8/4/13

Και πώς να διαλέξεις...



 



















Μαγδαληνή

Λέξεις


Γράφεις: "Μου πνίγεις τις λέξεις."
Χαίρομαι εγώ μια στιγμή
πως σε βουβαίνουν λυγμοί
πάθους και πώς να διαλέξεις…

Πόση η αφέλεια εκείνη
που προσδοκούσε αμοιβή∙
μια η πληρωμή μου, ακριβή:
άδικη, άσπλαχνη οδύνη.

Συ δε μου πνίγεις τις λέξεις,
ούτε κι η ίδια η ηδονή∙
μου καταργείς τη φωνή,
νόημα εσύ να επιλέξεις,

κι η καταδίκη μου εμμένει:
λέξη εν ζωή, μα θαμμένη.

5/4/13

Μέσα στην ανούσια - υποτίθεται- μονοτονία του χρόνου...

 















Roberto Juarroz

Το φως μέσ' απ’ το φίλτρο των νεφών… 


Το φως περνά μέσ' απ’ το φίλτρο των νεφών,
των δέντρων, του αέρα και σωμάτων άλλων,
μα πιο πολύ ακόμα μέσ' απ’ αυτό της σκέψης.
Απ’ την αρχή το πρόγραμμα της μέρας ξαναφτιάχνει
μετουσιώνοντας το πρωινό
σε πρωτόκολλο αναμνήσεων.


Πολλά φώτα έχει το φως,
μέρες πολλές η μέρα,
όπως πολλά τα πρόσωπα στον καθρέφτη καθενός.
Μα το κλειδί άλλο δεν είναι απ’ το φίλτρο,
τη συνδυαστική λεπτότητα,
την εφευρετικότητα της μοίρας
ώσπου  οι δόσεις διαύγειας
να σουρώσουν

και  τα ίχνη των ειδώλων να ταιριάξουν,
αυτών που την κάθε ώρα σε στιγμές μονάκριβες μετατρέπουν
μέσα στην ανούσια –υποτίθεται– μονοτονία του χρόνου.


Πάντα ζητάει μεσάζοντες το φως,
όπως –θαρρείς
τα πράγματα όλα.
Της πραγματικότητας ίσως κλειδί να ’ναι τούτο:
Μηνύματα άμεσα δεν υπάρχουν.
Τα πάντα μεσολάβηση, καθώς το άμεσο σκοτώνει.


Και τι να παρεμβάλει τότε κανείς
ανάμεσα στο ρόδο και το φως,
τη νύχτα και τον έρωτα,
τον άνθρωπο και το θάνατο,
ανάμεσα στη ζωή και τούτο το πρωινό,
που ανάμνηση έχει γίνει;


Τι να παρεμβάλει κανείς ανάμεσα
σ’ αυτό που κάτι είναι
και σε ό,τι δεν είναι,
για να μπορέσει να γίνει;


Πώς να φιλτράρεις την απόσταση
ανάμεσα σε ’μας και την απουσία,
προκειμένου εν τέλει τη δική μας να βρούμε παρουσία;




Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


********************************

La luz filtrada por las nubes…
 
La luz filtrada por las nubes,
los árboles, el aire y otros cuerpos,
pero más aún filtrada por el pensamiento,
reconstruye el proyecto del día
y hace de la mañana
un protocolo de recuerdos. 


Hay muchas luces en la luz,
muchos días en el día
y muchas zonas en el cristal de cada uno.
Pero la clave es el tamiz,  
la sutileza combinatoria
la inventiva del azar          
para cernir las dosis de transparencia   
y ajustar la estela de reflejos                     
que hacen de cada hora un tiempo único
en la supuestamente boba monotonía del tiempo. 


La luz necesita siempre intermediarios,
como quizá todas las cosas.
Tal vez sea una clave de la realidad:
no hay mensajes directos.
Todo es mediación porque lo directo destruye. 


¿Qué intercalar entonces entre la rosa y la luz,
entre la noche y el amor,
entre un hombre y la muerte,
entre la vida y esta mañana transmutada de recuerdos? 


¿Qué poner entre lo que una cosa es
y aquello que no es,
para que pueda serlo? 


¿Cómo tamizar la distancia
entre nosotros y la ausencia
para encontrar por fin nuestra presencia?




Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Poeticanet, τεύχος 13, Σεπτέμβριος 2010 (http://poeticanet.com/poets.php?subaction=showfull&id=1285725970&archive=&start_from=&ucat=252&show_cat=252)


2/4/13

Μια "Ερωφίλη"... ο Θεός να την κάνει!



