3/11/13

"Γκόλφω"...

 


Κριτικό σημείωμα για την "Γκόλφω" του Περεσιάδη από το Εθνικό:

********************************
 
Πολύς λόγος έχει γίνει για την "Γκόλφω" στο Εθνικό, οι κριτικές διθυραμβικές, και τα εισιτήρια εξαντλημένα κατά την περσινή θεατρική περίοδο. Μα καλά: κανείς δεν πρόσεξε την συγγένεια της συγκεκριμένης παράστασης με τον "Περικλή" του Χουβαρδά; Πρόκειται για δίδυμα, και μάλιστα ομοζυγωτικά! Η ίδια ελαφράδα μέσω αμφίβολων αστεϊσμών που προκαλούν το γέλιο της πλατείας, η ίδια κωμικοποίηση του τραγικού (στον "Περικλή" είχαμε "Μια ωραία πεταλούδα", στην "Γκόλφω" τρεις αρκούδες επί σκηνής) λες και το μαθημένο σε χολυγουντιανές ταινίες κοινό δεν αντέχει την οδύνη, ώστε να πρέπει να δοθεί και ένα τέλος ευτυχές, η ίδια χρήση του επιφωνήματος "ω(μ)" (στον "Περικλή" κάπως μυστικιστικό, στην "Γκόλφω" υποτίθεται ως παραπομπή στην παράδοση). Κοινός παρανομαστής κι αποτέλεσμα: η υπονόμευση του έργου και κατ' επέκταση της απάντησης στο ερώτημα "τι είναι πατρίδα;", το οποίο έθεσε δις το Εθνικό εις αυτόν κι επιχείρησε ν' απαντήσει. Δεν μπορώ να πω: η "Γκόλφω" του Καραθάνου είναι καλύτερη απ' τον "Περικλή" του Χουβαρδά, λιγότερο υπονομευτική και υπερβολική, αν και είναι περιττή η ερμηνεία των δύο πρωταγωνιστικών ρόλων από περισσότερους ηθοποιούς, και μάλιστα τρεις! για τον εκάστοτε ρόλο. Κ α ι τα σκηνικά προσφέρουν κάτι καινούργιο, κ α ι τα κοστούμια πετυχαίνουν να γεφυρώσουν παρελθόν και παρόν. Γνήσια η Εύη Σαουλίδου ως αθώα Γκόλφω, σπαρακτική η Λυδία Φωτοπούλου στον πόνο, καθώς και στην εξύμνηση του ανελέητου χαρακτήρα και συνάμα του μεγαλείου της αγάπης. Ανεπαρκής ο Φραγκούλης ως Τάσος (ιδίως στην πρώτη σκηνή). Πειστικός ως Κίτσος ο Τριανταφύλλου, ηθοποιός συνειδητοποιημένος και υπεύθυνος που βελτιώνεται σταθερά. Καλή παράσταση, η οποία θα ήταν καλύτερη όντας απαλλαγμένη από μιμητισμούς. Ο Καραθάνος μπορεί και καλύτερα.

 
Έλενα Σταγκουράκη

30/10/13

Το παρόν των περιοδικών...




Θα δώσουμε το "παρών" στο "Παρόν των περιοδικών", 
με ισπανόγλωσση ποίηση σε δική μας μετάφραση.

Αυτήν την Κυριακή, 3 Νοεμβρίου, στις 19.00, Θόλου 4, στην Πλάκα.

Σας περιμένουμε!


Λουσμένη θάμπος δανεικό...

 



















Natalia Litvinova


ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ Η ΒΡΟΧΗ ΔΕΝ ΠΕΦΤΕΙ


Υπάρχουν μέρες με βροχή και μέρες που η βροχή δεν πέφτει.
Τα σπουργίτια τινάζουν τους λαιμούς τους και οι γυναίκες σηκώνουν
τις φούστες για να δροσίσουν τα γόνατα, κάποια με ουλές,
άλλα σαν βράχια απόκρημνα και εξακολουθεί η βροχή να μην πέφτει.
Οι λαιμοί των σπουργιτιών μοιάζουν τότε κλωστές
για ταχυδακτυλουργούς σε μέγεθος σταγόνας, μα μην αναστενάζεις,
η υγρασία στο σώμα δεν γυρίζει.




