12/7/10

Στίχοι της Σαπφούς / Versos de Safo...


ΣΑΠΦΩ

όπως το μήλο το γλυκό
που ωρίμασε ψηλά στην άκρη του κλαδιού
-ψηλά, ψηλά στην άκρη-
κι αυτοί που κόψανε τα μήλα δεν το πρόσεξαν
-όχι πως δεν το πρόσεξαν,
μονάχα, δεν μπορούσαν να το φτάσουν...

*

και ποθώ 
και με τρελαίνει ο πόθος...

*

δεν ξέρω πια πού πάω
χωρίστηκα στα δυο...

*

δε γίνεται τον ουρανό ν'  αγγίξω
-δε φτάνουνε τα χέρια μου...

*

ο όμορφος είν' όμορφος όσο καιρό τον βλέπεις
μα ο καλός είν' όμορφος και τώρα και για πάντα

*

αχ, ήρθες, πάνω στη στιγμή που εγώ σε λαχταρούσα
και δρόσισες τα σπλάχνα μου που τα 'καιγεν ο πόθος...


Μετάφραση στη νέα ελληνική: Τασούλα Καραγεωργίου


**************************

SAFO

...como la manzana dulce
que maduró en la más alta rama
-ahí encima, en la punta-
y a los que cogieron las manzanas se les escapó
-no es que se les escapó:
simplemente no podían alcanzarla...
 
*

por un lado tengo anhelos
y por otro los anhelos me enloquecen..

*

no sé más adonde voy
me dividí en dos...

*
no puedo tocar el cielo
mis manos no llegan...

*

lo bello es bello por cuanto lo observas
lo bueno es bello por ahora y para siempre...
 
*

ay, viniste, justo al momento que yo te anhelaba
y refrescaste mi alma que ardía por el deseo...


Traducción al español: Elena Stagkouraki

9/7/10

Δορυφορούμενη

 


Γιώργος Κεντρωτής 

Δορυφορούμενη

Φυλλομετρούσε περιοδικά ποικίλης ύλης
στο παλιατζήδικο -μιας άλλης εποχής, μιας άλλης
κουλτούρας. Κι ήταν σάμπως ψήγματα στερεάς αιθάλης
να μπήγονταν στα νύχια της ματιάς μου, που με σμίλης

ελάξευε αφοσίωση το ψάξιμο της φίλης
μορφής στα εφήμερα δελτία του χρόνου. Θείας άλης
(ως λέγει ο Πλάτων) πόθος με άδραξε, και πεντοζάλης
παράσερνε το στόμα μου στο σώμα της ανθύλης

τον λόγο ν' απευθύνω, που εμβριθώς εμελετούσε
σ' ένα Ρομάντζο του '50 κάποιο του Τσιφόρου 
ευθυμογράφημα. Μα δεν. Τη μοίρα δορυφόρου

ζηλώσας, γύρω απ' τον πλανήτη του σκορπολογούσε
ο πόθος μου τα βέλη του. Πλην απλανώς Εκείνη
μ' εκοίταξε -κι ευθύς το περιοδικό της κλείνει...

5/7/10

Ένας αμετανόητος αντιρρησίας





Το τελευταίο αντίο σε έναν αμετανόητο αντιρρησία

Γράφει η Έλενα Σταγκουράκη

Νομπέλ λογοτεχνίας το 1998, μεταφράσεις έργων του σε 25 γλώσσες, ένα πιστό αναγνωστικό κοινό, διασπαρμένο σε όλον τον κόσμο: όχι και λίγα για έναν άνθρωπο που, όπως έλεγε, δεν είχε καμιά φιλοδοξία και ποτέ δεν είπε ότι θα γίνει κάτι στη ζωή του.