Το έργο που πληγώναμε…


«Ερωφίλη» 
Γεωργίου Χορτάτση
Σκην.: Δήμος Αβδελιώδης
Εθνικό Θέατρο
Φεβρουάριος 2012

…μάταια περιμένοντας αρωματική μαστίχα να τρέξει, έως το 60ο λεπτό της παράστασης. Αντ’ αυτής, ούτε καν ακατέργαστη ρητίνη που σίγουρα δεν έσταξε ούτε στα υπολοιπόμενα 30 λεπτά της παράστασης, τα οποία δεν παρακολουθήσαμε.

Τη σκηνοθεσία της παράστασης της Ερωφίλης στο Εθνικό το 2012 υπογράφει ο κατά τ’ άλλα ευαίσθητος, καλαίσθητος και οξυδερκής σκηνοθέτης του «Δέντρου που πληγώναμε» και της «Εαρινής συνάξεως των αγροφυλάκων». Φρόντισε, μάλιστα, μ’ ένα σύντομο σημείωμά του στο πρόγραμμα της παράστασης να καταδείξει στο θεατή τη σκηνοθετική του ματιά και κατ’ επέκταση τον επιδιωκόμενο στόχο αναπαράστασης –με άλλα λόγια, το πώς και το τι. Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση το αποτέλεσμα ήταν ένας Φρανκενστάιν: μια επιτυχημένη αποτυχία.

Σημειώνει ο Αβδελιώδης: «Κάθε κείμενο, προορισμένο να αποδοθεί θεατρικά, είναι ένα είδος παρτιτούρας που μέλλεται να ερμηνευθεί με τη φωνή.» Σ’ αυτό θα συμφωνήσουμε, και δη όταν πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της κρητικής λογοτεχνίας, γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο: το μέτρο εκείνο που συνιστά αφενός κομμάτι της εθνικής μας ταυτότητας (και παραπέμπουμε εδώ στην αμιγώς λαϊκή εκδήλωση, αυτήν του δημοτικού τραγουδιού), αφετέρου το κατ’ εξοχήν ρυθμικό και μουσικό μέτρο της ελληνικής γλώσσας. Στόχος λοιπόν μπορεί να ’ναι κάλιστα η άρτια φωνητική απόδοση του κειμένου –όχι όμως η αποδόμησή του. Εξηγούμαστε: κατανοούμε ότι η ανυπαρξία σκηνικών, η δωρικότητα και το μαύρο χρώμα των κοστουμιών, ο περιορισμός της κίνησης στο εντελώς απαραίτητο, τον αργό βηματισμό, η πλήρης ακινησία των χεριών και οι μάσκες παραπέμπουν στην προφορικότητα. Αν νομίζει, όμως, ο σκηνοθέτης, ότι έτσι αφήνει το κείμενο να εισακουστεί, πλανάται πλάνην οικτράν! Μέσα σε μιαν κακώς νοούμενη προφορικότητα, καταλύεται κάθε φωνητική ερμηνεία του κειμένου, ο θεατής αποπροσανατολίζεται και το ίδιο το κείμενο καταργείται! Πώς «κατορθώνονται» αυτά; Η απάντησις δίδεται ευθύς παρακάτω.

Αντιτείνει λοιπόν ο σκηνοθέτης: «Κάθε κείμενο έχει τη δική του μουσική.» Εδώ συμφωνούμε απόλυτα, άνευ εξαιρέσεων και υποσημειώσεων. Μόνο: Πώς σεβάστηκε ο ίδιος τη μουσική του κειμένου; Με τον ρυθμικό κατακερματισμό του στίχου; Με το συλλαβισμό; Με τον τεχνικά εσφαλμένο τονισμό του κειμένου από τους ηθοποιούς, δίνοντας στον θεατή την εντύπωση ότι δεν καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι τι απαγγέλλουν; Ή μήπως με τη συστηματική κατάποση της τελευταίας συλλαβής, ειδικά από τον Καραμπούλα στο ρόλο του βασιλιά και του χάρου; Με τις υγείες του! 