ΧΕΙΛΗ


πρώτη ανάμνηση
η πείνα


έτσι γνώρισα
την ανθρώπινη καρδιά


πλησίασα τα χείλη
στο στήθος


μοναχά για να πιω
παλμούς





Η ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΚΙΣΣΑΣ


Είμαι ασταθής,
τους πόθους παραχώνω
στο χαρτί
μα η φαντασία
μ’ έχει ευλογήσει.


Αν μπορούσα να ήμουν
πράγμα άλλο,
κι όχι αυτή που δοκιμάζει
το πρόσωπο
μπροστά στον καθρέφτη,
θα ήμουν κίσσα.


Θα έμπαινα τότε
από παράθυρα
ανοιχτά,
αρώματα θ’ αναποδογύριζα,
και το ράμφος μου θα στόλιζα
με δαχτυλίδια.


Πετράδια θα ’κρυβα
πολύτιμα
μες στα φτερά μου,
κι έτσι λουσμένη
θάμπος δανεικό
θ’ αναλυόμουν
στη νύχτα.





ΥΠΟΔΟΧΗ


Άδειασα τα μάτια μου
απ’ το πολύ να σε κοιτάζω.


Σε πέρασα για βροχή,
για άλλον έναν απ’ τους ουρανούς μου.


Λείανα τα πλευρά μου
για να βολευτείς καλύτερα.


Και δεν σου επέτρεψα να μπεις.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Φρέαρ" (http://frear.gr/?p=2489


27/10/13

Την πίστη την αιφνίδια στο βλέμμα...

 


















  
 Σχέδιο: Γιώργος Κόρδης


Jael Uribe

Ξέρω κι εγώ από φθινόπωρο

                      (Για τον Αρχάγγελο Μιχαήλ)

Ξέρω κι εγώ να χάνομαι, κύριοι!
Να σέρνομαι
Να λυγίζω
Να σπάζω στα δυο
...να σηκώνομαι...

Εγώ ξορκίζω στη γλώσσα τα βέλη,
και γνωρίζω την πίστη την αιφνίδια στο βλέμμα,
την αγάπη τη μοιρασμένη σε φούσκες της σάρκας,
τον πόνο που ανασταίνει η φωτιά.
Εγώ ξέρω από φραγγέλιο, κύριοι!

Η γεύση της κλειστής γροθιάς,
ένα αγκάθι που δαμάζει το μέτωπο
ακούραστα, ανελέητα.

Είδα τρόμο σε κτήνη, κύριοι,
τη λέξη την αβέβαιη ακρωτηριασμένη,
την επιστροφή του Βορρά σε άμφια φθινοπώρου
και τα ξεφωνητά φοβισμένων βιαστικών φτερών.

Εγώ γνωρίζω τις νύχτες «τιμωρίας»
και τα όργια τα μοναχικά.
Ρήγματα φεγγαριών με τσακίζουν τις νύχτες
λαβύρινθοι φωτιάς που βαραίνουν στο αμόνι.

Εγώ ξέρω από ομίχλη, κύριοι!
Έχω νιώσει κι εγώ ξεχασμένη.

 

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη



****************

Yo también sé de otoños

                            (Por San Miguel Arcángel)

¡Yo también sé perderme, señores!
Arrastrarme
Doblarme
Partirme,
…levantarme…

Yo conjuro en la lengua las flechas,
y conozco la fe repentina en las miradas,
el amor repartido en burbujas de carnes
el dolor resucitado en la llama.
¡Yo conozco el azote, señores!

El sabor de los puños cerrados.
una espina cabalgando en mi frente
no claudica, no se cansa.

He visto horror en las bestias, señores.
la palabra indecisa mutilada.
el regreso del Norte ataviado de otoño
y el clamor de las alas apuradas.

Yo conozco las noches "castigo"
las orgías solitarias.
Orificios de lunas me redoblan las noches
laberintos de fuego gravitando en la fragua.

¡Yo conozco la niebla señores!
Yo también me he sentido olvidada.

23/10/13

«Την καλύτερη ξενιτιά την έχουμε μέσα μας...»

                                         Φωτογραφία: Έλενα Σταγκουράκη

Μια συνομιλία της Ελένης Μαρινάκη με την Έλενα Σταγκουράκη

Επιτέλους θάλασσα! Με το βλέμμα στραμμένο στο λαμπυρίζον μπλε της και την ακοή σαγηνεμένη από έναν φλοίσβο ανεπαίσθητο, φτάνω στο «Μικρό καφέ», κοντά στην ποιητικά ονομασμένη «Πύλη της άμμου» στα Χανιά. Εκεί θα συναντήσω και θα συνομιλήσω με την ποιήτρια Ελένη Μαρινάκη. Κι ανυπομονώ.

