29/1/15

Χουάν Ραμόν Χιμένεθ προς Ιδέα Βιλαρίνιο...



Επιστολή του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ στην Ιδέα Βιλαρίνιο:

Θα ήθελα να σας δω τώρα, να μπορούσα ακόμη να σας βλέπω, αγαπητή Ιδέα, μελαγχολική, με φρέσκο βλέμμα, αργό, ώστε αληθινά να μπορούσα ν’ ασπαστώ την καρδιά σας (όπως μπορεί πάντοτε ο χειμώνας να ασπάζεται την άνοιξη).
Σας φέρνω στο μυαλό μου κάθε μέρα. Ρώτησα τον Κλαπς για τα νέα του, πράγμα παραπλήσιο με το να ρωτάω για εσάς, και σας αποζητώ, σας αποζητώ Ιδέα Βιλαρίνιο, κόρη του πατέρα που υπερηφανεύεστε.
Γιατί με υπερασπίζεστε; Μην ανησυχείτε, όπως δεν ανησυχώ κι εγώ. Ο χρόνος είναι φίλος μου παντοτινός και πάντοτε ήξερε να με βάζει στη θέση μου. Με το χρόνο πορεύεται όποιος το επιθυμεί και υπάρχει κόσμος που γνωρίζει κόσμο. Και υπάρχει και ο όχλος που μόνο όχλο γνωρίζει. Μην με υπερασπίζεστε, Ιδέα.
Το ποίημα που μου στέλνετε, ποίημα τόσο διεισδυτικό κι εμφατικό, τόσο παθητικό στη ζωή, θέλω να το διαβάσω εντός μου. Υπενθύμιση μιας ποίησης κρυφής. Θα μου επιτρέψετε να το διαβάσω, να σας διαβάσω;
Αναλογίζομαι (αν το πλοίο καθυστερήσει λίγο ακόμη τον απόπλου) να έρθω ξανά να δω εσάς και όλους σας. Ναι, αγαπητή Ιδέα, εξακολουθώ να νιώθω το χέρι σας μέσα στο δικό μου κόντρα στον δεξιό σας γοφό στο μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου στην πόλη που σας περιβάλλει. Και θα εξακολουθήσω να το νιώθω.
Μ’ ένα φιλί. 

ΧΟΥΑΝ ΡΑΜΟΝ


(Από την ανθολογία της Ουρουγουανής ποιήτριας Ιδέας Βιλαρίνιο με τίτλο "Το άνθος της στάχτης" που ετοιμάζεται. Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη)

26/1/15

Πανικός...



Παντελής Μπουκάλας

Ποτέ δεν θα μπορέσω να σου δώσω κάτι περισσότερο από τον πανικό μου. Κρυμμένος θα 'μαι και την ώρα την πιο άγρια, όταν το πάθος θα με τανύει ώς τη ρήξη. Άτεχνα κρυμμένος. Σαν και τον κλέφτη που επαιτεί τη σύλληψή του, να λυτρωθεί.

Ποτέ δεν θα μπορέσω να σου δώσω κάτι περισσότερο από τον πανικό σου. Και τη στιγμή την άγια θα ξεμακραίνεις μέσα σου, θα χάνεσαι, στον κόμπο που σε γέννησε θα επιστρέφεις, λατρεύοντάς τον, με μιαν αγάπη σπαραγμού.

Ποτέ δεν θα μπορέσω να σου δοθώ υπέρτερος του σκηνοθέτη πανικού μου.

23/1/15

Πάνω από ποιητής, σύζυγος και πατέρας...

 
      














Jaime Sabines 

Ο διαβάτης


      Λένε, διαδίδουν, βεβαιώνουν, σε σαλόνια και γιορτές, πολλοί ή λίγοι ενδεείς πως ο Χάιμε Σαμπίνες είναι μέγας ποιητής. Ή τουλάχιστον καλός ποιητής. Ή ποιητής αξιόλογος, αξιοπρεπής. Ή, τέλος πάντων, απλώς -μα αληθώς- ποιητής.