Γενημμένος το 1922 σ’ ένα μικρό χωριό της Πορτογαλίας, ο Ζοζέ Σαραμάγκου πέρασε την παιδική του ηλικία στην πορτογαλική ύπαιθρο, μεγαλώνοντας σε μια οικογένεια αγροτών και βιώνοντας «το κρύο του χειμώνα, την κάψα του καλοκαιριού και –μερικές φορές– την πείνα». Μαζί μ’ αυτά όμως, έζησε την ομορφιά της φύσης κι έκανε βίωμά του την αρμονία που τη χαρακτηρίζει, περνώντας νύχτες κάτω από δέντρα με τον παππού του, «τον πιο σοφό άνθρωπο» που είχε γνωρίσει στη ζωή του. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο ίδιος δε θα άλλαζε ποτέ, όπως είχε πει σε συνέντευξή του, το παραμικρό στην καταγωγή του. Ο παππούς και η γιαγιά του, χοιροτρόφοι, άνθρωποι απλοί κι αγράμματοι, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή του Σαραμάγκου, διδάσκοντας κι εμπνέοντάς τον στο σχηματισμό τόσο της προσωπικής του κοσμοθεωρίας, όσο και των ίδιων των λογοτεχνικών του χαρακτήρων.

Ο Σαραμάγκου δεν έλαβε κλασική παιδεία, καθώς, λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων της οικογένειας, έπρεπε να δουλεύει. Παρακολουθούσε μαθήματα σε νυχτερινή τεχνική σχολή, ενώ τη μέρα εργαζόταν σε συνεργείο αυτοκινήτων. Μόνος του μελετούσε, φιλομαθής καθώς ήταν, στις δημόσιες βιβλιοθήκες, έχοντας αναπτύξει ενδιαφέρον για την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα. 

Όσο παράδοξη ήταν η «μέθοδος» εκπαίδευσής του, άλλο τόσο ήταν η πορεία του ως συγγραφέα. Το πρώτο του μυθιστόρημα το εξέδωσε σε ηλικία 24 ετών και μετά από ένα σύντομο διάλειμμα πλέον των τριάντα ετών, επέστρεψε με το δεύτερο βιβλίο του, σε ηλικία 55 ετών. Πιο σημαντικό ακόμα, κατόρθωσε μέσα στα επόμενα 25 χρόνια να καθιερωθεί στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα, απέσπασε το βραβείο Νομπέλ λογοτεχνίας, είδε τα έργα του ν’ ανεβαίνουν στο θέατρο και να μεταφέρονται στη μεγάλη οθόνη, αγαπήθηκε και ταυτόχρονα κατακρίθηκε από δικούς και ξένους όσο ελάχιστοι. Έχοντας συμπληρώσει 87 χρόνια «βιωμένης» ζωής, πράγμα για το οποίο ήταν περήφανος, μας άφησε στις 18 Ιουνίου, αφήνοντας ταυτόχρονα το κενό πίσω του δυσαναπλήρωτο. 


Ο Σαραμάγκου συνήθιζε να λέει: «Ζω μέσα στον κόσμο και αυτό νομίζω ότι είναι το φως που φωτίζει το δρόμο μου». Πράγματι, το μόνο που δεν υπήρξε ο Σαραμάγκου είναι ένας διανοούμενος θωρακισμένος πίσω απ’ το γραφείο και τα χειρόγραφά του, αποκομμένος απ’ τον έξω κόσμο και τα πάθη του. Πάνω απ’ όλα, υπήρξε ον πολιτικό και πολιτικοποιημένο, στοιχείο που βρήκε διέξοδο και στο συγγραφικό του έργο, καθιστώντας τον επίσης συγγραφέα πολιτικό. Μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος από το 1969, δεν κουράστηκε να καυτηριάζει την ανοησία, ανικανότητα και ματαιοδοξία των εξουσιαζόντων, να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου προειδοποιώντας για ένα μέλλον βίαιο και δυσοίωνο (όπως αρμόζει σ’έναν απαισιόδοξα σκεπτόμενο) και να διαλαλεί την ανάγκη γι’ αλλαγή. Δε δίστασε να εξαπολύσει κατ’ επανάληψη προσωπική επίθεση κατά των προέδρων Μπους και Σαρκοζύ και του πρωθυπουργού Μπερλουσκόνι, με τον τελευταίο μάλιστα να εμποδίζει την έκδοση των έργων του συγγραφέα στην Ιταλία. Αν και απαισιόδοξος, και γνωρίζοντας απ’ την καλή και την ανάποδη τη φύση του ανθρώπου και το πόσο χαμηλά μπορεί να φτάσει, ο Σαραμάγκου χαρακτηριζόταν από αγάπη και πίστη στον άνθρωπο. Αυτή η αγάπη είναι διάχυτη στις σελίδες των μυθιστορημάτων του, αλλά εκδηλώνεται και στη «σχέση στοργής» με τους αναγνώστες του. Επίσης, φαίνεται κι από ένα Σαραμάγκου κοινωνικά ευαίσθητο, ο οποίος με την πένα του πολεμούσε ενάντια στην κάθε είδους εκμετάλλευση, τις προκαταλήψεις, το σεξισμό, αλλά και υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος και των ζώων. Εφ’όρου ζωής υπήρξε πολέμιος των ανά την υφήλιο θρησκειών κι Εκκλησιών, οι οποίες κατά τη γνώμη του δεν έφερναν κοντά τους λαούς, αλλά τους απομάκρυναν. Κατέκρινε την Καθολική Εκκλησία, ενώ «Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιο» λογοκρίθηκε στην Πορτογαλία, οδηγώντας το συγγραφέα στην αυτοεξορία, στο νησί Λανθαρότε της Ισπανίας. Γενικότερα όμως, παρόλο που το έργο του ήταν αποδεκτό, ο ίδιος υπήρξε αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, με τους συμπατριώτες του να τον θεωρούν ψυχρό κι αλαζονικό. Ουδείς προφήτης στον τόπο του: γιατί ν’ αποτελέσει ο Σαραμάγκου εξαίρεση;