Ε.Σ.: Χανιώτισσα, νησιώτισσα, αλλά στην ποίησή σας –με εξαίρεση την τελευταία συλλογή όπου υπάρχει πλήθος αναφορών– η θάλασσα δεν παίζει κεντρικό ρόλο. Η Ελένη Μαρινάκη στα ποιήματά της μιλάει κυρίως για τη θάλασσα μέσα της ή πρόκειται για συμπέρασμα εσφαλμένο; 

Ε.Μ.: Όχι, δεν κάνετε λάθος, θα μπορούσαμε να πούμε πως το τοπίο μέσα μου είναι πολλές φορές τρικυμιώδες, αυτή είναι εξάλλου μια καλή δικαιολογία για να γράφει κανένας ποιήματα.   

 

Ε.Σ.: Στην πιο πρόσφατη ποιητική σας συλλογή, «Ο χρόνος τότε», κυριαρχεί η αίσθηση, η περιγραφή και η εικόνα της βύθισης. (Γράφετε για «Βύθισμα», «Κατάβαση», «Κατάρρευση», «χαράδρες», «χαντάκια», «σχισμές», «βυθό».) Υπονοείτε το θάνατο, τη βύθιση στο υποσυνείδητο, την γενικότερη κατάπτωση, όλ’ αυτά μαζί ή (και) κάτι άλλο;
Ε.Μ.: Δεν είναι μόνο η αναφορά στο θάνατο. Κυρίως περιγράφω το βύθισμα στη μνήμη και τον χρόνο, στο παρελθόν και το παρόν όπως αποτυπώνονται μέσα μου. Είναι η υποφωτισμένη πλευρά της ζωής, το κλικ της μηχανής στο αμετάκλητο.


Ε.Σ.: Η ακριβώς προηγούμενη συλλογή σας τιτλοφορείται «Σε ξένο ουρανό», ωστόσο, πέραν των σπουδών και της πρότερης πολύχρονης διαμονής σας στην Αθήνα, δεν έχετε γνωρίσει την ξενιτιά. Ποιος είναι για ’σας αυτός ο ξένος ουρανός;
Ε.Μ.: Η ξενιτιά δεν ορίζεται κατ’ανάγκην μόνο γεωγραφικά. Όπως λέω στο ποίημα «Ποια ξένα», «την καλύτερη ξενιτιά την έχουμε μέσα μας». Ξενιτιά και ο ουρανός. Όταν ήμουν μικρή, με κοίμιζε η μητέρα μου με μια προσευχή που τώρα δεν τη θυμάμαι, θυμάμαι όμως πως με παρέπεμπε στον ουρανό, όπου θα κατοικούσαμε κάποτε για πάντα. Αυτό το «για πάντα» δεν μπορούσα να το χωρέσω μέσα μου, γύριζε ξανά και ξανά, στροβιλιζόταν στη φαντασία μου και στο τέλος δεν άντεχα άλλο, δεν ήθελα τέτοια φιλοξενία, αυτός ο θόλος γινόταν εφιάλτης, δεν με ανάπαυσε ποτέ. Ακόμα δεν ξέρω τί κρύβεται εκεί πάνω, το κοίλο είναι για μένα ένα τεράστιο ερώτημα. Γιατί και η πιο ζεστή αγκαλιά μπορεί να γίνει εύκολα τάφος.


Ε.Σ.: «Έρχεται με παράνομα CD/ με σκόρπια μεσημέρια της ζωής του/ μόλις ακούγεται η ανάσα της φωνής του/ φεύγει με αναπάντητα γιατί.» Εδώ θίγεται άμεσα η παράνομη μετανάστευση, ένα θέμα όχι και τόσο συνηθισμένο στην ποίηση, αν και συνιστά αναμφίβολα κομμάτι και πληγή της σημερινής πραγματικότητας. Εσείς πώς το βλέπετε αυτό;
Ε.Μ.: Η ποίηση δεν είναι ξεκομμένη από την πραγματικότητα, ο κόσμος γύρω μας υπάρχει με την καθημερινότητά του που πολλές φορές μας βρίσκει απροετοίμαστους να την αντιμετωπίσουμε. Οι μετανάστες, άνθρωποι ξεριζωμένοι, τόσο κοντά μας με την διαφορετικότητά τους, με την αγωνία της επιβίωσης, δεν γίνεται να μη μας απασχολούν. Βιώνουμε τη δυσκολία τους να ενσωματωθούν στη δική μας κοινωνία και ζωή και είναι φυσικό να υπάρχουν μέσα στην κάθε είδους έκφρασή μας.


