28/6/15

Sexus...




"Αγρίμια κι αγριμάκια μου"


της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

“SEXUS”
του Θεοδόση Βολκώφ
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
2015

«Σαν τον Λύκο να διψάω πάντα το αίμα/ κι απ’ τα στήθη σου που γδέρνω να το πίνω»: Οι δύο πρώτοι στίχοι της πιο πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Βολκώφ δεν αφορούν μόνο τον έρωτα απέναντι σε ένα ποιητικό Εσύ. Στην πραγματικότητα συνιστούν επίκληση στην ίδια την Ποίηση και τη Ζωή, μια επίκληση γεμάτη πάθος και άσβεστη δίψα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρη τη συλλογή.

Μετά την απολαυστικά κωμική και καυστική, αλλά και μαστορικά δουλεμένη συλλογή σονέτων με τις ιστορίες του Pietro Aretino εν έτει 2013, την οποία η κριτική επιδεικτικά αγνόησε, ο Βολκώφ ανακτά το οικείο του ποιητικό πρόσωπο, σοβαρό και στιβαρό, για να γράψει για τον Έρωτα: έναν έρωτα πιστό ή άπιστο, σταθερό ή πρόσκαιρο, πάντως έναν έρωτα σαρκικό, λάγνο και ακόρεστο. Εξού και ο τίτλος της συλλογής, δοσμένος στα λατινικά κατά την προσφιλή συνήθεια του ποιητή. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί ―/ πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο» ή αλλού «Αυτή που υποτάσσεται προστάζει,/ της λείας λεία αυτός που κυνηγά. (…)/ το σώμα το αντρίκειο πώς σπαράζει/ και της γυναίκας το κορμί πώς σπαρταρά…».

Ποιητικές συλλογές με θέμα τον έρωτα υπάρχουν πάμπολλες ―πώς αλλιώς, αφού ένα πολύ μεγάλο μέρος της ποίησης μιλά για τον έρωτα και το θάνατο, τα δύο βασικά θέματα που προβληματίζουν τον άνθρωπο. Ούτε και η πρώτη φορά είναι που ο ίδιος ο Βολκώφ καταπιάνεται με το θέμα αυτό, το οποίο ο αναγνώστης του εντοπίζει τόσο στα πρωτόλεια Τραγούδια της ψυχής και της κόρης, όσο και στη μεταγενέστερη Missa Brevis. Επαναλαμβάνεται, λοιπόν, και κοινοτοπεί ο ποιητής; Κάθε άλλο. Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει αυτή τη συλλογή από άλλες, είναι η αρρενωπότητά της, ή αλλιώς, το γεγονός ότι περιλαμβάνει μια ποίηση ‘αρσενική’. Τόσο καιρό ακούμε για ‘γυναικεία ποίηση’, έναν όρο που χρησιμοποιείται υποτιμητικά, μην κατορθώνοντας να ορίσει το προφανές: τον διαφορετικό –ούτε ανώτερο ούτε όμως κατώτερο– τρόπο έκφρασης που εκπηγάζει από τον διαφορετικό τρόπο βίωσης της πραγματικότητας, λόγω των συγκεκριμένων βιολογικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών κάθε φύλου. Λέμε, λοιπόν, ότι η ποίηση του Βολκώφ στο Sexus είναι ‘αρσενική’, με την έννοια ότι είναι διαποτισμένη από ένα χαρακτηριστικό καθαρά ανδρικό, παρόλο που σήμερα κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι διαμαρτύρονται ότι έχει ατονήσει ή αναληφθεί έως και αυτό από τη γυναίκα. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν είναι άλλο από τον άνδρα-κυνηγό, τον άνδρα-αρχηγό της αγέλης, κατ’ επέκταση ισχυρό και επικρατές αρσενικό, και άρα το αρσενικό με το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής και διαιώνησης του είδους. Ο Βολκώφ γράφει για τον άντρα με τους όρους –βιολογικούς και κοινωνικούς– άλλων θηλαστικών που βρίσκονται ψηλά στην τροφική αλυσίδα, όπως το λιοντάρι ή ο λύκος. Γι’ αυτό, ούτε και η επιλογή του συγκεκριμένου ζώου-alter ego του ποιητή στο πρώτο ποίημα της συλλογής –όπως και σε άλλα– είναι τυχαία. Ομοίως, οι στίχοι «σας έχω όλες με τον τρόπο μου αγαπήσει» ή «ο καθένας θέλει (…) όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί» παραπέμπουν στις αγέλες των λιονταριών όπου το επικρατές αρσενικό λιοντάρι έχει το δικαίωμα γονιμοποίησης όλων των θηλυκών.