            Φτάνει στα αφτιά του η είδηση και ο Χάιμε καταχαίρεται: τι όνειρο! Είμαι ποιητής! Είμαι ποιητής σημαντικός! Είμαι μέγας ποιητής!

            Πεπεισμένος βγαίνει στο δρόμο και φτάνει στο σπίτι πεπεισμένος. Μα στο δρόμο κανείς, και στο σπίτι ακόμη λιγότερο, κανείς δεν συνειδητοποιεί πως είναι ποιητής. Γιατί οι ποιητές να μη φέρουν ένα άστρο στο μέτωπο ή μια λάμψη εμφανή ή έναν κεραυνό που από τ’ αφτιά τους να βγαίνει;

            «Για το Θεό!» αναφωνεί ο Χάιμε. «Πρέπει να γίνω πατέρας ή σύζυγος ή  να δουλεύω στο εργοστάσιο σαν οποιονδήποτε άλλον ή να περπατώ σαν οποιονδήποτε άλλο και έτσι να διαβαίνω».

            «Αυτό είναι!» ξαναλέει ο Χάιμε. Δεν είμαι ποιητής – είμαι διαβάτης.

           Και τούτη τη φορά ξαπλώνει στο κρεβάτι του με μια γλυκιά, γαλήνια χαρά.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

20/1/15

"Με τον τρόπο του παρά"...



Παντελής Μπουκάλας

Με τον τρόπο του παρά αγαπήθηκα· παράφορα και παράβαση, και προπάντων παράδοση - πώς αγαπάει το ξύλο τη φωτιά και την αρμύρα ο βράχος, και πώς η λεία το θεριό, τον πυρετό τα χείλη. Έτσι έβγαινα έξω απ' τον χρόνο και τη γλώσσα μου λοίδορη τού πρότεινα, κι ας καιγόταν.

17/1/15

"Ο σωσίας"...



"Ο σωσίας" 
του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι
σκην. Έφη Μπίρμπα
θέατρο Ροές

Ανοίγω το βιβλίο, διαλέγω κάποιες φράσεις, αποσπώ δυο-τρεις σκηνές και φτιάχνω μια παράσταση μιάμισης ώρας. Θα μου πείτε, πώς γεμίζω ενενήντα λεπτά με υλικό που χωράει σε δεκαπέντε; Μα ελάτε τώρα! Όσοι παρακολουθούν έστω και λίγο τη μόδα, θα ξέρουν πως αυτό γίνεται με επαναλήψεις λέξεων, κινήσεων και σκηνών μέχρις αηδίας, για στρώσε-ξέστρωσε της άμμου που καλύπτει βεβαίως τη σκηνή, για πήγαινε-έλα, βάλε-βγάλε, πέσε-σήκω, μικρόφωνα, μεγάφωνα, ουδέτερο μουσικό φόντο και ξάφνου ένα μπλουζ με αχόρευτο χορό. 

Δεν είναι που το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, το οποίο υποτίθεται παρουσιάζεται σε δραματοποίηση, μοιάζει ούτε με νουβέλα ούτε με διήγημα, αλλά με επίγραμμα: έχει δηλωθεί πως υπάρχει εστίαση σε ορισμένες σκηνές. Είναι που αυτό το επίγραμμα δεν λέει ούτε περικλείει κάποια ιστορία ή -για την ακρίβεια- λέει πολλές ιστορίες μαζί, λέει κάθε δυνατή ιστορία και εν τέλει δεν λέει απολύτως τίποτα. Τόση κίνηση επί σκηνής και δεν συμβαίνει τίποτα. Οι χαρακτήρες όλο μιλούν και δεν λένε τίποτα. Ο συμβολισμός τόσος και τέτοιος, που εντέλει μένει αδιάφορο το τι συμβολίζει ή το αν συμβολίζει καν κάτι. Μοιάζει να δραματοποιήθηκε ο ίδιος ο τίτλος, και αυτός ακόμη στο ένα τρίτο (ή τέταρτο) της παράστασης. Σίγουρα, κάποιος που δεν έχει διαβάσει το έργο δεν καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται και όποιος το έχει διαβάσει, μόνο από το όνομα Γκολιάτκιν μπορεί αδρά ίσως να το αναγνωρίσει. 