Ε.Σ.: «Με τ’απαραίτητα/ θα συνεχίσουμε,/ τα λίγα/ θα μας διδάξουνε/ αρίθμηση» … «Σε δύσκολους κόμβους/ θα μετρήσουμε/ την αντοχή μας». Να διαβάσουμε σ’αυτούς τους στίχους μιαν αναφορά σας στην κρίση που ήδη τότε, εν έτει 2008, διαφαινόταν και σήμερα μας μαστίζει;  Έχει επηρεάσει η κρίση την ποιητική σας δημιουργία;
Ε.Μ.: Ό,τι συμβαίνει γύρω μας δεν μπορεί να μην μας επηρεάζει. Η κρίση βέβαια των αξιών μετριέται με το δικό μας εσωτερικό μέτρο. Η ποσότητα, ως γνωστόν, δεν παραπέμπει πάντα στην ποιότητα, είναι ανάγκη να αφαιρέσουμε φορτίο για να μη βυθιστούμε, να συμπυκνωθούμε για να πλησιάσουμε την τελειότητα, να αναζητήσουμε το ελάχιστο για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο.


Ε.Σ.: Στον «Ξένο ουρανό», γράφετε: «Παρακαλώ/ κρατήστε μου/ μια θέση·/ όχι κατ’ανάγκην/ στο καλύτερο θεωρείο./ Μπορώ να βλέπω/ και από απόσταση». Η Μαρινάκη προτιμά να ζει και να παρατηρεί τη ζωή από την πρώτη γραμμή ή όντως από απόσταση; Με μαχητικότητα ή διάθεση στοχαστική; Και πώς εξηγείται το παράπονο στο «Χρόνο τότε»: «Δεύτερη, είπα,/ πάντα δεύτερη θα έρχομαι.»;
Ε.Μ.: Παρόλο που κοιτάζοντας τα πράγματα από κοντά εισχωρούμε βαθιά μέσα τους, εν τούτοις είναι απαραίτητη η απόσταση για να τους δώσουμε τις «κανονικές» τους διαστάσεις, για να τα βάλουμε στη θέση τους, αν υποθέσουμε πως υπάρχει η κατάλληλη θέση για το κάθε τι. Και επειδή ρωτάτε για τη δική μου θέση, αν η μαχητικότητα ορίζεται με τυμπανοκρουσίες και ιαχές, εγώ δεν είμαι της πρώτης γραμμής. Από μικρή προτιμούσα τα μετόπισθεν είτε από φόβο αλλά κυρίως για να καταλάβω τί ακριβώς γίνεται σ’αυτόν τον πόλεμο της ζωής που διαρκώς μας ζητά να είμαστε παρόντες, να τα προφταίνουμε όλα. Εγώ αργώ σε τέτοιους βηματισμούς και ξέρετε, ακόμα και αν γνωρίζω πως όλα σχεδόν τα έπαθλα είναι σημαδεμένα, ανθρώπινο είναι να πικραίνομαι όταν δεν τα παίρνω.


Ε.Σ.: Ας  πάμε τώρα στις προηγούμενες συλλογές σας. Στο «Τώρα αίμα» περιγράφετε τρόπον τινά μιαν αδυναμία επικοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα αναφέρεστε συχνότατα και φαίνεται ν’αγαπάτε συστατικά του λόγου. Τί να πιστέψουμε για την Μαρινάκη, προτιμά να μιλά ή να σιωπά ή μήπως να μιλά σιωπώντας; Ή πάλι βλέπει στις «λέξεις» και τη «σύνταξη» ένα μέσο οργάνωσης του χάους; 

Ε.Μ.: Η σιωπή είναι η θέση που προτιμώ όταν δεν έχω απαντήσεις. Και επειδή αναφέρατε το χάος που το ορίζω σαν έναν άχρωμο τόπο, εφευρίσκω κάθε φορά τα χρώματα και τις λέξεις για να μπορέσω να το κατανοήσω. Είναι τα εργαλεία μου, με άλλα λόγια ψηλαφώ τον ήχο του κόσμου και πάντα διαπιστώνω πως δεν τον άκουσα καλά.

