29/4/11

Ενός λεπτού μια Τροία...

 


Γιάννης Πατίλης

Ένα πακέτο τσιγάρα

Ανάβω
σπίρτο και τ’ αφήνω να καεί
Πώς με ζεσταίνει μια μνήμη πυρκαγιάς
Μια Τροία κάηκε στο ξυλαράκι
Κι εγώ κάθομαι ήσυχος εδώ
και τραγωδώ μες στο σκοτάδι
Με παίρνει είναι αλήθεια
αλλά την φλόγα δεν έχω αφήσει ακόμη να χαθεί
Την ένωσα με της ανάσας
το δυνάμωμα στην κάφτρα
σ’ αυτό το πρώτο επιτύμβιο τσιγάρο της ημέρας
Εγώ-μαϊμού ν’ αφηγηθεί
ώρα νυχτός σε μέσα ησυχία
έπος ασήμαντο ασήμαντης στιγμής
πώς κάηκε ενός λεπτού μια Τροία
Θεωρητής αινίγματος κι εγώ
στα κεντρικά της παγκοσμιοποίησης γραφεία
πακίνι της γραφής
με του παράλυτου το χέρι
δίχως τη Φωνή της
κουφός δίχως το θαύμα της Φωνής της
τ’ αποτροπαϊκό Τραγούδι της 
που όλα τα καίει και τα σιγάζει ένα γύρω
και αφήνει
τα σήματά της τα διπλά για όσους
διαβάζουν της θυσίας
τον καπνό

26/4/11

Η τρομερή ομορφιά...

 


Αντιπαράθεση του παρελθόντος και του παρόντος
Ο ποιητής κατά θεσμών και ατόμων
  

Tης Έλενας Σταγκουράκη

ANTΩΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ
Μερικά μερικά
εκδ. Ινδικτος, 2010


«Σοφοί που δεν μιλάμε πλέον για σοφία»: Ο Αντώνης Ζέρβας δεν κάνει πνεύμα στην τελευταία του ποιητική συλλογή. Το πνεύμα το μεταχειρίζεται καυστικά, με το διεισδυτικό μάτι του παρατηρητή, που εντοπίζει τα κακώς κείμενα και με έντονη τη στοχαστική διάθεση.

Η συλλογή του συνιστά δοχείο σωρευμένης εμπειρίας. Ο Ζέρβας μαίνεται ποιητικώς ενάντια στην ξέφρενη ελευθερία, το «άθεσμο», την απόλυτη παθητικότητα και τον γενικότερο ξεπεσμό θεσμών κι ατόμων. Αλλοτε επιδίδεται σε οξυδερκή αποφθέγματα, ρήσεις, θα λέγαμε, ευτάκτως ερριμμένες. Αλλοτε βάζει να παρελαύνουν εμπρός στα μάτια μας ποικίλες μορφές, από τον Ντε Σαντ και τον Αγιο Αυγουστίνο έως το ζεύγος Σαρκοζί και τον Χάιντεγκερ. Μέσ’ απ’ αυτό το φαινομενικά ετερόκλητο σύνολο, ασκεί κριτική στην πολιτική και στους εκπροσώπους της, στις δήθεν ουτοπίες, στην πίστη, την ανοησία και την αφέλεια – δίχως να ξεχνά και τη σημερινή ποίηση με τους δικούς της θεράποντες. Καταγίνεται βεβαίως και με το θέμα που κυρίως τον απασχολεί, την αντιπαράθεση του παρελθόντος και του παρόντος, ως προσδιορισμών όχι μόνο του χρόνου αλλά και της προσωπικής του διαδρομής. Παρακολουθεί την αλλαγή που επέρχεται στον ίδιο του τον εαυτό, μια αλλαγή καθολική, που περνάει από την κατάρριψη των παλαιότερων πιστεύω, προσωπικών και ποιητικών, και που έχει πια γνώμονά της «τον ωραίο πυρετό του τίποτα». Ο ποιητής δεν παραλείπει επεισόδια γεμάτα ρεαλισμό, που καυτηριάζουν τη δυσπιστία, την κακεντρέχεια και την υποκρισία.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της ποίησής του Ζέρβα είναι το σχήμα, θα λέγαμε, της ανάστροφης πυραμίδας: το ποίημα κορυφώνεται κατά τρόπο ολοένα πιο αφαιρετικό και κατ’ επέκταση συμπυκνωμένο. Ετσι, η κατακλείδα του ποιήματος εμφανίζει συχνά χαρακτήρα γνωμικού, με ισχύ αυτοτελή κι αυτόνομη. Ο Ζέρβας είναι ποιητής κατ’ εξοχήν σαρκαστικός και ειρωνικός. Η ειρωνεία του, πάντα παρούσα κι έντονα αισθητή, είναι πολυεπίπεδη: τη βρίσκουμε πότε σε ιδέες, πότε σε λέξεις, πότε μέσα στις ίδιες τις ποιητικές μορφές. Ο ερωτισμός του, γυμνός, αποτυπώνει πρώτα τη ματιά του άντρα και κατόπιν του ποιητή. Είναι προφανές ότι ο Ζέρβας αρέσκεται στην αυτοαναίρεση. Υποστηρίζει μια θέση με όχι λιγότερο πάθος απ’ αυτό που επιδεικνύει όταν την καταρρίπτει με μιαν άλλη, εντελώς αντίθετη. Θέση λοιπόν κι αντίθεση, με τον αναγνώστη στη μέση. Να τον πιστέψει λοιπόν αυτός, όταν διακηρύττει το ανώφελο της ποιητικής δημιουργίας γενικά (πώς αλλιώς, αφού «οι λέξεις κατέληξαν να μην έχουν κανένα νόημα») ή το άσκοπο «παίδεμα» του ποιητή (μ’ ένα έργο «άχρηστο»);