Ένα δεύτερο στοιχείο που διακρίνει τη συγκεκριμένη συλλογή από άλλες του είδους και ενυπάρχει ως αντίποδας του ζωικού ενστίκτου που επισημάναμε, είναι η πίστη σε μια δύναμη ανώτερη. Αυτή η δύναμη δηλώνεται στις σελίδες του βιβλίου άλλοτε άμεσα κι άλλοτε έμμεσα, εκφράζοντας τις έντονες υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητή. Ήδη στο τέταρτο ποίημα της συλλογής καταλήγει: «Απόψε ο Θεός είναι στα φύλλα». Για το άλμα ώς το «φύλο» με ένα «λ», η προσπάθεια που καλείται να καταβάλει ο αναγνώστης είναι αμελητέα. Έτσι, Θεός ονομάζεται συχνότατα και ο ίδιος ο φτερωτός θεός: «Αδέρφια μου στον Έρωτα, θα σας τ’ ομολογήσω/ αδέρφια μου, στον Έναν μας Θεό θα τ’ ορκιστώ». Πολύ παρακάτω μάλιστα, το ομολογεί ευθέως: «Έτσι θρησκεύομαι –ένορχος, καβάλα» ή «Στο σώμα σου, κτιστέ ναέ ναών, ποιος Άγγελος φιλά ποιον Σατανά και στων κτηνών που σμίγουν το Ωσαννά (…)/ ποιος φίλερως εκμαίνεται Θεός…».

Η προσέγγιση του έρωτα από τον Βολκώφ είναι ρεαλιστική, σχεδόν κατά το αρχαιοελληνικό πρότυπο, εξού και οι σχετικές νότες στους τίτλους «Εκτόρειος ίππος», «Αχιλλέας και Πάτροκλος» κλπ. Εδώ όμως δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στη ρεαλιστική περιγραφή ερωτικών σκηνών, αλλά και στη ρεαλιστική –και κωμικά δοσμένη– αποτύπωση της κοινωνίας του 2015 στο τιτλοφορούμενο ποίημα «Γυναίκες άλλων»: «Θεέ μου, όχι πάλι αυτό» (…) «να κλέβεις έχεις κουραστεί γυναίκες άλλων». Ο ποιητής δεν αρκείται όμως σε ένα ποίημα, αντιθέτως προσθέτει εν είδει επιμέτρου χωριστή ενότητα με τίτλο «Τα μοιχικά», αποτελούμενη από δώδεκα σονέτα, δύο εκ των οποίων λειτουργούν ως πρόλογος και επίλογος της ενότητας και εμφανίζουν ίδια ανάπτυξη.

Ο στίχος στο Sexus πληροί τις προϋποθέσεις που ο ίδιος ο ποιητής έχει θέσει για την ποίησή του και οι οποίες είναι εμφανείς σε όλες του τις συλλογές. Πρόκειται για στίχο με ένταση και πάθος, με ένα ρωμαλέο σφρίγος που τον διαπερνά είτε περιγράφει την καταστροφή του κόσμου και τη δημιουργία του εξ αρχής (στο Γιουβενάλη) είτε αποδίδει την ηδονή και την πλήρωση της ερωτικής στιγμής (εδώ). Απαραγνώριστο στοιχείο του στίχου αυτού είναι το γεγονός ότι υπακούει στις φόρμες και τα μέτρα που υπαγορεύουν η παράδοση και οι χιλιετίες της λυρικής ποίησης: πάντα στίχος έμμετρος, σχεδόν πάντα ομοιοκατάληκτος, δομημένος συχνότατα σε σονέτα και παραλλαγές τους, αλλά και σε μπαλάντες και πλήθος άλλων μορφών. Τι λέει γι’ αυτό ο ποιητής στον αναγνώστη; «Κι αν θέλεις λόγια που ηχούν σαν πιο μοντέρνα/ πιο σύμφωνα με τους ρυθμούς της εποχής/ στην παραδίπλα σύρε την ταβέρνα/ όμως εδώ καθόλου μη σταθείς». Αφενός ο εκφραστικός Τρόπος, αφετέρου η ειλικρίνεια και η σοβαρότητα με τις οποίες ο Βολκώφ αντιμετωπίζει την ποίηση και το γεγονός της γραφής, μας παραπέμπουν στον Παλαμά. Για τη γέφυρα με το σήμερα φροντίζει εν προκειμένω η θεματολογία του, η οποία μπορεί μεν να είναι διαχρονική, αλλά στον τρόπο έκφρασής της και το εύρος που υπονοεί, συνιστά καθρέφτη της σημερινής πραγματικότητας. Εξάλλου δεν θα μπορούσε να είναι χαρακτηριστικότερη η ύπαρξη των «Μοιχικών».