 

Ε.Σ.: Χρησιμοποιείτε πολύ τα χρώματα, στην τελευταία συλλογή σας δεσπόζει το άσπρο, ενώ παλαιότερα το κίτρινο, το οποίο φαίνεται να έχει ειδικό βάρος στην ποίησή σας, συχνά ως αντίστιξη στο κόκκινο και κάποτε ως σύμβολο του παρελθόντος. Τί σημαίνει το κίτρινο στην ποίηση της Μαρινάκη και τι καλείται να δηλώσει πρόσφατα το λευκό;
Ε.Μ.: Πράγματι, το κίτρινο με ακολουθεί από κοντά, είτε ως ώχρα στους τοίχους μιας φυλακής, είτε ως στίγμα πάνω στο μεσημέρι. Το έχω βιώσει ως εφιάλτη και συνδέεται άμεσα με την παιδική μου ηλικία. Ήταν η αρρώστια της θείας, ο αέρας μιας κίνησης αντίστροφης προς τη ζωή. Είναι ακόμα η σκιά που μου αναλογεί φαίνεται, για να μην εφησυχάζω. Το άσπρο υπάρχει και σε άλλες μου ποιητικές συλλογές, όχι τόσο έντονα ίσως όσο στην τελευταία. Δηλώνει το χάος, τη χωρίς τέλος κατάβαση, την άηχη οδύνη, το βάραθρο, την αιώνια αγωνία.


Ε.Σ.: Κάπου γράφετε: «φόρεμα στενό συνήθισα την αγάπη.» Η αγάπη κατά τη γνώμη σας είναι φόρεμα στενό; Μπορεί να υπάρξει ευρύχωρο, και πώς μακροημερεύει καλύτερα;

Ε.Μ.: Στα παιδικά μου χρόνια με έσφιξε πολύ αυτό το φόρεμα, το αιστάνθηκα σαν απουσία. Με τον καιρό άρχισε να μου χαρίζει πλάτος, πάντα όμως υπάρχει ο φόβος της ασφυξίας.

 

Ε.Σ.: Στο ίδιο ποίημα, διαπιστώνετε: «Ανεπίδεκτη ακόμα στην αριθμητική/ μετράω λάθος τις προθέσεις». Παίζουν για σας ρόλο οι προθέσεις ή μόνο το αποτέλεσμα μετράει;

Ε.Μ.: Σας είπα, δεν είμαι καλή στην αριθμητική και εκτός από τις προθέσεις κάνω λάθος και στις προσθέσεις. Αθροίζω ανόμοια πράγματα με αποτέλεσμα σχεδόν πάντα να χάνω.

 

Ε.Σ.: Στις συλλογές σας υπάρχουν άμεσες ή έμμεσες αναφορές στο δημοτικό τραγούδι. Παρά ταύτα, είναι στον «Ξένο ουρανό» που γράφετε περισσότερο έμμετρα και το ακολουθείτε και ρυθμικά. Πώς ερμηνεύεται αυτή η εξέλιξη; Πρόκειται όντως για τέτοια ή απλώς για έναν άλλον τρόπο έκφρασης;

Ε.Μ.: Το δημοτικό τραγούδι μπήκε στη ζωή μου όταν ήμουν παιδί και άκουγα να το τραγουδούν στα χωριά που παραθέριζα. Από τότε έγινε χωρίς να το καταλάβω, συστατικό της ζωής μου, διαρκής ύμνος, σφραγίδα ανεξίτηλη της ταυτότητάς μου. Πατρίδα. Και αργότερα εισχώρησε και στα ποιήματά μου. Είναι ζωτικό στοιχείο της έκφρασής μου.

 

Ε.Σ.: Πολύ συχνά στα ποιήματά σας συναντούμε μέλη της οικογένειάς σας, π.χ. τον αδερφό σας, κυρίως όμως τη μητέρα σας. Θα θέλατε να μας πείτε κάτι γι’αυτό;

Ε.Μ.: Η μητέρα μου, ο πατέρας μου και ο αδελφός μου. Οι πιο κοντινοί μου άνθρωποι. Αυτοί με επηρέασαν, μαζί τους έμαθα να πορεύομαι στη ζωή, είμαι σώμα από το σώμα τους. Ειδικά για τη μητέρα μου έχω γράψει πολλά ποιήματα, κυρίως όταν άρχισε να χάνει τη μνήμη της, γεγονός που με συγκλόνισε. 