Όσο για το λογοτέχνη Σαραμάγκου, πρόκειται για ιδιοφυία: ανατρέπει την ιστορία, διορθώνει το παρελθόν, επεμβαίνει στο μέλλον, κι όλα αυτά με σύμμαχο τις αυθεντικές ιδέες, συνοδοιπόρο την αλληγορία και δάσκαλους… τους χαρακτήρες των έργων του, όντας ο ίδιος «δημιουργός των ηρώων και δημιούργημα δικό τους». Τι να πρωτοπεί κανείς; Να μιλήσει για το φουτουριστικό και δυστοπικό στοιχείο στο έργο του που δημιουργεί ακυρωμένους παραδείσους; Να αναφέρει τον καθολικό χαρακτήρα των βιβλίων του, στα οποία δεν ορίζεται ούτε συγκεκριμένος χώρος, ούτε συγκεκριμένος χρόνος, κάποιες φορές ούτε καν ονόματα; Ή μήπως δε θα συνιστούσε παράλειψη να μην αναφερθεί ο φυσικός τρόπος με τον οποίο ο Πορτογάλος συγγραφέας περιγράφει ακόμα και τα πιο τραγικά και παράλογα συμβάντα, προκαλώντας ένα παραξένεμα που θυμίζει Μπρεχτ και Κάφκα; Να μην προσθέσουμε την πάγια τακτική του Σαραμάγκου να είναι πάντα παρών στα έργα του, τα πανθ’ ορών, ο μόνιμος Αφηγητής και συνδετικός κρίκος των έργων, μη διστάζοντας μάλιστα να παρέμβει ευθέως στην αφήγηση για να σχολιάσει; Για το τέλος έμεινε ν’ αναφερθεί το καλύτερο∙ το μορφολογικό εκείνο χαρακτηριστικό, τόσο ίδιο του Σαραμάγκου, αυτό που κάνει εκείνον ξεχωριστό και τον αναγνώστη δρομέα –θαρρείς– μακρινών αποστάσεων: η ιδιορρυθμία, καλύτερα, η απουσία σχεδόν της στίξης. Η φειδωλή χρήση κόμματος και τελείας (τα μόνα σημεία στίξης στον κόσμο του Σαραμάγκου) ενώνει αφήγηση, διάλογο, μονόλογο και σκέψεις των ηρώων, καθιστώντας τα όριά τους ασαφή, εξού και γοητευτικά. 