Με την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή του, ο Βολκώφ, αυτός ο κοσμοκαλόγερος που προτιμά την απομόνωση του γραφείου από τα λογοτεχνικά σαλόνια, αποδεικνύει έμπρακτα ότι συνιστά εξαιρετική περίπτωση και σε ένα άλλο επίπεδο, το πλέον ουσιώδες: είναι φορέας μιας ποίησης συνεπούς και ενιαίας και, προπάντων, είναι φορέας Ποίησης.

Αθήνα, 15 Ιουνίου 2015 
 
 


25/6/15

Πατρίδες ΙΙ...












Έλενα Σταγκουράκη

Πατρίδες ΙΙ

Ακόμη και το υπέδαφος σε διώχνει
αυτής της χώρας με ιστορία ―
λευκό αδιάφανο σεντόνι
να καλύπτει μια ζωή στην αχρηστία.
Χαράματα ξυπνούν τα σωθικά της
δεν σ’ αντέχουν ούτε εκείνα και θυμώνουν:
πώς τολμάς εσύ να στέκεσαι μπροστά τους
τόσα χρόνια που παλεύουν και τα ενώνουν;
Η αλήθεια είναι απλή και είναι αμοιβαία:
ποτέ σας δεν τα βρήκατε οι δυο σας ―
Κρητικιά είσαι, ποτέ σου Αθηναία
δεν υπήρξες―
το ομολογείς περήφανα, γενναία.
Τα βράδια τώρα πλέον δεν κοιμάσαι ―
πριν τους άλλους, σε ξυπνούν οι εντός σεισμοί
από μια ζωή που αχνά τώρα θυμάσαι
και μια άλλη ― αθώοι στεναγμοί
γίνετε τρένα και αεροπλάνα ―
όσο μακρύτερα, καλύτερα άλλο τόσο
μακριά από τ’ αφιλόξενα τα σπλάχνα
αυτής της χώρας ―
Σε χωρεί; Δεν σε χωρεί; Ναι μεν, αλλά ωστόσο…


Αθήνα, 9.6.2015

22/6/15

Πατρίδες Ι...


















 Έλενα Σταγκουράκη

Πατρίδες Ι

Της εξάντλησης βραχνάδα
και του πόθου συμπληγάδα
σταυροδρόμι των ονείρων
και των χίλιων δυο ηπείρων
πίστη ανέλπιδη και μόνη
μια στο ξύλο μια στο αμόνι
φόβοι άσπλαχνοι και ζάλη
μια πατρίς προσμένει άλλη
γνώριμη μαζί και ξένη
δεν χωλαίνει δεν κουτσαίνει
τούτη κιόλας χαιρετάει —
την πατώ δεν με πατάει.


19/6/15

Σαν χάι-κου...



























Γιάννης Πατίλης


Ώς κι ο αέρας
Το κορμί σου φυσώντας
Σπούδασε γλύπτης

***

Μόνο ο καθρέφτης
Να σε βλέπει αντέχει
Δίχως να σπάει

***

Μπουκιές σκοτάδι
Στο στόμα μου χώνω τα
Μαύρα μαλλιά σου

***

Έχεις αργήσει
Απ’ το ματάκι κοιτώ
Κι όλα μου φταίνε

***

Πώς ζουν τα παιδιά
Οι θυρωροί οι γιατροί
Που δεν σε ξέρουν

***

Εσύ κοιμάσαι
Και μένα το φεγγάρι
Με κοροϊδεύει

16/6/15

(Αν)αγγελία...






Έλενα Σταγκουράκη

(Αν)αγγελία

Ακούσατε! Ακούσατε!
Άγγλοι, Γάλλοι, Έλληνες και Πορτογάλοι,
εμπειρογνώμονες, ρομαντικοί, τερατομάχοι,
ψηλοί, κοντοί, μεσήλικες και παιδαρέλια,
αδύνατοι και άκαπνοι ή καπνίζοντες Καρέλια,
ταξιδιώτες αυτής της γης ή του ανέφικτου ονείρου,
Χριστιανοί, Μωαμεθανοί ή Βουδιστές –μα με Ιερό!–,
με χέρια επιδέξια στα της κουζίνας και του κήπου,
λάτρεις της εστίας, της ευ γηρίας και οικογενείας,
με άλλα λόγια:
Άντρες του κόσμου, παρακαλώ, την προσοχή σας!
Μπορεί να κάνατε την τύχη σας,
ανάλογη της περιωπής σας!