 

Ε.Σ.: Στη θέση της τελευταίας ερώτησης, ζητώ πάντοτε απ’ τον συνομιλητή μου να μιλήσει απευθείας στο κοινό του. Ένα μήνυμα στον αναγνώστη σας, παρακαλώ.

Ε.Μ.: Αν κάτι θέλω να πω, είναι ότι εμένα στη ζωή με βοήθησε η παρατήρηση. Καθώς περνούσα πολλές ώρες μόνη, παρατηρούσα τα πάντα που έπεφταν στην αντίληψή μου. Έτσι έγινα χωρίς να το περιμένω, κάτοχος πολύτιμων στιγμών και αισθημάτων και είμαι ευγνώμων που μου δόθηκε ο χρόνος και η πολυτέλεια να «αφαιρούμαι» κερδίζοντας θησαυρούς. Έχασα κιόλας βέβαια αλλά και αυτό τελικά προστίθεται στα δώρα που μου χαρίστηκαν.   

 

***

Η Ελένη Μαρινάκη γεννήθηκε και ζει στα Χανιά. Σπούδασε γραφιστική και ζωγραφική στην Αθήνα, όπου και εργάστηκε αρκετά χρόνια. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές κι έχει γράψει την εισαγωγή και ποιητικά σχόλια σε φωτογραφικά λευκώματα. Παράλληλα ασχολείται και με τα εικαστικά.




20/10/13

Poesía contra el silencio de la violencia...

 



















Elena Stagkouraki


(...)

La violencia hacia las mujeres en América Latina es un fenómeno diario y “natural”, una práctica habitual, nada reprochable, sino aceptable, tanto por las mujeres mismas como por sus familias y la sociedad entera. Se espera que una mujer caiga víctima de violencia en la casa primero por su padre, siendo su hija, a continuación probablemente por el novio, siendo su novia, y seguramente por su marido, siendo su mujer.

Mucho más allá de la existencia de organizaciones por su defensa, las latinoamericanas no cuentan ni con el apoyo de sus propios padres, los que en el peor de los casos las acusan (“no se puede, ellas habrán hecho algo para que su marido se haya molestado”) y en el mejor les advierten que lo soporten todo en silencio.

Precisamente este silencio condena e intenta a combatir este Festival, con la única manera disponible: el Grito. Algunos me comentaron el llamativo título
del festival, ya que este “Grito” sonó en sus oídos griegos excesivo y de mal gusto. Quizás tengan razón en parte. Sin embargo, no debemos caer en la trampa. Aquí no se trata de un asunto de estética y así la palabra “grito” no es nada desmedida. Al contrario, logra lo que es necesario: dice las cosas con su nombre. Debemos aprender a hablar así y aceptar que los otros digan las cosas con su nombre sin que nos molestemos.

También debemos explicar y entender lo siguiente: Aquí no se trata de la emancipación de las mujeres. No se trata de alguna queja o molestia por algo que no sea respetado, ni siquiera de la lucha por la igualdad de los derechos entre hombres y mujeres. Además, no debemos enjuiciar teniendo en la mente nuestros propios criterios o la realidad en Grecia. Muchas cosas quedan todavía por hacer y resolver en nuestro país, pero algunas cosas por lo menos han sido conseguidas. Aquí hablamos de países, donde la mujer es tratada como un ser humano inferior. Y al final, debemos pensar que, mientras nosotros estamos hablando aquí de todo esto libremente, las mujeres que están haciendo lo mismo en América Latina se juegan la vida. La mujer que hablara a un público mexicano sobre las historias de Chávez y Escobedo estaría en peligro a partir del día siguiente." (...)


Ectracto del discurso en el marco de la festejación en Atenas del 3er Festival Internacional de Poesía "Grito de mujer" el marzo 2013.
 

Primer publicación: Cuaderno Ático, No 2 (http://issuu.com/cuadernoatico/docs/cuadernoatico_2), pp.73-87.


17/10/13

Gioconda Belli...





















Gioconda Belli


Σαν κανάτι (Como tinaja)
 
Τις ημέρες τις καλές,
της βροχής,
τις ημέρες που αγαπηθήκαμε
ολοκληρωτικά,
που ολοένα ανοίγαμε
ο ένας στον άλλον
σαν σπήλαια μυστικά,
τις ημέρες εκείνες, αγάπη μου,
το κορμί μου σαν κανάτι
όλο το ύδωρ το απαλό συγκέντρωσε
που πάνω του έσταξες∙
και τώρα
σε τούτες τις ημέρες της ξηρασίας
που η απουσία σου πονά
και τη σάρκα σκίζει,
ύδωρ ξεπηδά απ’ τα μάτια μου
γεμάτο απ’ την ανάμνησή σου
για να ζωογονήσει την ξέρα του κορμιού μου
τόσο άδειου, και τόσο γεμάτου από σένα.



