη πιο δύσκολες. Συνιστώμενη δοσολογία: συχνή, αναλόγως βαρύτητος της καταστάσεως. Αντεδείξεις: ουδεμία! 100% ηλεγμένο προϊόν.





Έλενα Σταγκουράκη
23.05.2012



Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέα ευθύνη", (Ιούλιος - Αύγουστος 2012)


28/9/12

Έπρεπε στην κόλαση της κόλασης να φτάσουν...




















Θεοδόσης Βολκώφ 

(Από το εκτενές ποίημα "Γιουβενάλης") 


                                                                Es muss sein!
                                                                         Ludwig van Beethoven

ΙΧ

Έτσι έπρεπε. Το Τέλος να τελειώσει.
Έπρεπε η γη στη Γη να επιστρέψει
και να καταργηθεί η μάταια γνώση
και η μικρόψυχη, μικρόπνοη σκέψη
να βυθιστεί στο χώμα και να λιώσει.

Έπρεπε αυτός ο άνθρωπος να δύσει.
Έπρεπε να σβηστεί ό,τι εσβήστη
για να εγγραφεί ξανά και να μιλήσει
η σαρκωμένη, σαρκοβόρα Πίστη
που σ' ερειπιώνες τη ζωή θα ξαναρχίσει.

Έπρεπε ν' αρθρωθεί η Άλλη Λέξη,
η Χοϊκή, στα πλάχνα να ριζώσει.
Του φόνου το άχθος έπρεπε ν' αντέξει
Φύση αποφασισμένη να σκοτώσει
και σύμπασα τη Γη να διατρέξει.

Έπρεπε να 'ρθουν του άντρα οι ωδίνες
και της γυνάικας η ανείπωτη οδύνη
και να γεννήσουμε ξανά στις άγιες κλίνες
αυτό που θα επιμείνει και θα μείνει
σε χρόνους δίσεχτους - τους οργισμένους μήνες.

Έπρεπε το αίμα φλόγα ν' αναδώσει,
να φλογιστούν του ορίζοντα τα μάκρη,
των θαλασσών τα πλάτη να οργώσει
κι η πυρκαγιά να κάψει απ' άκρη σ' άκρη
τον άνθρωπο, τον κόσμο να εκπυρώσει.

Έπρεπε ο ένας πάλι να πληθύνει,
κάθε κορμί μυριάδες να χωρέσει,
αφού ο καθείς και εκβολή και κρήνη
Τού Ενός. Κι η μάζα η κρίσιμη να δέσει,
ώστε ο λαός Λαός να ξαναγίνει.

Έπρεπε ο χρόνος όλος να πυκνώσει
κι η έκρηξη τού ανθρώπου να ταχύνει
μετά από δυο χιλιάδες χρόνια για να ομώσει
σε Νέο Θεό, στη Σάρκα που θα δίνει
τη σύγχρονη, την αναγκαία βρώση.

Έπρεπε εφτά γενιές να θυσιάσουν
κάθε παράδεισο και κάθε ειρήνη,
στην κόλαση της κόλασης να φτάσουν
κι από τον άρτο πιο πολύ Δικαιοσύνη
έπρεπε να φωνάξουν, να πεινάσουν.

Έπρεπε και τη ζήση τους ως Μοίρα
να νιώσουν οι άνθρωποι παντού και πάλι
και να μισήσουν κάθε σκήπτρο και προφύρα
και να τινάξουνε σαν ταύροι το κεφάλι
το δίκιο τους κραδαίνοντας ως Λύρα.

Έπρεπε στην καρδιά του κυκεώνα
να θέσουν τους εαυτούς τους, με μανία
να λιώσουνε τον εικοστό και πρώτο αιώνα
και να γεννήσουν, στην ανάγκη με τη βία,
άγρια χαρά στην άγρια αλγηδόνα.

Έπρεπε και τα κάλπικα βιβλία
που κρύβουν τη ζωή, υποταγμένα
στο πλούτος που κρατά η Ιστορία,
να τα ξεσχίσουν και να μείνει μόνο το ένα, 
λέξη έσχατη και πρώτη - Ελευθερία.

Έπρεπε να σταθούν μπροστά στα κάστρα,
οι νέοι βάρβαροι με δύναμη πληβεία
και σκέψη αναγελάστρα και βιάστρα
τη βούληση να λύσουν τα στοιχεία
που τη φωτιά στη Γη θα φέρουν από τ' άστρα.

Έπρεπε να περάσουνε στο στόμα
της μάχαιρας τα πάντα κι επί λίθου
λίθο να μην αφήσουνε κι ακόμα
με την αρχέγονη, τραχιά ψυχή του Μύθου
στον Νέον Άνθρωπο να δώσουν νέο σώμα.

Κι έπρεπε, τέλος, στην πανάρχαια εκείνη κάπη
το άστρο νέο πάλι να κατέλθει,
ώστε μετά απ' του Μίσους το έλλογο δρολάπι
μεγάλη, καθαρτήρια να επέλθει
πολεμικότατη παρθένα - η Αγάπη.



************************************************************************


Η αναστροφή της ανθρώπινης πορείας μέσω της επανάστασης ή μήπως η αενάως κυκλική πορεία της Ιστορίας;

Μια σύντομη κρίση για το εκτενές ποίημα "Γιουβενάλης"* του Θεοδόση Βολκώφ  



Άραγε συνειδητοποιούμε, αντιλαμβανόμαστε, τι έχουμε στα χέρια μας όταν κρατάμε τον "Γιουβενάλη" του Βολκώφ ή μήπως πέφτουμε στην εύκολη παγίδα να τον θεωρήσουμε γέννημα ενός αψίθυμου και βωμολόχου, ενδεχομένως  εκκεντρικού, ποιητάρη; Κάθε άλλο παρά το τελευταίο ισχύει. Διαβάζοντας το ποίημα γινόμαστε με μιας Άτλαντες που υπομένουν το αβάσταχτο βάρος ταυτόχρονα της καταστροφής και της δημιουργίας, του άντρα και της γυναίκας, του σκώμματος και της εξύμνησης, του σήμερα και της Ιστορίας, του Τίποτα και του Παντός. Κρατάμε το χρονικό μιας επανάστασης, μιας που μέλλεται να τελεστεί, με τελικό κι ευκταίο στόχο την ανατολή κι επικράτηση ενός Νέου Ανθρώπου, ενός νέου κόσμου και μιας αγνής και παντοδύναμης Αγάπης. Ήρωες είναι ένας Αδάμ και μια Εύα με σημείο εκκίνησης, αυτή τη φορά, την κόλαση, και τον Παράδεισο για προορισμό τους.

Πρόκειται για χρονικό άλλοτε βαθειά λυρικό, άλλοτε σκληρά βίαιο, μα πάνω και πέρα απ' όλα, Ποιητικό.

Όχι,  ο Βολκώφ, κατά το σιλλερικό πρότυπο, αν και γέννημα της εποχής του, δεν υπήρξε ευτυχώς ούτε μαθητής της, ούτε χαϊδεμένο της παιδί. Αντιθέτως, γεφυρώνει αρμοστά στον "Γιουβενάλη" του το ποιητικό παρελθόν και παρόν, αποδεικνύοντας τι είναι αυτό που τον ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους ποιητές της γενιάς του: Αίσθημα ευθύνης -επομένως και συνέπεια-, ποιότητα και, κυρίως, ιδεολογικό υπόβαθρο.

Έλενα Σταγκουράκη


*(Εκδόσεις Παρισιάνου, 2012)