Ο ποιητής αγαπά το παιχνίδι: το παιχνίδι με τον χρόνο (το πριν και το τώρα), με τον αναγνώστη (γύρω από τις φαινομενικώς ακατονόμαστες καταστάσεις, που υποδηλώνει ο τίτλος), με τον ίδιο του τον εαυτό (τη μια αυτοοικτιρόμενος, την άλλη «σοφός», τη μια αμετανόητος και την άλλη διερωτώμενος, εξ ου και «πτωχαλαζών»), αλλά και με την πραγματικότητα στο σύνολό της. Εμπρός στη σημερινή, μεταλλαγμένη πραγματικότητα, ο Ζέρβας θέτει το ερώτημα του ρόλου του ποιητικού Εγώ στον κόσμο. Μπορεί να ενταχθεί σ’ αυτόν ή όχι; Στο σημείο αυτό καλείται βέβαια και ο αναγνώστης ν’ αναλάβει το μέρος της ευθύνης που του αναλογεί. Ειδικά ο αναγνώστης του Ζέρβα δεν μπορεί να επαναπαυθεί. Μάρτυρας του «παιδέματος» του ποιητή, «παιδεύεται» κι ο ίδιος προκειμένου να βγάλει από το κοχύλι της ποίησής του μιαν άλλη πορφύρα.

Εν κατακλείδι, ο Ζέρβας διαμηνύει με τους στίχους του Γέιτς: «Ολα άλλαξαν, άλλαξαν ολοσχερώς: / Μια τρομερή ομορφιά ήρθε στον κόσμο». Πρόκειται για μιαν αλήθεια που ισχύει και στη δική του περίπτωση. Ολα έχουν αλλάξει, και μάλιστα ολοσχερώς, το σήμερα είναι άλλο απ’ το χθες: «Οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους» και η επικοινωνία τον ρόλο της, τα «ντουβάρια» φέρουν «βαθιές πληγές», όπως ρυτίδες η επιδερμίδα. Μέσα απ’ αυτήν την αλλαγή, μέσα απ’ αυτή την πείρα, γεννιέται μια νέα, «τρομερή» ομορφιά: μια νέα ποιητική συλλογή.

Εκ των ων ουκ άνευ, τόσο η αλλαγή όσο και η πείρα. Εξάλλου, τι κι αν είναι τρομερή, η ομορφιά παραμένει ομορφιά.


Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα "Η Καθημερινή", 13.02.2011

20/4/11

 


ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!

                                
                     FROHE OSTERN!

                                                                            ¡FELICES PASCUAS!


                                                 HAPPY EASTER!


17/4/11

Ουκ αν λάβοις...

 


Οβίδιος

Aπό τον κάθε άντρα πάρε ό,τι έχει να σου δώσει...



Μιλώ εδώ για πράγματα απλά,
…………………μα θέλω να τους δώσω κάποιο χρώμα.

Αυτό νομίζω είναι θεμιτό –

…………………και ιδού ένα παράδειγμα ακόμα.

Καθήκοντα αναθέτει ο στρατηγός

…………………με βάση τα προσόντα του καθένα:

ας πούμε, άλλος πάει πεζικό,

…………………άλλος πηγαίνει τεθωρακισμένα.

Το μήνυμα λοιπόν είναι σαφές –

…………………κοντά στον νου, κορίτσια, και η γνώση·

σκεφτείτε τα ατού του καθενός

…………………και πάρτε ό,τι έχει να σας δώσει:

τη συμβουλήν εκ του νομομαθούς,

…………………το χρήμα, φυσικά, εκ του ευπόρου,

και συνδρομήν δικαστικήν παρά

…………………του έχοντος την πείραν συνηγόρου.

Σε στίχους εντρυφεί ο ποιητής·

…………………να του ζητήσεις στίχους επομένως·

και είναι επιρρεπές στα ερωτικά

…………………κατεξοχήν των ποιητών το γένος.

