2/11/17

Οι "Πολυκατοικίες" στα ρουμανικά...










Elena Stagkouraki

Blocuri
Invenții arhitecturale mizerabile
voi, triste multi-case,
stivuiți în interiorul vostru vârste
și o mulțime de voci intense.
Ce rămâne, mă întreb, ascuns în voi?
Nu somnul, dar nici treazul,
ca să nu mai vorbim că auziți totul,
și chiorăit de mațe și de limbi
vocalele rotunde și tonuri,
ale laringelui o mie două contracții,
dar și ale picioarelor pași și poziții,
fără a vorbi de plăceri și dureri ...
Unde-mi pot găsi din voi evadarea
și de indiscreția voastră atât de jegoasă?
în orașul în care contează
mega câștigul, cu dimensiuni de groază.

Μετάφραση από τα ελληνικά στα ρουμανικά: Angela Bratsou

**********************************

Έλενα Σταγκουράκη

Πολυκατοικίες

Αρχιτεκτόνων άθλιες εφευρέσεις
εσείς, οι λυπηρές πολυ-οικίες,
στοιβάζετε εντός σας ηλικίες
κι ένα σωρό τις ηχηρές διαθέσεις.
Τι μένει τάχατες κρυφό εντός σας;
Ο ύπνος όχι, μα κι ο ξύπνιος ούτε,
και πόσο μάλλον που όλα τα ακούτε,
και λάλημα εντέρου και της γλώσσας
τα στρογγυλά φωνήεντα και τόνους,
του λάρυγγα τις χίλιες δυο συσπάσεις,
μα και ποδιών τα βήματα και στάσεις,
για να μην πω για ηδονές και πόνους...
Πού να τον βρω από σας τον γλιτωμό μου
και τη λερή σας τόση αδιακρισία!,
στην πόλη όπου έχει σημασία
το μέγα κέρδος, σε διαστάσεις τρόμου.

Αθήνα, 17.06.2013

23/10/17

Και ύστερα συνέβη η ζωή...














Έλενα Σταγκουράκη

Και ύστερα συνέβη η ζωή

Και ύστερα συνέβη η ζωή:
μια σχισμή απελπισίας,
μια ευτυχίας αναλαμπή
που τη μόνιμη χαρά κάνει πλασίμπο.
Με νύχια και με δόντια, ζίου ζίτσου ή ταίμπο,
άλλοι γεύονται στιγμές  και άλλοι χάπια ευφορίας.



19/10/17

Όσο πιο μισός, τόσο πιο άνθρωπος...





















Έλενα Σταγκουράκη


Όσο πιο μισός, τόσο πιο άνθρωπος,


ώσπου του ζεύγους το μισό να γίνει αφόρητο.

Αφόρετη φορεσιά το ζεύγος που ανοίκεια

στην ντουλάπα μου φθίνει χωρίς ναφθαλίνη.

Κι όμως 

αν και οδυνηρό στα μάτια και στο γόητρο

το φως, πάντα φως! 



18/10/17

Μάθημα αυτογνωσίας...






















Έλενα Σταγκουράκη

Μάθημα αυτογνωσίας



Μέσα από τα μάτια σου

μαθαίνω να αγαπώ τον εαυτό μου.

Όχι σαν Νάρκισσος στην άκρη του νερού

που αυτάρεσκος καθρεφτίζεται.

Λουλούδι εγώ δεν είμαι ούτε κι εσύ καθρέφτης,

το λόγο θα τον βρεις μάλλον αλλού.

Μάλλον; τον ξέρεις ήδη.

Είναι το εντός μου που εθίζεται

στις αναλύσεις και στις έσω πλεύσεις

και που τα μάτια σου το δείχνουνε απ’ όλες τις πλευρές:

πάνω-κάτω, μέσα-έξω, διαγωνίως, εσοχές

μαρτυρούνε φόβους, πόνους, δισταγμούς και ενοχές.

Άλλα της δικής σου πείρας τα επινίκια:

Ω! του φόβου η ματαιότητα.