Ζητείται ο άντρας ο σωστός —
Πολλά βαρύς ας μην είναι,
ας είναι μέτριος ή και γλυκός.
«Άντρας νέτα σκέτα;» θα μου πείτε.
Εντάξει, ας έχει το λοιπόν υπομονή
με γυναίκα σοβαρή, μα και τσαχπίνα:
γάτα στο κρεβάτι, μα με χρυσή περγαμηνή!
Θαρραλέος, –μα τι λέω; – Ηρακλής!
μπροστά στη δυνατή-δυναμική γυναίκα,
μα να τη σέβεται, να την αγαπά κι ούτε στιγμή
το κέρατο μη σκέφτεται αν έχει νεύρα.
Ελεύθερη να τη θέλει και να την έχει,
ελεύθερος και ο ίδιος να λογάται,
και να ξέρει ως είναι ανάγκη να προστρέχει,
να παραστέκεται, και να ’ναι ξυπνητός! Να μην κοιμάται.
Ολίγη δε κουλτούρα δεν θα βλάψει,
δεν έβλαψε εξάλλου ποτέ κανέναν:
ας έχει και το κατιτίς διαβάσει,
Ρώσους κλασικούς ή εσκεμμένα
στην ποίηση ας έχει προσαράξει.
Τα δε πτυχία από Harvard δεν θα ειπωθεί
πού ακριβώς μένουν γραμμένα!
Τροπούς καλούς, τρόπους χρηστούς
ας έχει, και ας μην είναι και από τζάκι.
Σας άλλος Οδυσσέας στο πέλαγο ας ριχτεί,
πρόθυμος να πλεύσει στην Ιθάκη.
Και Κύκλωπες θα βρει, πλείστες Σειρήνες,
άλλο, εξάλλου, τίποτε από τούτα στην Αθήνα!
Μα με το ταίρι του θα πρέπει στους Κηφήνες
κόντρα να πηγαίνει και στο άδικο πάντα σφήνα!

Δεν είναι όλα τούτα τάχα λίγα κι «ευκολάκια»;
Αιθεροβάμονα με χρήζετε και άκρως υπερβολικιά;
Ας ρίξετε λοιπόν –θα σας προτείνω– ένα βλέμμα
σε όσα αποστέλλονται, κάτω απ’ τη μύτη σας, βιογραφικά...



Αθήνα, 4 Ιουνίου 2015



10/6/15

Ρεπορτάζ από τις φυλακές του Γεντί Κουλέ (Επταπυργίου)


Φυλακές Γεντί Κουλέ: ένας χώρος ερειπωμένος, εντελώς εγκαταλειμμένος, που ούτε μουσείο μπορεί να χαρακτηριστεί. Η στρέβλωσή του αποτυπώνεται ακούσια και όμως άρτια από την αρχαία επιγραφή που οι Βυζαντινοί ξεκόρμισαν ένας θεός ξέρει από που για να την ενσωματώσουν ανάποδα, ως απλό οικοδομικό υλικό πλέον, στο τείχος. Η είσοδος υπόσχεται βάθος και πράγματα κρυμμένα. Περνώ από τους νοικοκυρεμένους διοικητικούς χώρους και εισδύω στους χώρους των φυλακών. Οι τοίχοι φορτωμένοι χρόνο και φθορά.

Ο χώρος του επισκεπτηρίου υπαίθριος, παραδομένος στις διαθέσεις του καιρού, με τρεις σειρές σύρματα να σε χωρίζουν από τους ανθρώπους σου. Οι μορφές τους, μια φωτογραφία σε χαμηλή ανάλυση. Δεν μένει, παρά μια ανάμνηση από πίξελς. Εισχωρώ στον μακρύ διάδρομο και ανεβαίνω την απότομη σκάλα, "προσοχή στα σκαλιά" προειδοποιεί η πινακίδα, και βρίσκομαι στη σκοπιά. Από κάτω, στο πιάτο, οι χώροι που αυλίζονταν οι κρατούμενοι. Δεν μου αρκεί.