Σπεύδει να μας απαντήσει, εξηγώντας, ο Αβδελιώδης: «Μπροστά σε ένα ποιητικό έργο γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβο, απαιτείται διπλή προσπάθεια ώστε να μην υπερισχύσει η εξωτερική μουσική του στίχου και της ομοιοκαταληξίας επάνω στην κύρια και βαθύτερη μουσική του νοήματος.» Εδώ αντιλαμβανόμαστε ότι ο σκηνοθέτης μάλλον δεν καταλαβαίνει και πολλά από έμμετρο λόγο. Πώς αλλιώς, από τη στιγμή που θεωρεί το μέτρο «εξωτερική» μουσική, φόρμα που τίθεται βίαια επί του κειμένου (της «εσωτερικής» μουσικής) και δεν συνιστά ουσία αυτού, συμπορευόμενο μαζί του χέρι-χέρι –ειδικά σ’ ένα κείμενο όπως η «Ερωφίλη»; Ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος είναι, αντιθέτως, ο ρυθμός εκείνος που αναδεικνύει το κείμενο, απορροφάται απ’ αυτό, και γίνεται έτσι το μέσο μετάδοσης κι όχι το ίδιο το μήνυμα. Ακόμη όμως κι αν ίσχυε αυτό το τελευταίο, αναρωτιόμαστε: Πού πρέπει ν’ αναζητήσει ο θεατής της συγκεκριμένης παράστασης το νόημα του έργου; Ποιο νόημα; Αυτό που οι παραπάνω αναφερθείσες μέθοδοι ισοπεδώνουν, μην επιτρέποντας στο θεατή να κατανοήσει κείμενο γραμμένο σε γλώσσα ελληνική, ούτε καν μάλιστα να το παρακολουθήσει ακουστικά; 

Ανταπαντά ο Αβδελιώδης: «Στην Ερωφίλη όπου κυριαρχεί το πάθος, η τέχνη και η πηγαία έμπνευση του Χορτάτση, ο λογικός και ρεαλιστικός καμβάς του συγγραφέα είναι που επιβάλει σκηνοθετικά την όλη ενορχήστρωση και την ερμηνεία.» Εδώ πια σηκώνουμε τα χέρια ψηλά. Ώστε… ρεαλιστικός ο Πανάρετος της πρώτης πράξης, ο οποίος, ταλαιπωρημένος απ’ τα πάθη του έρωτα και τον καημό, μιλάει με τρόπο βλοσυρό και –θαρρείς– αιμοδιψή στο φίλο του; Ρεαλιστική η Ερωφίλη, που μες στη θλίψη και την απόγνωση του «ανυμπόρετου», τσιρίζει σαν κακομαθημένο κοριτσάκι; Ρεαλιστική η Νένα που, προσπαθώντας υποτίθεται λυπημένη και συμπονετική να συνετίσει την Ερωφίλη, σφαδάζει επί σκηνής ως άλλη Μαινάδα; 

Εδώ ο σκηνοθέτης σιωπά, όχι όμως κι εμείς. Μέσα σ’ όλα αυτά και την υπερβολική ένταση της φωνής που γίνεται, σχεδόν πάντα, κραυγή, η μουσική ηχεί εντελώς παράταιρη και υπερβολικά αβρή (μέχρι και σε ρυθμό από χριστουγεννιάτικα κάλαντα της Κρήτης!), τόσο για το περιεχόμενο του κειμένου, όσο και για την ίδια την ερμηνευτική απόδοση που επέλεξε ο σκηνοθέτης. Σ’ ένα τόσο σύντομο έργο, οι ρόλοι της Ερωφίλης και της Νένας ερμηνεύονται έκαστος από δύο ηθοποιούς, παραπλανώντας και συγχύζοντας το θεατή. Δεκτό το μαύρο της ενδυμασίας και η ποικιλία της. Ο Καρπόφορος όμως πρέπει να φοράει παπούτσια All star; Στόχος είναι η γελοιοποίηση του έργου ή η έκφραση ασυγκράτητης οργής; Αυτά συμβαίνουν όμως όταν η πλατεία του θεάτρου και η πλατεία της πόλης θεωρούνται ανεξαιρέτως έννοιες ταυτόσημες.

Τελικά, το μόνο αποδεκτό στοιχείο της παράστασης είναι οι μινιμαλιστικές μάσκες. Αφενός επειδή –με τέτοια κακοποίηση του έργου– μόνον έτσι μπορεί ο σκηνοθέτης ν’ αντικρίζει τον συγγραφέα. Αφετέρου επειδή –με την συγκεκριμένη σκηνοθεσία– οι χαρακτήρες συνιστούν κακέκτυπα των χαρακτήρων του Χορτάτση. Κρίμα μόνο που δεν είχαμε την ευκαιρία ν’ ακούσουμε το κείμενο και σε μετάφραση στη νέα ελληνική. Πραγματικά, μόνο αυτό θα έλειπε!