Η πένθιμη μοναξιά της Κυριακής (En la doliente soledad del domingo)

Είμαι εδώ —
γυμνή,
πάνω στα μοναχικά σεντόνια
τούτης της κλίνης όπου σε ποθώ.
Το κορμί μου κοιτάζω,
ροδαλό και λείο στον καθρέφτη,
το σώμα μου
που υπήρξε η ακόρεστη γη των φιλιών σου,
αυτό το σώμα το γεμάτο αναμνήσεις
απ’ το ανήμερο πάθος σου,
που πάνω του πάλεψες μάχες όλο ιδρώτα
σε ατέλειωτες νύχτες στεναγμών και γέλιων
και αχών σπηλαίων μου εσωτάτων.
Τα στήθη μου κοιτάζω
που χαμογελώντας τα συνταίριαζες
στην παλάμη του χεριού σου,
και που σαν μικρά πουλιά τα πίεζες
στα κλουβιά σου από πέντε σιδερόβεργες,
ενώ ένα λουλούδι εκρηγνυόταν
προσκρούοντας με την στεφάνη του
στη γλυκειά σου σάρκα.
Τα πόδια μου κοιτάζω,
απαλούς κι ατέρμονους ειδήμονες των χαδιών σου,
που νευρικά και γρήγορα στις κλειδώσεις σου τυλίγονταν
για να σ’ ανοίξουνε τους δρόμους της απωλείας
προς το ίδιο κέντρο το δικό μου
και την χλοερή βλάστηση του όρους
όπου εξύφανες μάχες βουβές
εστεμμένες ηδονή,
προανηγγειλμένες από εκπυρσοκροτήσεις
και πρωτόγονους κεραυνούς.
Με κοιτάζω, μα δε με βλέπω,
καθρέφτης δικός σου είναι αυτός που πένθιμα ξαπλώνει
πάνω σ’ αυτήν τη μοναξιά της Κυριακής,
ένας καθρέφτης ροδαλός,
εκμαγείο κενό που αναζητά το άλλο του ημισφαίριο.
Βρέχει  — αλύπητα βρέχει
στο πρόσωπό μου
και σκέφτομαι μονάχα τη μακρινή αγάπη σου
καθώς σκεπάζω
με τις δυνάμεις μου όλες
την ελπίδα.



Η επιστροφή (El retorno)

Στο ημερολόγιο...
η απουσία.
Παράθυρα λευκά
απ’ όπου ξεγλιστρά
η μορφή σου.
Με ανακουφίζει η μοναξιά.
Τεντώνει το δέρμα μου.
Τους ήχους ξαναβρίσκω
της εσώτερης ζωής,
που τα λόγια σου τους είχαν σιγήσει.
Οι μέρες απορροφούν την πικρία.
Έξω πέφτουν οι πρώτες βροχές.
Η μοναξιά μου μυρίζει νοτισμένη γη.
Ανέμους γεμίζει η κοιλιά μου.
Λίγες ημέρες ακόμη και θα σβήσουν
οι γραμμές οι ακριβείς του προσώπου σου.
Και τότε απ’ την αρχή θα σε ποθώ
ξανά.
Θ’ αποκλείσω λήθη και οργή.
Η νοσταλγία θα με μουσκεύει
και εγώ η ίδια υγρασία θ’ αναδίνω.
Απ’ τα λευκά παράθυρα
τα μάτια σου θα με θωρούν τα πρότερα,
εκείνα της αγάπης.
Φθαρμένη θα προσμένω
την ανάσταση της σάρκας
αυτού που υπήρξαμε.
Η ψυχή μου θ’ αποσύρει τις βιτρίνες
της αισιοδοξίας.
Στα παράθυρα καναβούρι θα σκορπίσω
και θα προσμένω το σκληρό σου ράμφισμα,
το βλέμμα σου, βλέμμα πουλιού.
Σκιρτώντας.