Στον έρωτα, κορίτσια, ο ποιητής

…………………είναι συγχρόνως τζέντλεμαν και ιππότης·

η δε ωραία κι εκλεκτή του ποιητή

…………………προώρισται να γίνει διασημότης.

Μέσω της ποίησης κατέστησαν πολλές

…………………πασίγνωστες σε Ρώμη και Αθήνα·

κι όσο για την δικιά μου, ερωτούν

…………………«ποιά είναι, ρε παιδιά, αυτή η Κορίννα;»

Οι ποιητές απέχουν παντελώς

…………………απ’ τη λεγόμενη ερωτική απάτη·

την τέχνη μετά ήθους διακονούν

…………………και δείχνουν διαγωγή κοσμιοτάτη.

Οι ποιητές δεν θέλουνε πολλά,

…………………δεν τους αγγίζει η ματαιοδοξία·

δεν μπλέκονται με την πολιτική

…………………και προτιμούν να ζουν στην ησυχία.

Συνάπτουν σχέσεις μετά γυναικών

…………………που διακρίνονται από μεγάλο πάθος·

στη σύντροφό τους μένουνε πιστοί

…………………και αγαπούν, ούτως ειπείν, σε βάθος.

Είναι η τέχνη, όπως είπα πριν,

…………………όπου τους κάνει έτσι φινετσάτους·

το ήθος τους –και θα το πω ξανά–

…………………εναρμονίζεται προς το λειτούργημά τους.

Γι’ αυτό, κορίτσια, για τους ποιητές

…………………να δείχνετε μεγάλη προθυμία:

τους δόθηκε ταλέντο απ’ το θεό

…………………κι απολαμβάνουν θεία προστασία.

Είμαστε σαν τους άγιους εμείς,

…………………με το θεό στενά συνδεδεμένοι,

κι η έμπνευσή μας είναι θεϊκή

…………………διότι ουρανόθεν κατεβαίνει.

Μην περιμένεις χρήματα, λοιπόν,

…………………από σοφούς ανθρώπους σαν κι εμένα·

θα ήταν ένα έγκλημα αυτό  –

…………………και, δυστυχώς, απ’ τα συνηθισμένα.


Μετάφραση: Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής

Το είδαμε στο Παμπάλαιο Νερό και ζηλέψαμε.

(Πειραχτικό σχόλιο: Εμείς, πάλι, γιατί διακρίνουμε προνομιακή μεταχείριση εκ μέρους του ποιητή σε μερικούς μερικούς; Δύο πράγματα μας έρχονται στο νου: "Παίνεψε το ‘γένος’ σου γιατί θα πέσει να σε πλακώσει" και "κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι" -κάτι για.. κορδέλες το αποσιωπούμε καλύτερα..)


14/4/11

Εν’ ασημένιο κέρμα το φεγγάρι...

 


Αργύρης Χιόνης

Εν’ ασημένιο κέρμα το φεγγάρι, που κάποτε
τινάξαν στο διάστημα οι θεοί, κορώνα γράμ-
ματα την τύχη παίζοντας αυτού του κόσμου,
εν’ ασημένιο κέρμα που δεν έπεσε ποτέ, αλλ’
έμεινε εκεί, μετέωρο, στο χάος. Γι’ αυτό και
δεν αποφασίστηκε ακόμα η τύχη αυτού του
κόσμου, γι’ αυτό κι αδιάκοπα κοιτάμε μ’ α-
γωνία το φεγγάρι, μην πάει και πέσει απ’ του
χαμού μας την πλευρά.

11/4/11

Η φυγή φυλακή...

 


Αντώνης Ζέρβας

Το αναθεματικόν

Στην κορφή η φυγή φυλακή
αυτού που αγαπάει την αρχή
ότι φιλάργυρος
και σαν φιλάργυρος αδικεί
σαν άδικος πλεονεκτεί
σαν πλεονέκτης αρπάζει
σαν άρπαγας συκοφανεί
σαν συκοφάντης λοιδορεί
σαν λοίδορος καταλαλεί
σαν κατάλαλος φοβάται
σαν φοβιτζιάρης φονεύει
σαν φονιάς παραπλανεί
σαν παραπλάνος κτίζει
εκκλησίες, γιορτάζει
και κάνει ψυχικά.

8/4/11

Σα βαφή καθολική...

 


Roberto Juarroz

Από κάποια στιγμή και μετά…

Από κάποια στιγμή και μετά
μένει μόνο η εποχή της αβύσσου•
με ρόδα ή χωρίς,
με μόλους ή δίχως,
με πρόσωπα άλλα ή με κανέναν.

Σημασία καμιά δεν έχει προς τα πού κοιτάμε,
αν σιωπούμε ή αν μιλάμε.
Η εποχή της αβύσσου θα χρωματίσει
κάθε στιγμή και κάθε πράγμα,
σα βαφή καθολική
που ούτε καν την απουσία εξαιρεί.