Έλενα Σταγκουράκη


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέα ευθύνη", τεύχος 11 (Μάιος - Ιούνιος 2012)

 

28/3/13

Με άλογο κουτσό...



 






















Με άλογο κουτσό

Η εποχή αυτή ’ναι του ιπποδρόμου
και όλοι πια ποντάρουνε σε άλογα κουτσά·
είτε -κατάσελα- μετάξια είτε λινά,
με όψη όλα πάναγνου οσίου, μα και αμώμου.

Κουτσό, πώς τάχα αλλιώς, και το άτι το δικό μου.
Στο χώμα μ’ έριξε αλαφιασμένο ευθύς,
ξεχνώντας, ποιός του ωραίου και της ζήσης του ο κριτής,
μον’ σπάζοντάς μου πόδια, χέρια, νου, καρδιά ατό του.

Το άλογο, τι κι αν είν' δαμασμένο;
Το ζώο κρύβει μέσα του κι αυτό
που δεν το νοιάζει: ετούτο ή κι εκείνο, θηλυκό!
και πάντως για καβάλα καμωμένο.

Το άλογο θ’ αφήσω το λοιπόν,
στην άκρη ας απομείνει η ιππασία.
Πολλά τα ζα στων ζώων την ακρισία,
κάποιο άλλο θα διαλέξω, εκών κι απών.


Έλενα Σταγκουράκη


(Πρώτη γραφή)

Της Τύχης και Μοίρας η ρόδα...




















Ειμαρμένη


Δεν είναι για όλους τα ρόδα
και κάποιων μονάχα αγκάθια
τους πρέπουν· να γίνει κομμάτια
της Τύχης και Μοίρας η ρόδα.

Τι κι αν την καλώ "Ειμαρμένη",
τι κι αν τη φωνάζω "Θεά μου",
εκείνη θα ρίξει μπροστά μου
τον πέλεκυ, φίδια ζωσμένη

και μήτε συμπάθεια θα δείξει,
κανένα του πόνου ελιξήριο.
Εμπρός μου η Μοίρα θα φρίξει,
κι εγώ σε φωτιάς καθαρτήριο.


Έλενα Σταγκουράκη

(Πρώτη γραφή για την ομότιτλη συλλογή)
 

22/3/13

Για να τα διαβείς εσύ...






















Idea Vilariño



Τα πάντα δικά σου
για ’σένα
προορίζονται για την παλάμη την ακοή το βλέμμα σου
προορίζονταν
προορίστηκαν
πάντοτε προορίζονταν
σ’ αναζητούν σ’ αναζητούσαν
σ’ αναζήτησαν στο παρελθόν
πάντοτε
απ’ την ίδια τη νύχτα
που μ’ έσπειραν.
Εσένα έκλαψα στη γέννησή μου
εσένα στο σχολείο έμαθα
εσένα αγάπησα στις αγάπες τις τοτινές
και στους άλλους.
Ύστερα
τα πράγματα όλα
οι φίλοι τα βιβλία οι αποτυχίες
οι αγωνίες τα καλοκαίρια οι υποχρεώσεις
αρρώστιες σχόλη εκμυστηρεύσεις
όλα σημαδεμένα
όλα οδηγημένα
τυφλά
παραδομένα
προς το μέρος
απ’ όπου θα περνούσες
για να τα συναντήσεις
για να τα διαβείς εσύ.



Να σε βλέπω να γελάς, με τα χέρια να σ’ αγγίζω
μαζί σου να ζω μια μέρα ένα χρόνο τρεις βδομάδες
ζωή αντίξοη και ζωή γλυκειά να μοιράζομαι μαζί σου
να σε βρίσκω στο κρεβάτι
στο δωμάτιο σαν ντύνεσαι
με μυρωδιά ποτού
σαν καπνίζεις
σαν ιδρώνεις το καλοκαίρι
ή στον έρωτα σαν κλείνεις
τα μάτια σου τα αφηρημένα.