Τι μένει λοιπόν από την παράσταση; Εικόνες, εικόνες, εικόνες! Αρκετές από αυτές, ομολογουμένως, ωραίες εικόνες. Στο θέατρο Ροές παρακολουθεί κανείς μια εικαστική αποτύπωση του μυθιστορήματος και όχι μια διασκευή του για το θέατρο. Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμη αν θα πρέπει να χαροποιήσει τη γράφουσα ή τη σκηνοθέτιδα της παράστασης το αποτέλεσμα σχετικής μας έρευνας, σύμφωνα με το οποίο η δεύτερη είναι εικαστικός. Μάλλον όχι, εφόσον εν προκειμένω κλήθηκε να ενεργήσει με διαφορετική ιδιότητα. Δεν νομίζουμε ότι θα ικανοποιούνταν αναγνώστες, συντελεστές της παράστασης και θεατρόφιλο κοινό, αν αντί της παρούσας κριτικής μεταφράζαμε εδώ ολόκληρο το έργο. Όσον αφορά τη σκηνοθεσία, η παγίδα είναι -καλώς ή κακώς- πιο επικίνδυνη για εικαστικούς ή χορογράφους, προφανώς λόγω συγγένειας των ειδών. 

Όσο για τους ηθοποιούς, -υπεράριθμοι και αυτοί για τα διαδραματιζόμενα- είναι κρίμα που η ουσιαστική -και σχεδόν αποκλειστική- λειτουργία δύο εξ αυτών ήταν να στρώνουν απλά την άμμο. Δεν αποκλείεται να είναι ικανοί για λαμπρές ερμηνείες. Άγνωστο. Η πραγματική απορία όμως είναι πώς ο Σερβετάλης κατορθώνει να Ερμηνεύει ακόμη και το Τίποτα!

Έλενα Σταγκουράκη
13.01.2015


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέο Πλανόδιον" (http://neoplanodion.gr/2015/01/13/%CE%BF-%CF%83%CF%89%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82/



14/1/15

"Περί φύσεως"...




«Της γης ιδρώτας η θάλασσα»



«Περί φύσεως»
του Μιχάλη Βιρβιδάκη
σκην. Έφη Θεοδώρου
Αναλόγιο στο Θέατρο Τέχνης
Οκτώβριος 2014



«Όσο απομακρύνεται κανείς απ’ την επιφάνεια, δυσκολεύουν τα πράγματα»: ακούγοντας αυτήν την αλήθεια ο θεατής ανάμεσα σε τόσες άλλες παντός φύσεως, ίσως δεν αντιλαμβάνεται ότι στην πραγματικότητα γίνεται μάρτυρας τριών χαρακτήρων οι οποίοι –άλλοτε συνειδητά άλλοτε υποσυνείδητα– εγκαταλείπουν την επιφάνεια προς εξερεύνηση του βυθού και αναζήτηση του βάθους.