Η εποχή της αβύσσου
πιο στέρεη μοιάζει και σίγουρη
από μιαν αιωνιότητα δίχως εγγυήσεις.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*******************

A partir de cierto instante… 
 
A partir de cierto instante
sólo queda el tiempo del abismo.
con rosas o sin rosas,
con muelles o sin ellos,
con otros rostros o sin nadie. 

No importa hacia dónde miremos
o hablemos o callemos.
El tiempo del abismo teñirá
cada momento y cada cosa,
como un obicuo colorante 
que no excluye ni siquiera la ausencia. 

El tiempo del abismo
parece más firme y seguro
que la no confirmada eternidad.


Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Poeticanet, τεύχος 13, Σεπτέμβριος 2010 (http://poeticanet.com/poets.php?subaction=showfull&id=1285725970&archive=&start_from=&ucat=252&show_cat=252)

5/4/11

Ricardo Arjona - Soledad

Στην αγκαλιά των απαλών ονείρων της αυγής...

 


Κωστής Παλαμά

Σε μια που πέθανε

Ζωούλα εσύ, που σ' έσβησε το φύσημα του Χάρου
στην αγκαλιά των απαλών ονείρων της αυγής,
στη σκαλιστή δε δύναμαι λαμπράδα του μαρμάρου
να σ' αναστήσω αθάνατη, φτωχός τραγουδιστής.
Ω σωπασμένη μουσική, που η μνήμη δε μπορεί μου,
να θυμηθεί τον ήχο σου και να τον ξαναπεί,
γι' αυτό με κάτι πιο βαθύ τη δένεις την ψυχή μου,
εσύ ατραγούδιστη κ' εσύ αζωγράφιστη πνοή.
Σα μακρινό ξημέρωμα χάραξες μέσ' στο νου μου,
πολύ γλυκό, πολύ δειλό, πολύ διαβατικό.
Μια μέρα απάνω από τ' αγνό κεφάλι του παιδιού μου
ανθού χαμόγελο έσκυψες και χάϊδεμ' αγαθό.
Και κάτι μέσα μου άφησες ξανθό σαν κεχριμπάρι,
και πέρασες αγύριστη. Και τώρα στη βραδιά,
που αργά ανεβαίνει μέσα μου, την όψη σου έχει πάρει
των γαλανών παραμυθιών η άϋλη ξωτικιά.

3/4/11

Pink Martini - La soledad

Το μυστικό φεγγάρι κλαίει σε παλάτι αμίλητο, βαρύ...

 


Κωστής Παλαμάς

Στη γυναίκα μου

Εδώ το σπίτι άνθιζ', εδώ το πράσινο βλαστάρι
μέσα στον ίσκιο της χλωρής χλωρής κληματαριάς.
Περιπλεχτό μεσ' στα χλωρά το μυστικό φεγγάρι
σαν πνέμα πρωτοθώρητο κατέβαινε σ' εμάς.
Εδώ του πόθου δυο πηγές μάς δρόσιζαν τα χρόνια,
η μια στα μάτια μας μπροστά, κ' η άλλη ονειρευτή∙
η Μούσα εδώ αποκοίμιζε της έγνοιας τα τρηδόνια
και τη μανία ανάσταινε της λύρας την ιερή.
Εδώ γλυκαπολάψαμε της πρωτογεννημένης
τα πρώτα ξεπετάματα, και πήρε μας το νου,
σαν ερχομός παμπόθητος που δεν τον περιμένεις,
το φέγγος τ' ολοστρόγγυλο του δεύτερου καρπού.
Εδώ πρωτοδεχτήκαμε στην αγκαλιά μια μέρα
τον τρίτο τον ασύγκριτο και τον περαστικό,
που ολόγυρά μας άλλαξε τον κοσμικόν αέρα
σε θείο κρασί στ' ολάσπρο φως του Ολύμπου προσφερτό.
Εδώ τα νιάτα σου είτανε και στη φροντίδα απάνου
μια ζωγραφιά βενέτικη πλατιά ζωγραφιστή
από το χέρι κανενός φεγγόβολου Τισιάνου,
λαμποκοπώντας τη χαρά σε αδρότατο κορμί.
Εδώ το σπίτι άνθιζ', εδώ το πράσινο βλαστάρι,
και το 'κρυβε η κληματαριά στον ίσκιο της χλωρή.
Τώρα δε μένει τίποτε... Το μυστικό φεγγάρι
κλαίει σε παλάτι αμίλητο, τετράπατο, βαρύ.
Εδώ η ζωή που πέθανεν ήθελε νεκροθάφτη
κάποιον Απρίλη, ανθότοπον ήθελε τάφον, ω!
ποιος να την καταράστηκε; Δε βρέθηκε για δαύτη
παρά ένα μνήμα αταίριαστο κι αναγελαστικό.

29/3/11

Μαζί...