 Μη μας παραπλανά όμως το μέγεθός του ως συγγραφέα μυθιστοριογράφου. Ο Σαραμάγκου υπήρξε επιπλέον ποιητής, μεταφραστής, δημοσιογράφος, διευθυντής εφημερίδων, διηγηματογράφος και κριτικός λογοτεχνίας: άλλη μια απόδειξη για ένα πνεύμα ανήσυχο και πολυδιάστατο. Πάνω απ’ όλα, ο Σαραμάγκου υπήρξε σοφός και προφητικός, καθώς πριν μία δεκαετία κιόλας έλεγε: «Κάπου υπάρχει κάποιο λάθος. Δε γίνεται κάποιος να μην πιστεύει σε τίποτε. Σήμερα το μόνο που μας απασχολεί είναι το εφήμερο. Μας ενδιαφέρουν καθόλου οι γενιές που θα έρθουν; Τι είναι ο άνθρωπος αν δε σκέφτεται τα παιδιά του;» Επίσης: «Τα πάντα γύρω μας είναι έτοιμα να εκραγούν και εμείς το μόνο που κάνουμε είναι να προσπαθούμε να τα μπαλώσουμε.» 

Όταν ρώτησαν το Σαραμάγκου, πριν χρόνια, αν φοβάται το θάνατο, απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι «η απειλή του τέλους κάνει ενδιαφέρουσα τη διαδρομή». Εξάλλου, γιατί να φοβάται ο Σαραμάγκου το θάνατο; Ήδη έχει κερδίσει την Αθανασία. Εκείνος μας αποχαιρετά: Η φωνή μου «θέλησε να γίνει η ηχώ της φωνής όλων μαζί των ηρώων μου. Δεν έχω, έτσι κι αλλιώς, άλλη φωνή από τη φωνή που έχουν εκείνοι. Συγχωρήστε με αν σας φάνηκε λίγο αυτό που είναι για μένα το παν». 


Αναδημοσίευση από την εβδομαδιαία έκδοση "Διαδρομές" της εφημερίδας "Χανιώτικα Νέα" της 3ης Ιουλίου 2010 (σελ. 18).

3/7/10

Ιζόλδη και νέα ποιήτρια...



Δημήτρης Αρμάος

Καημός της Ιζόλδης

Όσες κι αν άλλαξα υποστάσεις επί αιώνες
Οι προτιμήσεις μου ήταν διαυγείς και χωρίς κόνξες
Είτε μπορούσα να τις απολαύσω είτε όχι
Είτε τις έβρισκα κοντά μου είτε τις φανταζόμουνα

Μόνο σε τούτο τον καιρό πέτυχα έναν Τριστάνο
Ελεύθερο να μ' αγαπήσει κι όπως τον ποθούσα
Προσηλωμένον στη νεότητά του κα σ' εμένα
Πνεύμα ευθύ και τόσο μόνο μες στον κόσμο
Βλέμμα ανεξιχνίαστο κι όλο δυναμισμό
Ένα νταμάρι από αγαστά συντονισμένα μούσκουλα
Που έπαιρνε μπρος και πίσω μου πρωτάθλημα

Μα δε μπορούσε δυστυχώς να με αγοράσει
Δεν ήξερε πως είχα περιορισμένη αυτοδιάθεση
Πως είχα αντίκρισμα απροσέγγιστο τιμή υψηλή
Και πως η εποχή δεν μου προσέφερε       ψεύτη ντουνιά
Παρά μονάχα αποενοχοποιημένα διαλείμματα.


***********************

Νέα ποιήτρια μόνη απόγευμα

Στα μέσα της ο θάνατος οργά
Καλά γραμμένος ή λιγότερο καλά δεν ξέρει
Ο λογισμός του καθενός ποιον νοιάζει
Μα έχει εμπιστοσύνη στ' ατομικά βιώματα
Κι ολίγο κατ' ολίγον έχει λαφυραγωγήσει απ' την ελπίδα όλη 
            σχεδόν την επικράτεια
Γράφει ένα ποίημα το λοιπόν που περιγράφει συνουσία
(Όχι οπωσδήποτε ένα που περιέχει και τη λέξη κλειτορίδα)

Αυτή είναι η πιο διεστραμμένη φράση όμως που διάβασα ποτέ
Όχι γιατί αμφισβητώ τον κουμπαρά των αισθημάτων
Απογοήτευση και προδοσία κι εγκατάλειψη
Αλλά γιατί απεχθάνομαι τα λάθη της ρητορικής
Δεν παίζει τίμια με τη λογική η ρητορική       την κλέβει.