Το πιο πρόσφατο θεατρικό έργο του Μιχάλη Βιρβιδάκη, έργο σε δώδεκα σκηνές, παρακολουθεί σε ένα πρώτο επίπεδο την επιφανειακή συνομιλία τριών λουομένων τον Αύγουστο, παραμονή του Σωτήρος. Σε ένα δεύτερο όμως, γίνεται καθρέφτης των πιο μύχιων πεποιθήσεων, ανησυχιών και πληγών, αφού ο πόνος και η αντοχή σε αυτόν αναφέρονται επανειλημμένα, και ας είναι μέσα από το χαμόγελο. Πρόκειται μάλλον για χαμόγελο με τα δόντια ενωμένα σφιχτά, ίσως και για το αναπόφευκτο χαμόγελο της συγκατάβασης από την αποδοχή της ζωής ως έχει. Στο έργο, το κωμικό στοιχείο συμβαδίζει κι εναλλάσσεται με το δραματικό, η πραγματικότητα φλερτάρει με το παράλογο και υπάρχουν στιγμές γνήσιου ποιητικού ύψους. Έντονη είναι και η μεταφορικότητα του κειμένου, καθώς ο θεατής προσανατολίζεται περισσότερο στη μεταφορική έννοια των λόγων παρά την κυριολεκτική. Για παράδειγμα: «να επιπλέει κανείς –αυτό μόνο», «να μένεις στην επιφάνεια προϋποθέτει την ικανότητα του να μένεις στην επιφάνεια», «προσπαθώ να την ξεχάσω [τη γνώση], αλλά η ζημιά έχει γίνει», «όλος ο κόσμος είναι ένας άνθρωπος», «κολυμπάμε σε μια θάλασσα που δεν γνωρίζουμε».


Η σκηνοθετική επιμέλεια της Θεοδώρου υπήρξε ισορροπημένη για το είδος του αναλογίου, εξισορροπώντας το κείμενο με την παραστατικότητα και την περιορισμένη στο ελάχιστο κίνηση των ηθοποιών. Ωστόσο, θα άρμοζε ίσως μια πιο αργή ανάγνωση, λαχάνιασμα και περισσότερες παύσεις, κυρίως από τον γυναικείο χαρακτήρα και τον Σοφοκλή, δεδομένου ότι αυτοί κολυμπούσαν και βουτούσαν. Η κύρια ένστασή μας όμως σχετίζεται με την απόδοση του τρόπον τινά ιντερμέτζου με τα σχόλια-σκέψεις διάφορων λουομένων, η οποία εύστοχα μεν πραγματοποιήθηκε μέσω ηχογράφησης, έπρεπε δε να επιδεικνύει τη συγχρονικότητα ενός χορού φωνών, την οποία υπονοεί το έργο, και να έχει διάρκεια στο 1/3 αυτής που είχε, καθώς αντί να δίνει μια ανάσα, στο τέλος κούραζε. 


Οι ερμηνείες χάρισαν πνοή και ζωντάνια στο κείμενο, με πρώτη και καλύτερη αυτήν του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη στο ρόλο του Ευριπίδη Περίανδρου. Σωστός και απολαυστικός χειρισμός φωνής, παύσεις, ύφος. Γλυκά υστερική η Ευλαμπία της Έλενας Τοπαλίδου, αλλά αρκετά άνευρος ο Σοφοκλής Ποθουλάκης του Δημήτρη Παπανικολάου.


Καίριος ο ρόλος του βίντεο της Αγγελικής Τσόλη, το οποίο όχι μόνο οπτικοποιούσε τη θάλασσα, αλλά και την ίδια την πορεία της παράστασης, από τα ανοιχτά ώς τη στεριά. Εξίσου λειτουργικός και ο σχεδιασμός του ήχου από την Χριστίνα Καρποδίνη.


«Να νομίζεις ότι… και να μην…». Αυτή η ασυνέπεια δεν αφορά το έργο του Βιρβιδάκη, το οποίο υπήρξε ειλικρινές και ατόφιο ακόμη και με τη χρήση λατινικών, αρχαιοελληνικών και ξενόγλωσσων εκφράσεων και μότο, ούτε τη μετρημένη σκηνοθεσία της Θεοδώρου σε αυτό το είδος παράστασης που ενέχει τόσες παγίδες. Αυτό το “vivere pericolosamente” μοιάζει να ταιριάζει σε συγγραφέα και σκηνοθέτιδα, όπου “pericolosamente”  θα πει «στα όρια της αντοχής, εκεί που συναντούμε το βαθύ εαυτό μας».





Έλενα Σταγκουράκη

Αθήνα, 6 Οκτωβρίου 2014




22/12/14

ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ!




ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ!!