 


Λε­ω­νί­δας Τούρ­λας

Μα­ζί, δώ­δε­κα μὲ δύ­ο


Μπήκε στο σπίτι καὶ κοι­τά­χτη­κε στὸν κα­θρέ­πτη τῆς εἰ­σό­δου. Κα­τσα­ρω­μέ­να τσου­λού­φια ἔ­πε­φταν στὸ μέ­τω­πό της. Προ­σπά­θη­σε μὲ τὰ δά­χτυ­λα νὰ τὰ ση­κώ­σει. Ἄ­δι­κος κό­πος. Εἶ­χε φύ­γει χω­ρὶς ὀμ­πρέ­λα καὶ στὸ γυ­ρι­σμὸ κρα­τοῦ­σε τὴ ζα­κέ­τα πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι της, γιὰ νὰ προ­στα­τέ­ψει τὸ κτέ­νι­σμα. «Πε­τα­μέ­να λε­φτά», μο­νο­λό­γη­σε καὶ πα­ρά­τη­σε τὴν προ­σπά­θεια. Τὸ ρο­λό­ι στὸν ἀ­πέ­ναν­τι τοῖ­χο ἔ­δει­χνε ἕ­να τέ­ταρ­το πρὶν τὶς δώ­δε­κα. Εὐ­τυ­χῶς εἶ­χε προ­λά­βει.
       Εἶ­χαν βρε­θεῖ στὸ τα­βερ­νά­κι τῆς γει­το­νιᾶς νὰ γι­ορ­τά­σουν τὰ γε­νέ­θλια τῆς μο­να­δι­κῆς φί­λης ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει. Μα­ζὶ καὶ ἡ ἀ­δελ­φὴ τῆς ἑ­ορ­τά­ζου­σας. Κά­θε χρό­νο ἡ ἴ­δια γυ­ναι­κεί­α πα­ρέ­α. Ὅ­ταν ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει πρώ­τη, οἱ ἄλ­λες προ­τί­μη­σαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν ἐ­κεῖ. Μπό­ρα ἦ­ταν, σὲ λί­γο θὰ στα­μα­τοῦ­σε. Ἔ­φυ­γε, βι­α­ζό­ταν νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι της.
       Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κοι­μη­θεῖ νω­ρίς. Εἶ­χε πε­ρά­σει ἄ­πει­ρες ὧ­ρες στὴ σι­ω­πή, μὲ τὰ μά­τια ἀ­νοι­χτά, στραμ­μέ­να στὸ τα­βά­νι τοῦ δω­μα­τί­ου της νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται. Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ ἄ­κου­σε τυ­χαῖ­α στὸ ρα­δι­ό­φω­νο τὴν ἐκ­πομ­πὴ «Μα­ζί, Σάβ­βα­το καὶ Κυ­ρια­κή, δώ­δε­κα μὲ δύ­ο τὴ νύ­χτα». Ἀ­πὸ τό­τε δὲν τὴν ἔ­χα­σε πο­τέ. Ἦ­ταν οἱ κα­λύ­τε­ρες στιγ­μὲς τοῦ εἰ­κο­σι­τε­τρα­ώ­ρου. Ἄ­κου­γε τοὺς ἄλ­λους ἀ­κρο­α­τές. Γε­λοῦ­σε, σχο­λί­α­ζε, θύ­μω­νε. Ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κρα­τη­θεῖ ἄλ­λο τη­λε­φω­νοῦ­σε στὸν σταθ­μό. Τό­τε ἄρ­χι­ζε τὸ γλυ­κὸ βα­σα­νι­στή­ριο. Νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἂν θὰ τὴν κα­λέ­σει ὁ συν­το­νι­στὴς τῆς ἐκ­πομ­πῆς.
      Ξαφ­νι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὸν ἦ­χο τοῦ τη­λε­φώ­νου. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ποι­ὸς νά ‘ταν τέ­τοι­α ὥ­ρα. Ποῦ εἶ­χε ἀ­φή­σει τὴ συ­σκευ­ή; Ἀ­κου­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο τῆς μά­νας της. Κι­νή­θη­κε γρή­γο­ρα. Ὅ­σο ἐ­πέ­τρε­παν τὰ πε­νῆν­τα πέν­τε χρό­νια της, τὰ πα­ρα­πά­νω κι­λὰ καὶ ἡ ἀρ­θρί­τι­δα ποὺ τὴ βα­σά­νι­ζε, ὅ­ταν εἶ­χε ὑ­γρα­σί­α.
      Λά­θος νού­με­ρο. Κά­ποι­ος ἄ­γνω­στος ζή­τη­σε συ­γνώ­μη καὶ τό ‘κλει­σε. Εὐ­τυ­χῶς ἡ μά­να της κοι­μό­ταν βα­θιὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πή­ρεια τῶν φαρ­μά­κων.
      Γυ­ρί­ζον­τας, στὸ δι­ά­δρο­μο πα­ρα­λί­γο νὰ σω­ρια­στεῖ στὸ πά­τω­μα ἀ­πὸ τὸ γά­το, ποὺ ἔ­τρε­ξε νὰ τρι­φτεῖ πά­νω της. Ἕ­ναν πα­χύ, κά­τα­σπρο, μὲ πλού­σιο τρί­χω­μα, ὅ­πως ὅ­λες οἱ γά­τες Ἀγ­κύ­ρας. Τὸν πα­ρα­μέ­ρι­σε τρυ­φε­ρὰ μὲ τὸ πό­δι. «Ὄ­χι τώ­ρα, πα­σά μου.»
      Ἔ­γει­ρε στὸ προ­σκέ­φα­λο τοῦ κρε­βα­τιοῦ της. Τρά­βη­ξε δύ­ο μα­ξι­λά­ρια γιὰ νὰ εἶ­ναι ὅ­σο πιὸ ἀ­να­παυ­τι­κὰ μπο­ροῦ­σε. Οἱ εἰ­δή­σεις τῶν δώ­δε­κα τέ­λειω­ναν. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἄ­κου­γε τὴ γνώ­ρι­μη φω­νὴ τοῦ Γι­ώρ­γου Πο­λύ­ζου, τοῦ πα­ρου­σια­στῆ τῆς ἐκ­πομ­πῆς.
      «…Ἀ­πό­ψε θὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὶς σχέ­σεις… οἱ γραμ­μές μας θὰ εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὲς μό­νο γιὰ γυ­ναῖ­κες.»