Κατεβαίνω και προχωρώ κι άλλο, στα "ενδότερα". Φρούδες ελπίδες! Αριθμημένες σιδερένιες πόρτες, μανταλωμένες, αδιαπέραστες. Δεν μένει, παρά μια κλεφτή ματιά απ' την οπή. Κήποι κι εδώ, αυλή. Και πιο πέρα, τίποτα. Μια αποξεχασμένη πινακίδα για το επιτρεπόμενο τέταρτο της ώρας για τον 'ευπρεπισμό' κάθε κρατούμενου, μου υπενθυμίζει όσα δεν βλέπω. Τα πάντα δέσμια πίσω από θύρες επτασφράγιστες. Ο θυμός αρχίζει να φουντώνει. Είναι δυνατόν σήμερα να μη βλέπω παρά κήπους και αυλές από το κολαστήριο αυτό, απ' όπου όχι εγκληματίες, αλλά πολιτικοί κρατούμενοι έβγαιναν πριν λίγες δεκαετίες φυματικοί και μισότρελοι;

Προχωρώ προς την έξοδο, καταγράφω τα παράπονα που κανένας δεν πρόκειται να διαβάσει. Στην έξοδο συναντώ κάποιον με βερμούδα. Μου επιβεβαιώνει ότι είναι ο υπεύθυνος, ένας μόνο άνθρωπος για ολόκληρο το συγκρότημα των φυλακών και μια έκταση δεκάξι στρεμμάτων. Δηλώνω πως επιθυμώ να δω τα κελιά. "Την ιστορία πρέπει να την κοιτάμε κατάματα! Και το μέρος αυτό δεν είναι, παρά η ιστορία μας. Πώς περιμένουμε να μην επαναλάβουμε λάθη όταν εθελοτυφλούμε μπροστά στην ιστορία; Ακόμη και τα κολαστήρια του Άουσβιτς είναι επισκέψιμα με ξεναγήσεις. Δεν θα 'πρεπε να ισχύει και εδώ κάτι ανάλογο;" Ζαρώνει και με κοιτάζει πατώκορφα: "Δικηγόρος είσαι;" "Άντε πάλι. Δικηγόρος! Μεταφράστρια είμαι." Διστάζει. Δεν θέλω και πολύ: "Αν ήμουν δικηγόρος δεν θα βρισκόμουν Τώρα εδώ, αλλά πριν τριάντα χρόνια!" Πείθεται: "Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να ανοίξω τους χώρους της απομόνωσης". Δεν πίστευα στην τύχη μου και προσπάθησα να κρύψω την πικρή χαρά μου. Από το απλό κελί, θα βρεθώ στο σκοτάδι της απόγνωσης.

Ανοίγει την πρώτη, βαριά και μαγκωμένη σιδερόπορτα, ξεκλειδώνει και τη δεύτερη, σιδερένια και τυφλή. Διάδρομος τσιμεντένιος, γυμνός, με το φως της μέρας να εισέρχεται από σιδερόφραχτες οπές ψηλά στον τοίχο. "Τα πάντα έχουν παραμείνει ως είχαν" εξηγεί και δείχνει στην πρώτη από μια σειρά χαμηλών εσοχών στη δεξιά πλευρά του διαδρόμου. "Δεν είχε πόρτα, ήταν έτσι ακριβώς και ήταν η τουαλέτα τους." Προχωρώ.

Μου ξεκλειδώνει τη χαρούμενα βαμμένη σιδερόπορτα ενός κελιού απομόνωσης. Τα μάτια τυφλώνονται. Δεν βλέπω τίποτα. Το απόλυτο σκοτάδι. Προσπαθώ με τη μηχανή. Δεν έχει φλας. Δεν αποτυπώνει, παρά έναν μωβ λεκέ. Η αλλαγή της ρύθμισης μού φανερώνει ένα τσιμεντένιο κουτί. Κανένα παράθυρο, κανένα στρώμα, τοίχοι ποτισμένοι στην υγρασία. Μού ανοίγει κι ένα δεύτερο. Αυτό σφηνοειδές. Ένας άντρας χωράει εδώ μετά βίας.

"Εδώ έφερναν όσους έκαναν φασαρίες" συνεχίζει απολογητικά, αλλά δεν του τη χαρίζω: "Εδώ έφερναν όσους δεν 'συνεργάζονταν', δεν έδιναν ονόματα και δεν 'αλλαξοπιστούσαν'". Εκείνος δεν ήταν δεσμοφύλακας, παρά ένας απλός υπάλληλος αρχαιοτήτων του υπουργείου πολιτισμού, σε ένα -κατά τα άλλα- μνημείο της Ουνέσκο. Ήταν μάλιστα η καλή περίπτωση του ανθρώπου εκείνου που αναγνωρίζει τα ελλείμματα και νιώθει την ευθύνη, ίσως και την ενοχή. Την ενοχή ενός 'κράτους' κι ενός έθνους που γυρνά την πλάτη στην Ιστορία και την Ελευθερία και τα ξεχνά ευχαρίστως πίσω από πόρτες σφαλιστές.


Κείμενο/ φωτογραφίες:
Έλενα Σταγκουράκη