30/6/10

Φυγή

 

Γιώργος Σεφέρης

Φυγή

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε

σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε

μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.



25/6/10

Habana tú

 

Ελένα Ταμάργο

Αβάνα εσύ

Από παιδί, μέσα στα χαρακώματα
σ’ εσένα έψαχνα το γλυκοχάραμα
καθ’ ομοίωσίν μου, καθ’ ομοίωσίν σου
σώμα σκοτεινό και σβέλτο του ύπνου μου.
Ξεκάθαρες στην προσμονή οι εικόνες
τελάληδες ενός απομεσήμερου φευγαλέου
κολλημένου στον ορίζοντα.
Μυστικό κρατούσες το μεταλλικό αδράχτι
γερμένη στο χείλος σου αναζητώ τη χαμένη άγκυρα
σε ψάχνω στο γυρισμό, είσαι πουλιά γεμάτη
έλα τα χέρια σου να στεγνώσεις και πες μου τα όλα.
Αυτή ήταν η εγκατάλειψη και το ήξερες.
Εισάκουσε τα παράπονα αυτά που από μέσα μου βγαίνουν καίγοντας
εγώ μονάχα σε ποθώ,
η σκιά του καιρού εκείνου μέσα σου
ρωτά με τρυφερότητα ανώφελη
κι εσύ μου έδινες δύναμη
παραδομένη και γαλήνια ωσάν τη θάλασσα.
Εκείνη η συνεύρεση που τόσοι τραγουδήσαν
δίχως βιασύνη ειδική σαν της στιγμής ετούτης.
Μήτε το φταίξιμο δικό σου σαν την πίκρα τους δεν εννόησες
στερώντας τους το γάλα και το ρούχο.
Όλα σου τα έδωσαν∙ ζωή που δε ζητούσες.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

************************

Habana tú

De niña, entre las grietas de la tierra
buscaba en ti mi aurora
a semejanza mía, a semejanza tuya
cuerpo oscuro y esbelto de mi sueño.
Puras ante la espera las imágenes
emisarias de la tarde que caía
pegada a su horizonte.
Tenías en secreto tu espigón de metales
inclinada en tu borde busco el ancla perdida
te busco en el regreso, estás llena de pájaros
vuelve a secar tus manos y cuéntamelo todo.
Era esto el abandono y lo sabías.
Óyeme estos lamentos que me salen ardiendo
yo sólo te deseo,
la sombra de aquel tiempo en ti misma entrevista
con inútil ternura
y tú me dabas fuerza
rendida y dócil como el mar sabe serlo.
Aquel concilio que tantos han cantado
sin una urgencia propia como ésta de este instante.
Tampoco fue tu culpa si no les comprendiste la amargura
faltándoles la leche y el abrigo
te lo dieron todo, vida que no pedías.


Αναδημοσίευση από το περιοδικό Poetica  Τεύχος 12 (www.poeticanet.gr)

Insieme - Mina

21/6/10

Κομμάτι φως καλοκαιριού

 

Γιάννης Πατίλης

Διοξείδιο του πυριτίου 

Περίφημο πυρέξ δεν τό ’ξερα
πως σ’ έφτιαξαν από την άμμο της θαλάσσης.
Όλο το καλοκαίρι κυλιόμουνα στη φλόγα σου
με τη φωτιά σου ζέσταινα το κορμί μου.
Και τώρα που μπουμπουνίζει για καλά
κι αστράφτει στο σκοτάδι της κουζίνας
είσαι εσύ ένα κομμάτι φως καλοκαιριού,
που μου ζεσταίνεις το φαΐ.



17/6/10

Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι




Παντελής Μπουκάλας

Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι

Τώρα μαθαίνω πως η λύπη
γράφεται μ’ έψιλον και γιώτα.
Λείπεις – κι όλος ο κόσμος λείπει.
Λείπεις και νύχτωσαν τα φώτα.