      Ἡ πρώ­τη ἀ­κρο­ά­τρια ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα κα­θὼς ἐ­ξι­στο­ροῦ­σε πῶς χώ­ρι­σε μὲ τὸν κα­λό της πρὶν ἀ­πὸ τρί­α χρό­νια. Ὁ Γι­ῶρ­γος προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σει. Ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη φρά­ση τῆς ἑ­πό­με­νης —καὶ τὴν ἐ­πα­νά­λα­βε πολ­λὲς φο­ρές— ἦ­ταν «γου­ρού­νια ἄν­τρες». Οἱ γραμ­μὲς πῆ­ραν φω­τιὰ ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες, ποὺ ἡ μία με­τὰ τὴν ἄλ­λη, στό­λι­ζαν τὸ ἀν­τρι­κὸ φύ­λο μὲ ἄ­πει­ρα κο­σμη­τι­κὰ ἐ­πί­θε­τα.
      «Για­τί πάν­τα ὁ ἄλ­λος φταί­ει;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε φω­να­χτά. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τη­λε­φω­νή­σει, νὰ βά­λει τὰ πράγ­μα­τα στὴ θέ­ση τους. Πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Τὸ ρο­λό­ι ἔ­δει­χνε σχε­δὸν μία καὶ μι­σή. Φο­βή­θη­κε πὼς δὲν θὰ τὰ κα­τά­φερ­νε νὰ μι­λή­σει. Ὥ­σπου…
      «Ἑ­πό­με­νή μας ἀ­κρο­ά­τρια ἡ Χα­ρά, ἀ­πὸ τὸ Πα­λαι­ὸ Ψυ­χι­κό.»
      Εἶ­πε «Χα­ρά». Τὸ ὄ­νο­μά της.
      «Μι­λᾶ­με πο­λὺ συ­χνὰ μὲ τὴ Χα­ρά. Πῶς τὰ πᾶς λοι­πὸν μὲ τὸν σύν­τρο­φό σου; »
      «Γειά σου Γι­ῶρ­γο. Δὲν εἶ­ναι ὅ­λα ἄ­σχη­μα ὅ­πως τὰ πε­ρι­έ­γρα­ψαν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες φί­λες. Ἐ­γώ, ἐ­δῶ καὶ πέν­τε χρό­νια, ἔ­χω μιὰ πο­λὺ κα­λὴ σχέ­ση. Μὲ λα­τρεύ­ει καὶ μοῦ τὸ δεί­χνει κά­θε στιγ­μή. Δὲν ἔ­χει μά­τια γιὰ ἄλ­λη.»
      «Μπρά­βο Χα­ρά. Εἶ­σαι πο­λὺ τυ­χε­ρή.»
      «Τὸ ξέ­ρω. Εἶ­ναι σπά­νιο πλά­σμα. Ὅ­ταν τὸν ἔ­χω ἀγ­κα­λιὰ τρε­λαί­νο­μαι. Γι’ αὐ­τὸ κι ἐ­γὼ θέ­λω νὰ τοῦ προ­σφέ­ρω ὅ,τι τοῦ ἀ­ρέ­σει. Νὰ μὴ τοῦ λεί­ψει τί­πο­τα.»
      Ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι χι­λιά­δες ἄν­θρω­ποι ἄ­κου­γαν τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή της τὴν ἔ­κα­νε νὰ ἱ­δρώ­νει. Αἰ­σθα­νό­ταν σὰν νὰ εἶ­χε πυ­ρε­τό. Τὰ μά­γου­λά της ἔ­και­γαν.
       «Δυ­στυ­χῶς, ὅ­πως ὅ­λα τα ὡ­ραῖ­α πράγ­μα­τα στὴ ζω­ή, Θε­έ μου, τί κλι­σὲ φρά­ση, ἡ θαυ­μά­σια σχέ­ση μας κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ τε­λει­ώ­σει.»
      Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἡ Χα­ρὰ τέ­λει­ω­νε τὴ φρά­ση της, ὁ Μίλ­τος μπῆ­κε στὸ δω­μά­τιο βα­δί­ζον­τας ἀ­νά­λα­φρα. Τοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα, φέρ­νον­τας τὸ δά­κτυ­λο στὸ στό­μα, νὰ μεί­νει ἥ­συ­χος. Αὐ­τὸς ἀ­νέ­βη­κε στὸ κρε­βά­τι, χα­σμου­ρή­θη­κε καὶ ξά­πλω­σε δί­πλα της.
      «Για­τί τὸ λὲς αὐ­τό; Ἀ­φοῦ, ὅ­πως μᾶς εἶ­πες, ὅ­λα πη­γαί­νουν τό­σο τέ­λεια.»
      «Ἄς το κα­λύ­τε­ρα. Δὲν θέ­λω οὔ­τε νὰ τὸ σκέ­φτο­μαι.»
      « Κα­λά, ἀ­φοῦ θέ­λεις νὰ τὸ κρα­τή­σεις μυ­στι­κό… Τὸ ὄ­νο­μα τοῦ τυ­χε­ροῦ ;»
      « Μιλ­τιά­δης»
      «Ἄ, σπά­νιο ὄ­νο­μα»
      « Καὶ νὰ σκε­φτεῖς ὅ­τι ἔ­τσι ἔ­λε­γαν καὶ τὴν πρώ­τη μου ἀ­γά­πη, στὸ λύ­κει­ο.»
      «Τί φο­βε­ρὴ σύμ­πτω­ση ! Κα­λη­νυ­χτί­ζου­με τὴ Χα­ρὰ καὶ περ­νᾶ­με στὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­κρο­ά­τρια.»
      Ἔ­κλει­σε τὸ τη­λέ­φω­νο. Αἰ­σθα­νό­ταν ἀ­νά­λα­φρη, ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη. Ὁ γά­τος ποὺ λα­γο­κοι­μό­ταν, ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια, νι­α­ού­ρι­σε πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κα καὶ γύ­ρι­σε ἀ­νά­σκε­λα. Ἡ Χα­ρὰ πρό­θυ­μα τοῦ χά­ι­δε­ψε τὴν κοι­λιά.
      «Μπρά­βο Μίλ­το, ἤ­σουν κα­λὸ παι­δί. Πη­γαί­νω νὰ σοῦ φέ­ρω τὶς νι­φά­δες W­h­i­s­k­as ποὺ σ΄ ἀ­ρέ­σουν.»


Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο "Ιστορίες Μπονζάι" του περιοδικού "Πλανόδιον"

26/3/11

Μέρος έχω κλέψει του κορμιού και της ψυχής σου...

 


Raúl Gómez Jattin

Έρωτας της πλάνης

Μέρος έχω κλέψει του κορμιού και της ψυχής σου
Μια παγίδα στις αναμνήσεις έχω στήσει
μιας κι εδώ σε ενθυμούμαι Θυμάσαι αγάπη μου;
Ο ουρανός της νύχτας σχεδόν θα ’λεγες μπλε πλησιάζει
ανάμεσα στα ματόκλαδά σου Νύχτα γεμάτη ματόκλαδα
Κάποτε έφτασα ως το ορεινό βασίλειό σου
δηλητηριασμένος από μανιτάρια και λύπες πολύ λυπητερές
Κι οραματίστηκα τη μορφή σου ψηλή και λυγερή
ιππεύοντας ένα άλογο από σύννεφα Έπειτα
Ερχόσουν το απόγευμα από το Ρετίρο ντε λος Ίντιος
στη λευκή σου άμαξα ενώ εγώ πεζός
στο δρόμο Σαν υπνοβάτης
Χαμογελάς από μακριά
σαν στα δόντια σου ανάμεσα να είχες την καρδιά μου
Οι λέξεις μου θάνατο αφαιρούν απ’ τη ζωή σου
Σε αυτό το βιβλίο μέσα ζεις αν και σε φοβάμαι
Αν και ίσα που ανταλλάξαμε δυο κουβέντες
Μα τόσο εγώ σε αγαπώ όσο πάντα
Τόσο όσο μπορείς να φανταστείς
Κι είμαστε τόσο μακριά
Όσο ο ήλιος απ’ τη θάλασσα