Τι με νοιάζει (Qué me importa) 

Τι με νοιάζει η αγάπη
αυτό που ζητούσα
ήταν το είναι σου ολόκληρο για ’μένα
μέσα μου
στη ζωή μου
ακόμη κι αν δεν σε είχα
ακόμη κι αν για μέρες εβδομάδες μήνες χρόνια
δεν είχα εκείνο το γλυκό το λουλουδένιο άρωμα
του απαλού αναλωμένου δέρματός σου
που μου ’δινε
όλον τον έρωτα του κόσμου.
Τα υπόλοιπα
η αγάπη
τι μ’ ένοιαζαν
και τι με νοιάζουν.



Την αγάπη σου παίρνω
και τι μ’ αυτό
την αγάπη μου σου δίνω
και τι μ’ αυτό
απογεύματα θα ’χουμε και νύχτες
ενθουσιασμούς
καλοκαίρια
όλη την ηδονή
όλη την ευτυχία
όλη τη θαλπωρή.
Και τι μ’ αυτό.
Για πάντα θα λείπει
το βαθύ το ψέμμα
το για πάντα.


Ο μάρτυρας (El testigo)

Τίποτα εγώ δεν σου ζητώ
δεν δέχομαι εγώ από ’σένα τίποτα.
Αρκεί που υπάρχεις
στον κόσμο
που ξέρεις ότι υπάρχω
στον κόσμο
που είσαι
κι είσαι για χάρη μου
μάρτυρας κριτής θεός.
Αν όχι
όλ’ αυτά προς τι.




Κατέχω τη στοργή σου
σαν την παλάμη του χεριού μου την ίδια.
Φορές-φορές τη θυμάμαι στα όνειρά μου
σαν να την είχα ήδη κάποτε χάσει.
Σχεδόν όλες τις νύχτες
σχεδόν όλες τις φορές πάνω που αποκοιμιέμαι
εκείνην ακριβώς τη στιγμή
εσύ στη δυνατή αγκαλιά σου με τυλίγεις
με κυκλώνεις
με περικλείεις στη δροσερή σπηλιά του ύπνου σου
και το κεφάλι μου στηρίζεις με τον ώμο σου.



Μπαίνω στο παιχνίδι (Entro en el juego)

Μπαίνω στο παιχνίδι
παίζω
τα φυλάω
βγαίνω
σε ακολουθώ χαμογελάω
παραδίνομαι
αφήνομαι
ξεχνιέμαι
όταν είσαι πλάι μου
όταν μ’ αγαπάς
μα σαν πάψεις
σαν έρθει το «όχι πια»
πόσο δύσκολο
να σ’ αγαπώ.


Τάγκο (Tango) 

Έρχομαι απ’ το δρόμο
παίρνω ψωμί
μπαίνω στο σπίτι
έχει ομίχλη και μπαίνω θλιμμένη
η αγάπη σου μια απουσία
η αγάπη σου λέω αγάπη μου
αγάπη που ’μεινε στο τίποτα.
Τα σκαλιά ανεβαίνω
κι αναθυμάμαι την ιστορία εκείνη
και μένω στα σκοτεινά
πίσω απ’ την πόρτα
πικραμένη
να σκέφτομαι να μη σκέφτομαι
την αγάπη σου
τη ζωή
και τη μοναξιά
τη μόνη βεβαιότητα.



Ζει (Vive)

Εκείνη η αγάπη
εκείνη
που με τις άκρες των δαχτύλων έπιασα
που στα πατώματα έσυρα
που άφησα που ξέχασα
η αγάπη εκείνη
τώρα
σε κάμποσες γραμμές
που από ’να συρτάρι ξεγλιστρούν 
είναι εδώ
εξακολουθεί να υπάρχει
εξακολουθεί να μου μιλά
πονά
και συνεχίζει
ακόμη
να ματώνει.



Ένα καλοκαίρι (Un verano)

Στις γκριμάτσες κάποτε καταφεύγω
να μην έχω πρόσωπο λύπης
να ξεχνιέμαι
αγάπη μου
τις σκληρές ν’ αποδιώχνω
κι αμείλικτες σκέψεις μου.
Τι να κάνω, πώς,
αγάπη μου
να ζήσω ακόμη
να υποφέρω ακόμη
άλλο ένα καλοκαίρι.
Πολύ βαραίνει
με βαραίνει σαν η θάλασσα να βάραινε
με τον όγκο της τον απροσμέτρητο
τους ώμους μου
με βυθίζει
στη γη την πιο μαύρη του πόνου
κι εκεί μ’ αφήνει
αποκαμωμένη
αγάπη μου
μόνη μου εκεί
η δική σου εγκατάλειψη.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Το δέντρο" (Νοέμβριος 2012)