Φωνή που ξεμακραίνει, τρέμει
φωνή ίδια βουνό ένα κλάμα.
Σαν δίχως νήμα μια ανέμη
σαν θαύμα που γυρνάει σε τραύμα.


Φωνή φαρμάκι, και το πίνω
όλο πουλί μου, να γλυκάνεις.
Το νου και το κορμί τα σβήνω,
μόνον εσύ μη μου πικράνεις.


Ακούω πιο βαθιά απ’ τη φωνή σου.
Νιώθω το βλέμμα της σιωπής σου σπαραγμένο.
Αξιώθηκα στιγμούλα της στιγμής σου.
Δώρο πιο τίμιο δεν έχω να προσμένω.


14/6/10

Ψήγματα Παράδεισου σε κόλασης καμίνι...



Νεκραναστάσεις αθανάτων

Ιούνιος μήνας και η σκιά
που πάνω μου πέφτει
δεν ανακουφίζει.
Φυλλώματα ύπουλα, μαβιά,
ένα ξένο παρελθόν
το παρόν μου ξορκίζει.
Στέφανον εξ ακανθών
η ανάσταση με στολίζει
περασμένων ημερών.
Ονόματα, αναμνήσεις∙ πικρίζει
και η ίδια η γεύση των νερών
που ήρθαν να λυτρώσουν,
να ξεπλύνουν κάθε δυστοπία.
Φόβοι, ενοχές, διλήμματα
καταντούνε ουτοπία
το αύριο εμπρός σου.
Κραταιός μονάχα ο άνεμος
που διαπερνά τα ψήγματα
Παράδεισου σε κόλασης καμίνι.
Σπίτι ερειπωμένο έχει μείνει
της ύπαρξής μου η θολή η μνήμη.


Έλενα Σταγκουράκη

12/6/10

Il cielo in una stanza - Gino Paoli

Βάσκο του Δίγαμα




Διονύσης Καψάλης

Σονέττο VI

Πριν από χρόνια πίστεψα πως θα μιλούσα
όλες τις γλώσσες της στιγμής, ερωτευμένος,
και με το θαύμα της φωνής διαπιστευμένος,
σε μιαν ισότητα φωτός θα κατοικούσα,

Βάσκο του Δίγαμα, δεινός θαλασσοπόρος,
της ερημιάς σου εθελούσιος Ροβινσώνας,
μήκη και πλάτη να διαβεί ο αρραβώνας
στην κιβωτό του σώματός μας, κοσμοφόρος.

Πώς να γεμίσεις τ' ουρανού το λάλο ψέμα:
κάτι εμπορεύσιμο που πέρασε στο άιμα,
του γάμου σύμβολο κι αυτό, "εν τούτω νίκα",

στην ύπτια στάση του θνητού σε βρήκε τόσο 
γόνιμη που σ' ανέλαβε πριν συπληρώσω
χρόνια συντάξιμα στου έρωτα το ΙΚΑ.


("Δίγαμα", 1988)

10/6/10

Il mondo - Jimmy Fontana

Πρωτοχρονιά των ξένων




En la Nochevieja de este año
quiero como regalo 
que me cuentes una historia bonita
de tu niñez en algún pueblo 
de la Italia del Sur.

(...) Y la poesía 
obtuvo por un instante una cara cierta;
la de una niña pequeña
jugando por el suelo con la tierra..

(...)

Me quedé definitivamente atrás,
no te alcanzo; recuérdame, por favor,
el gran poeta que fui
antes de escribir poesías...