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


*************************

El amor brujo

He robado parte de tu cuerpo y de tu alma
Le he tendido una celada a los recuerdos
que aquí te recuerdo ¿Recuerdas amor?
El cielo de la noche casi azul se asoma
entre tus pestañas Noche vibrátil
Una vez me fui hasta tu regió de monte
enfermo de hongos y tristezas muy tristes
Y aluciné con tu imagen alta y flexible
galopando un caballo de nube Luego
Venías por la tarde desde el Retiro de los Indios
en tu carruaje blanco y yo iba a pie
por la carretera Como un sonámbulo
Sonríes desde lejos como si masticaras
mi corazón entre tus colmillos
Mis palabras le quitan a tu vida muerte
Vives en este libro aunque te tengo miedo
Aunque apenas si hemos hablado
Pero te amo tanto como siempre
Tanto como puedas imaginar
Y estamos lejos
Como el sol del mar


Αναδημοσίευση από το περιοδικό Poeticanet (τεύχος 14 - Μάρτιος 2011)

24/3/11

Ο ερχομός σου Ι και ΙΙ




Γιώργος Χαβουτσάς

Ο ερχομός σου Ι

Ντύνομαι απ' τα χαμόγελα το πιο όμορφο
όταν οι δονήσεις του αέρα
μαζί με τις φωνές των χελιδονιών
προμηνύουν τον ερχομό σου.

Ύστερα μορφώνω τα δέντρα, τ' άστρα, τα λουλούδια
τους δίνω το σχήμα της καλοσύνης σου
της απαλής αποδοχής σου του πεπρωμένου.

20/6/2003


******************************* 

Ο ερχομός σου ΙΙ

Ντύνομαι απ' τα χαμόγελα το πιο όμορφο
όταν οι δονήσεις του αέρα
μαζί με τις φωνές μερικών πουλιών
(που τ' όνομά τους αρχίζει από άλφα
και τελειώνει σε "ηδόνι")
προμηνύουν τον ερχομό σου.

Ύστερα ντύνω και τα δέντρα, τ' άστρα, τα λουλούδια
με ντύμα εύπλαστο της καλοσύνης σου
με απαλή αποδοχή σου του πεπρωμένου.

20/6/2003


21/3/11

To you...

Ούτε καν μια νύχτα γλυκειά...

 


Raúl Gómez Jattin

Ούτε καν μια νύχτα γλυκειά

Εκείνος ο έρωτας του πυρετού και του βασάνου
Εκείνο το αίσθημα εκκρεμούς απ’ το φεγγάρι
ανάμεσα στις φοινικιές Μήπως κι εκείνο
οιωνούς μου φέρει του σώματός σου Μάταια όμως
Μα ήμουν υπερβολικά ασθενικός για ν’ αντέξω
το χάδι της απαλότητάς σου Δε θα γνώριζες σε ’μένα
παρά το ρίγος ενός ποιητή και του θανάτου του
Εκείνος ο τρόμος να κοιταχτούμε στα μάτια δεν ήταν άσκοπος
Ήσουν ντυμένος έναν κόσμο άλλο Ήσουν μακριά
προπάντων όταν σε αγαπούσα Όταν ήμουν
για ’σένα όπως το σύννεφο στον καθρέφτη πάνω του νερού
Μέσα του μα μακριά Στα σπλάχνα
μιας πραγματικότητας επινοημένης και φευγαλέας
Ήταν ωραίο με τρόπο απόλυτο γιατί δεν άγγιξα—
το σώμα σου αν και το θέλαμε κι εσύ κι εγώ
Μα πριν τον πόθο μου υπήρχε το μέλλον μου
Υπήρχες εσύ πριν τον πόθο μου για ’σένα
πριν τον πόθο υπήρχε ο έρωτας
Πριν τον έρωτα υπήρχε η ζωή και το κακό
Εκείνον τον έρωτα που δεν του δόθηκε μια νύχτα
Ούτε καν μια νύχτα γλυκειά αγάπη μου



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


********************************

Ni siquiera una dulce noche 


Aquel amor de fiebre y de tormento Aquel estar
pendiente de la luna entre los cocoteros Por si ella
me traía presagios de tu cuerpo Pero en vano
Pero estaba demasiado enfermo para soportar
la intimidad de tus caricias No hubieras conocido
en mí sino el temblor de un poeta y de su muerte
Aquel temor de mirarnos a los ojos no era vano
Estabas revestido de otro mundo Estabas lejos
Sobre todo cuando yo te amaba Cuando era
de ti como la nube en el reflejo del agua
Dentro pero lejos Dentro en el vientre
de una realidad inventada y fugaz
Era íntegramente bello porque no toqueteé;
tu cuerpo aunque tú lo querías y yo también
Pero antes de mi deseo estaba mi futuro
Estabas tú antes de mi deseo de ti
antes que el deseo estaba el amor
Antes que el amor estaba la vida y la maldad
Aquel amor que no tuvo una noche
Ni siquiera una dulce noche amor mío



Αναδημοσίευση από το περιοδικό Poeticanet (τεύχος 14 - Μάρτιος 2011)