MERRY CHRISTMAS AND A HAPPY NEW YEAR 2015!!


"Ματωμένος γάμος"...



«Η σκληρή μας ρίζα τής κραυγής»

«Ματωμένος γάμος»
Του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα
Σκην. Γιάννης Κακλέας
Θέατρο Αποθήκη
Δεκέμβριος 2014

«Κατά ’κεί που μας πάει το αίμα τραβάμε», «αυτό το παλικάρι είναι σαν να το τρώει το αίμα του»: φράσεις αμφότερες από το έργο του Λόρκα, αυτό τον ύμνο στην παντοδυναμία του ζωογόνου ύδατος με τη δική του βούληση, έρμαιο του οποίου είναι ο άνθρωπος. «Το αίμα νερό δε γίνεται» λέμε εμείς, και αλίμονο αν «ανέβει το αίμα στο κεφάλι»: μοναδική έκβαση η τραγωδία, μια τραγωδία εν προκειμένω προοικονομημένη.

            Ο ματωμένος γάμος –ή Ματωμένα στέφανα κατά τη μετάφραση του Σεβαστίκογλου– γράφτηκε από τον Ανδαλουσιανό ποιητή και θεατρικό συγγραφέα το 1932, τέσσερα χρόνια πριν τη δολοφονία του από φασίστες του Φράνκο. Το έργο ουσιαστικά συνιστά μέρος μιας τριλογίας, μαζί με τα έργα «Γέρμα» και «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», όπου αποτυπώνεται και κατακρίνεται έντονα η κλειστή κοινωνία της Ανδαλουσίας με τις ανελευθερίες και την ατομική δυστυχία που αυτή προκαλεί. Κοινό γνώρισμα των έργων, πέρα από την έντονη παρουσία του λαϊκού στοιχείου με τη ζωή στην ισπανική ύπαιθρο και τις διάφορες εκφάνσεις της,  είναι η υποταγή της γυναίκας σε συμπεριφορές και σχήματα που της επιβάλλει η οικογένεια, η κοινωνία και ο καθωσπρεπισμός, χάριν των οποίων θυσιάζει την ευτυχία και τη ζωή της, τόσο μεταφορικά, όσο –κάποτε– και κυριολεκτικά. Εξάλλου, αφορμή για τη συγγραφή του Ματωμένου γάμου υπήρξε πραγματικό περιστατικό, το οποίο ο Λόρκα πληροφορήθηκε από εφημερίδα. Με κάποιες αλλαγές και διαφοροποιήσεις, λοιπόν, παρέδωσε στο κοινό μια τραγωδία, όπου ο πρώην αρραβωνιαστικός μιας κοπέλας – και νυν σύζυγος της ξαδέρφης της– επανέρχεται για να στοιχειώσει το γάμο της πρώην αγαπημένης του, κατορθώνοντας να το σκάσει μαζί της, λίγο μετά το μυστήριο. Ένα φεγγάρι που διψά απεγνωσμένα για ζεστό αίμα αποκαλύπτει τους δύο εραστές, στήνει χορό με το θάνατο και οπλίζει το χέρι του γαμπρού με ένα «κρύο μαχαίρι» που «ούτε στο χέρι χωράει», από το οποίο θα βρουν τελικά το θάνατο και οι δύο άντρες. Η νύφη μένει με την πεθερά της να θρηνεί πάνω από τα συντρίμμια αυτού που «έσβησε πριν γεννηθεί και χάθηκε πριν ζήσει».