Traducción al español: Elena Stagkouraki

*******************

Σωτήρης Παστάκας

Πρωτοχρονιά των ξένων

Τη φετινή Πρωτοχρονιά, για δώρο
θέλω να μου πεις ένα ωραίο παραμύθι,
από τα παιδικά σου χρόνια, σε κάποιο 
χωριό της νότιας Ιταλίας. Ως μικρότερη
από τις πέντε αδερφές της μητέρας σου.
Χωρίς πατέρα και παππού, μ΄έναν λιμοκοντόρο
θείο. Η γιαγιά, οι καλόγιες, στίξη
κι αντίστιξη των παιδικών σου χρόνων.
Ένα χρόνο προτού σε συναντήσω,
αντίκρισα την Αδριατική κατάματα,
τη νύχτα διασχίζοντας απ’ άκρη σ’ άκρη
με το τρένο. "Χαίρε Απουλία" φώναξα, 
"και θάλασσα δική μας"... Κάθε ελαιόδεντρο 
κι ένας κήρυκας που έστελνε η πατρίδα μου
να με προϋπαντήσει. Κι η ποίηση απέκτησε
για μια στιγμή ένα συγκεκριμένο πρόσωπο,
μικρής παιδίσκης που έπαιζε στο χώμα
με τους σβόλους. Σε ξαναρήκα,
αλλά στο μεταξύ μεγάλωσες πιο γρήγορα 
από μένα, μες στη βιασύνη σου και με ξεπέρασες:
Σ’ αντάμωσα γυναίκα. Φέτος την Πρωτοχρονιά.
Που πίσω σου ξέμεινα οριστικά και πια
δε σε προφταίνω, θύμισέ μου, σε παρακαλώ,
τι μεγάλος ποιητής υπήρξα, 
όταν δεν έγραφα ποιήματα.


4/6/10

Πράξη εξουσίας



 Νίκος Καρούζος

Πράξη μοναχού μονοχίτωνος

Κάποια όνειρα που βλέπω, μ’ αρέσει ναν τα διηγιέμαι. Τι είδα χτες. Ένας ερημίτης κόβει λουλούδι και λέει στους μαθητάδες ολόγυρα: «Βλέπετε τίποτα σ΄αυτήνε την πράξη;». Ο ένας λέει πως είναι αγάπη για τ’ άνθη και ομοίωση μαζί τους. ο άλλος λέει πως είναι η μη-συνείδηση και τείνει σε κινήσεις μη-χρησιμότητας. ένας άλλος αποκρίνεται πως ήτανε μια ανάπαυλα της αγιότητας. Ο ερημίτης πάει στο μίσχο, δένει το λουλούδι με σπάγγο, λέγοντας: «Ήτανε μια πράξη εξουσίας». Και έμεινε άφωνος έως θανάτου, κατά το όνειρο που είδα.

2/6/10

Έξω απ’ τα δίχτυα του κόσμου


 
Γιώργος Σεφέρης

(...)
Κάποτε, όταν ήμουν ακόμη
στα καράβια, ένα μεσημέρι τον Ιούλιο, βρέθηκα μόνος
σε κάποιο νησί, σακάτης μέσα στον ήλιο. Ένα καλό
μελτέμι μου έφερνε στοργικούς στοχασμούς, όταν ήρθαν
και κάθισαν λίγο παραπέρα, μια νέα γυναίκα με διάφανο
φουστάνι, που άφηνε να ζωγραφίζεται το κορμί της, λιγνό
και θεληματικό σα ζαρκαδιού, κι ένας σιωπηλός άντρας
που, μια οργιά μακριά της, την κοίταζε στα μάτια. Μιλούσαν
μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Τον εφώναζε
Τζιμ. Τα λόγια τους όμως δεν είχαν κανένα βάρος και
οι ματιές τους σωφιλιασμένες και ακίνητες άφηναν τα
μάτια τους τυφλά. Τους συλλογίζομαι πάντα γιατί είναι
οι μόνοι άνθρωποι, που είδα στη ζωή μου να μην έχουν
το αρπαχτικό ή το κυνηγημένο ύφος που γνώρισα σ' όλους
τους άλλους. Το ύφος εκείνο που τους κάνει ν' ανήκουν
στο κοπάδι των λύκων ή στο κοπάδι των αρνιών.
Τους συναπάντησα πάλι την ίδια μέρα σ' ένα από τα νησιώτικα
κλησάκια που βρίσκει κανείς όπως παραπατά και
τα χάνει μόλις βγει. Κρατούσαν πάντα την ίδια απόσταση
κι έπειτα πλησίασαν και φιληθήκανε. Η γυναίκα έγινε
μια θαμπή εικόνα και χάθηκε, μικρή καθώς ήταν. Ρωτιόμουν
αν ήξεραν πώς είχαν βγει από τα δίχτυα του
κόσμου ...

(...) 

(Από το "Τετράδιο γυμνασμάτων Ά")