Κοιμάσαι (Te duermes)

Κοιμάσαι πλάι μου.
Σιωπηλά βυθίζεσαι σ’ εκείνον τον κόσμο
όπου εγώ μια οποιαδήποτε γνωστή σου μακρινή μπορώ να είμαι,
η παρέα σου στο παγκάκι του πάρκου ή η ερωμένη
που μόλις άφησες για να καταφύγεις σ’ εκείνη τη χώρα, όπου, αμοιβαία, στερούμαστε τις λέξεις.
Με συγκινεί να σε βλέπω να κοιμάσαι, βυθισμένον στα σεντόνια
παραδομένον στον ύπνο, αινιγματικά
κλεισμένον στο κορμί σου.
Θα κοιμηθώ κι εγώ και τότε ίσως ξυπνήσεις
κι ό,τι τώρα σκέφτομαι, σκεφτείς, ίσως
τυλιγμένη να με φανταστείς σε κάποιο δέντρο όλο κλώνια
απ’ αυτά που ξέρεις πως πολύ με συναρπάζουν και με πλησιάσεις αγγίζοντάς με,
αποτραβώντας με από τη σιωπή αυτής της στάσης
σαν ραδιόφωνο σβηστό, φέρνοντάς με ξανά προς το μέρος σου
προς τον έρωτα που ο ύπνος μας χάρισε.



Δέηση (Petición)

Την αγάπη να ντυθώ
που είμαι γυμνή —
που μοιάζω πολιτεία
ακατοίκητη,
από ήχους βουβή,
κι από τριγμούς τερετίζω,
φύλλο ξεραμένο, αναιμικό του Μάρτη.
Την ηδονή να τυλιχτώ
αφού στον κόσμο αυτό δεν ήρθα για τη λύπη
που φαρδιά μου πέφτει
σαν ρούχο ξένο.
Ξανά θέλω να νιώσω τη φλόγα,
την αλμύρα να ξεχάσω των δακρύων
–τις τρύπες στους κρίνους
και το χελιδόνι το νεκρό στο μπαλκόνι–.
Ξανά να με δροσίσει του χαμόγελου η αύρα,
κύμα όλο καμπύλες
θάλασσα πάνω στους βράχους της παιδικότητάς μου,
άστρο μες στα χέρια,
δάδα αιώνια του δρόμου προς τον καθρέφτη
όπου ξανά θα κοιταχτώ
ολόκληρη επάνω ως κάτω,
προστατευμένη
κρατημένη απ’ το χέρι,
απ’ το φως,
από χορτάρι καταπράσινο και υφαίστεια —
γεμάτα κολίβρια τα μαλλιά μου,
δάχτυλα, που βγαίνουν απ’ το κουκούλι πεταλούδες,
ο αέρας μπλεγμένος στα δόντια μου,
επιστρέφοντας στην τάξη του,
ένα σύμπαν κατοικημένο από κενταύρους.
Την αγάπη να ντυθώ
που ’μαι γυμνή.



Θα παντρευτούμε χειμώνα (Nos casaremos en invierno)

Τώρα θα παντρευτούμε που βρέχει κατακλυσμιαία.
Εσύ κι εγώ και η γη, μαζί θα γιορτάσουμε
το χλωρό των κορμιών,
το φύλο των ανθών,
τη γύρη του γέλιου
κι όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού
που μπερδεμένα καταφτάνουν
στη στάλα μέσα της βροχής.
Χειμώνες θα σπείρουμε στην αγάπη
για να τη δούμε να βλασταίνει
στο ρυθμό των φυτών.
Τα σύννεφα θα σμίξουμε,
να γεννηθεί ο κεραυνός,
και η γης με το νερό ένα να γίνουν.
Θα παντρευτούμε με ουρανό συννεφιαστό,
ενώ βροντούνε οι οροφές
σαν πολυβόλα
και των βατράχων το τραγούδι
από τον κήπο αντηχεί
μαζί μ’ ακολουθία ιπτάμενων μυρμηγκιών.
Χωρίς σκιές, αγάπη μου, θα παντρευτούμε,
με το κεφάλι ακάλυπτο
σε μιαν αυλή υγρή
που γη μυρίζει,
δίχως άλλη δίψα
παρά την εδική γι’ αλλήλους,
με βρεγμένα ρούχα,
ενώνοντας των δυο τις υποχρεώσεις,
για να ’ρθεί η καταιγίδα
που όλα θα τα πλύνει,
σαν τη βροχή, αγάπη μου, καθώς θα παντρευτούμε.  


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Poeticanet", τεύχος 18 (http://poeticanet.com/poets.php?subaction=showfull&id=1366726779&archive=&start_from=&ucat=331&show_cat=331)