            Όχι απλά η σκηνοθεσία, αλλά η διασκευή του έργου από τον Κακλέα αποδίδει μια σύγχρονη τραγωδία του πόθου και του πάθους, με τη χρήση των αντίστοιχων σύγχρονων μέσων και μεθόδων. Έμφαση δίνεται κυρίως στη σωματική διάσταση, τόσο των συναισθημάτων, όσο και των σκέψεων και του ίδιου του έρωτα, κάτι που αναπόφευκτα αποκλίνει από τη συμβολικότητα και εμμεσότητα του έργου του Λόρκα, αλλά και τον πουριτανισμό της ανδαλουσιανής κοινωνίας του 1930. Έτσι, ο θεατής βλέπει κατά τη διάρκεια της παράστασης να γυμνώνονται επί σκηνής όλα τα γυναικεία πρόσωπα, ενώ και οι δύο νέοι παρουσιάζονται ημίγυμνοι. Αντίστοιχα, αποτυπώνεται συχνά ο σαρκικός έρωτας των ζευγαριών, με μια χορογραφία –ομολογουμένως– σημειολογικά γοητευτικότατη. Ακόμη, ιδιαίτερα ζωηρή είναι η κίνηση σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, τείνοντας σε ένα θέατρο σωματικό. Από το έργο διατηρείται η απόλυτη ουσία του, με απαλοιφή των επιμέρους λεπτομέρειων, πράγμα που ισχύει και για τα πρόσωπα της παράστασης, τα οποία –πέραν των κεντρικών– αποκτούν ρόλους λίγο-πολύ ασαφείς. Αλλά και το λαϊκό στοιχείο απουσιάζει βέβαια παντελώς κι έχει αντικατασταθεί από σύγχρονα μέσα, σκηνικά, ηχητικά και άλλα. Με τη συγκεκριμένη σκηνοθετική προσέγγιση, η βαρύτητα μετατοπίζεται από το κείμενο σε μετάφραση Γκάτσου –απ’ το οποίο ο θεατής ξεχωρίζει μόνο κάποιες υψηλές νότες– στη σκηνή και στην προσπάθεια αποτυπώσης της εσωτερικότητας και σκοτεινότητας των σκέψεων, των βιωμάτων και κυρίως των συναισθημάτων. Το «Κουβάρι-κουβαράκι» και άλλα χορικά, τα οποία –ευτυχώς!– δεν αποδίδονται ως τέτοια, ακυρώνονται. Το Φεγγάρι παραστάται ως θηλυκή Σελήνη που, μονολογώντας αδύναμη κι αιμοδιψής και παραπέμποντας σκηνικά στη Γουίνυ των Ευτυχισμένων ημερών, επικρατεί των πάντων. Ολόκληρη η παράσταση μοιάζει με άχρονη και γεωγραφικά όχι συγκεκριμένη, αλλά καθολική αποτύπωση της «σκοτεινής μας ρίζας τής κραυγής». Αυτή η τελευταία ώθησε τη νύφη να απαρνηθεί εκείνον που θα μπορούσε να της δώσει τα πάντα, την ηρεμία και τα παιδιά της –όπως χαρακτηριστικά ομολογεί στην πεθερά της–, για εκείνον που, σκοτεινός και υποχθόνιος, θα τα επισκίαζε όλα και δεν θα την άφηνε ποτέ σε ησυχία. Έτσι γλιστράει η ίδια στο ρόλο της πεθεράς της, αφού στερείται δια μιας άντρα και παιδιά.

            Οι ερμηνείες ικανοποιητικές, παρά τις αυξημένες απαιτήσεις της παράστασης. Εξαιρετικές η Παπαληγούρα, ως νύφη, και η Παπούλια, ως μάνα. Η Παπαληγούρα, με έκφραση και κίνηση δωρική και την τραγικότητα χαραγμένη σε πρόσωπο και φωνή, καθήλωνε. Ρίγος προκάλεσε η κραυγή της Παπούλια ως χαροκαμένης μάνας στην όψη του δεύτερου νεκρού γιου της, ενώ η γενικότερη ερμηνεία της υπήρξε επαρκής στις διάφορες εκφάνσεις της. Θα θέλαμε, μονάχα, μια λείανση της κίνησής της στην απόδοση του ρίγους. Γοητευτική η Αριάδνη Καβαλιέρου ως παιδί/θάνατος, «διαολάκι» θα λέγαμε εμείς, και σαγηνευτική η θηλυκή Σελήνη της Ιφιγένειας Αστεριάδη. 

            Τα σκηνικά του Παντελιδάκη συμβαδίζουν καίρια με το χθόνιο και σκοτεινό τόνο που επιδιώκει ο Κακλέας, αλλά και με το πολυεπίπεδο στοιχείο, τόσο χαρακτηριστικό των παραστάσεών του –ειδικά με την κεντρική πύλη και τον εξώστη ακριβώς από πάνω. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των σκηνικών είναι οι καταπακτές που επιτρέπουν ένα όμορφο γεωγραφικό παιχνίδι. Αρμοστά τα κοστούμια της Νάθενα με τις γκόθικ νότες, γέφυρες μεταξύ ρομαντισμού και ρεαλισμού.

            Εξαιρετική η μελέτη της κίνησης που προσθέτει μια ουσιαστική διάσταση στην παράσταση, προσφέροντας δυνατές στιγμές και εικόνες, κάνοντας για παράδειγμα την πάλη των δύο αντρών να μοιάζει με τιτανομαχία. Λειτουργικοί και οι φωτισμοί του Μπιρμπίλη.

            Αντιθέτως, η μουσική του Μιχαλόπουλου ξένιζε, με μια ηλεκτρικότητα που έδενε μεν ίσως με τη σκηνική αποτύπωση, όχι όμως και με την επιδιωκόμενη εσωτερικότητα. Έτσι, η αντίθεση με τις δραματικές και αναλόγως μουσικά επενδυμένες σκηνές ήταν υπερβολικά έντονη. Αν λάβουμε δε υπ’ όψιν και τη λεκτική απόδοση του Γκάτσου και το ύφος της, κατανοούμε πληρέστερα το ασυμβίβαστο.

            Η σύγχρονη αυτή προσέγγιση του Κακλέα στο κλασικό έργο του Λόρκα συνιστά μια διασκευή με άποψη. Μπορεί ο Ανδαλουσιανός να μη γίνεται εύκολα ανιχνεύσιμος πίσω από την παράσταση στο θέατρο Αποθήκη, αυτό ισχύει όμως σίγουρα για τις σκοτεινές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο νου και την καρδιά του σημερινού ανθρώπου, ο οποίος σαν άλλη Νύφη –σε λιγότερο τραγική βέβαια θέση και όντας έρμαιο, όχι της μοίρας ή του αίματος, παρά της προσωπικής απληστίας– τα επιθυμεί όλα: και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι.


Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 21.12.2014

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Φρέαρ" (http://frear.gr/?p=7697)

18/12/14

Πρώτα ο κόσμος;...




















Παντελής Μπουκάλας

Μιλώ κι οι λέξεις έχουν μέσα τους μια μνήμη που με θρυμματίζει απόλυτη. Λέξεις οικείες
καφές, τσιγάρο, έκλαψα, τα μάτια σου, χθες λοιπ
πήρανε πια να αφηγούνται την ιστορία μιας ξενιτιάς που δε θ' αξιωθεί ένα καράβι να τη νοστιμίσει.
Πρώτα ο κόσμος σώνεται ή πρώτα οι λέξεις;



Πηγή: "Οπόταν πλάτανος"

16/12/14

"Δουλεύοντας το ασήμι"...



















Αν κάτι αγαπώ σε αυτόν τον τόπο, είναι το δημιουργικό πνεύμα των ανθρώπων του και η ποικιλία των εκφράσεών του σε χειροποίητες δημιουργίες, είτε πρόκειται για κεραμική, είτε για βυρσοδεψία, είτε για αργυροχρυσοχοϊα, είτε για απλά καθημερινά χειροποίητα αντικείμενα. Εκεί συναντά κανείς όλη την αγάπη και το χαρακτήρα του Έλληνα και όλα τα χαρίσματα, με τα οποία αυτός ο φωτεινός και όμορφος τόπος τον έχει προικίσει. Πού και πού παρουσιάζουμε εδώ ένα δείγμα της δουλειάς τέτοιων τεχνιτών-καλλιτεχνών και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε. Για σήμερα επιλέξαμε το εργαστήριο ασημιού "Αχάτης" του κ. Νικηφόρου και της κα. Νέλλης από την Καλλονή της Λέσβου. Πρωτότυπα, αλλά και κλασικά σχέδια, εργασία με ημιπολύτιμους λίθους, λεπτή και ιδιαίτερη δουλειά με μεράκι και αγάπη για το κόσμημα, ως αποτέλεσμα της εικοσάχρονης εμπειρίας τους στο χώρο, και καλές τιμές. Τους ευχόμαστε από καρδιάς καλή συνέχεια!

12/12/14

Benefits...




















ΠΡΟΟΔΟΣ

Τρόποι υπάρχουν της αγάπης
μύριοι όσοι, πάμπολλοι
—κάπου το ’χω πάλι γράψει
κάπου το ’χω πάλι πει—,
τρόποι εξατομικευμένοι
ή και ακόμη ομαδικοί.
Μια απ’ τις τόσες ταμπελίτσες
τοσηδά αναζητώ
να κολλήσω στο άγριο 'κάτι'
που αδίκως να εννοήσω
ολοένα προσπαθώ.
Είναι ετούτο; Είναι τ’ άλλο;
Κι αν ρωτώ, δεν απαντάς.
Πώς μετά άκρη να βγάλω;
Μου ’χεις γίνει πια νταλκάς!
Ψάχνω, ψάχνω, το γυρίζω
και από δω και από κει,
το εξετάζω, το σκαλίζω,
μα δε βλέπω προκοπή!
Λες και χάθηκαν οι ομάδες!
Δεν είμαστε άνθρωποι εμείς!
Δεν μας μένει κάτι άλλο
και —ανεξάρτητα δικής μου έφεσης—
στην ετικέττα καταλήγω:
είμαστε δυο friends with benefits.


Έλενα Σταγκουράκη

9/12/14

Νέοι καιροί, νέοι Διόνυσοι...


Πραγματικά, δεν ξέρω τι τους φταίει ο Κάρολος Κουν και φροντίζουν να αναμειγνύουν τελευταία το όνομά του σε αθλιότητες: είτε σε διασκευές φρίκης στο Υπόγειο που ούτε "Με τα δόντια" υπομένει κανείς, παρεκτός αν συχνάζει στα καλούμενα μπουζουκομάγαζα και δεν έχει γνωρίσει τίποτα πέραν της αμερικανικής τηλεόρασης, είτε με το βραβείο αρχαίου δράματος (!) στον Ρουβά. 

Βέβαια, η αναφορά της Διαβάτη στην αστυνομία είναι μάλλον άστοχη, δεδομένου ότι Τέχνη/Ελευθερία και Αστυνομία είναι έννοιες αντίθετες. Υπάρχει όμως η άλλη, αυτή η παντού και πάντα παρούσα αστυνομοκρατία με τα πολιτικά που επιτρέπει και πολλαπλασιάζει φαινόμενα σαν και αυτά που ανέφερα. Ασυναίσθητα της έχουμε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού, της δουλειάς, κάθε έκφανσης της ζωής μας και εκεί αυτή πράττει όχι κατά βούληση, αλλά κατά βίτσιο. 

Έτσι, από τα βραβεία στην Ελλάδα (ανεξαρτήτως χώρου) δεν μπορεί κανείς να περιμένει κάτι καλύτερο. Πρέπει μόνο να χαίρεται αν δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτά. Τότε και μόνον τότε σημαίνει πως πορεύεται καλά. Παρ' όλα αυτά. Ήθελα να το αποφύγω αυτό το σχόλιο, αλλά τελικά αποδεικνύεται αδύνατον. Τον καιρό του Ρωμανού, για ποιον Κουν να μιλάμε, για ποιον και ποιον... 

Νέοι καιροί, νέοι Διόνυσοι!


Έλενα Σταγκουράκη