Ω! του σφάλματος η επιείκεια.

Ω! του ατελούς η τελειότητα.

Όσο πιο μισός, τόσο πιο άνθρωπος.

Μέσα από τα μάτια σου

μαθαίνω και αγαπώ τον εαυτό μου.



16/10/17

Το μόνον της ζωής μου διήγημα...




Το μόνον της ζωής μου διήγημα φιλοξενείται στο τεύχος των δε/κάτων που μόλις κυκλοφόρησε. Βγαίνει στο φως τρία χρόνια μετά τη γέννησή του, ντροπαλό, κι όμως θρασύ...


***********************************

δε|κατα, τεύχος 51, Φθινόπωρο 2017


Υπάρχουν δύο σοβαροί λόγοι για να πάρετε το 51ο τεύχος του περιοδικού δε|κατα που μόλις κυκλοφόρησε. Ο ένας είναι το τρομερό διήγημα της Κατερίνας Ζαρόκωστα. Ο άλλος η συνέντευξη του Χρήστου Χωμενίδη στην Ειρήνη Παπακυριακού. Και φυσικά άλλοι 33 ακόμη λόγοι, όσοι και οι υπόλοιποι συνεργάτες του τεύχους.

Πεζογραφία: Κατερίνα Ζαρόκωστα, Χρήστος Τσιάμης, Χρύσα Φάντη, Χαράλαμπος Γιαννακόπoυλος, Bruno Pompili, Ειρήνη Παπακυριακού, Ελένη Μπουκαούρη, Πόπη Αρωνιάδα, Δημήτρης John Ράπτης, Άκης Παπαντώνης, Φίλιππος Φιλίππου, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Τιτίνα Δανέλη, Χάρης Μελιτάς. Μαγνητόφωνο: Ο Χρήστος Χωμενίδης συνομιλεί με την Ειρήνη Παπακυριακού. Ποιήματα: Παναγιώτης Βούζης, Παναγιώτης Φραντζής, Ρίβα Λάββα, Γιάννης Αντιόχου, Γιώργος Αλεξανδρής. Ταξίδι στην Πόλη: Κατερίνα Μυστακίδου. Alex Ross, Οι μυστικές ρίζες του μοντερνισμού, Δημήτρης Τζουμάκας, Ρήγας Καππάτος, Γιάννης Τζώρτζης, Έλενα Σταγκουράκη. Βιβλία: Λάμπρος Σκουζάκης, Κωνσταντίνος Μπούρας. Επί παντός: ΝάνοςΒαλαωρίτης, Ελαχιστότατος, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ρίβα Λάββα, Ντ. Σιώτης.






13/10/17

"Μην περιμένεις καλύτερους καιρούς"...




















Τι όμορφο! Στην αυτοβιογραφία του, ο Βολφ Μπήρμανν έχει αφιέρωση για όλους τους αναγνώστες του και καθένα χωριστά! Γράφει:

                                                    "Αχ, φίλε μου,
                                                    το ίδιο δεν ισχύει και για σένα;
                                                   Μπορώ μονάχα να αγαπώ
                                                   ό,τι έχω την ελευθερία να εγκαταλείψω:
                                                   αυτή τη χώρα
                                                   αυτή την πόλη
                                                   αυτή τη γυναίκα
                                                   αυτή τη ζωή.

                                                   Για τούτο ακριβώς αγαπούν
                                                   λίγοι αυτή τη χώρα
                                                   κάμποσοι αυτή την πόλη
                                                  πολλοί μία γυναίκα,
                                                  μα τη ζωή...

                                                  όλοι!

                                                  Βολφ Μπήρμανν"


Εδώ, ο Μπήρμανν στους ώμους ενός -"πραγματικού Ηρακλή", όπως τον ονομάζει- Έλληνα τυπογράφου! μετά το πέρας της συναυλίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου.
Και ο τίτλος της αυτοβιογραφίας; "Μην περιμένεις καλύτερους καιρούς!"...
Ε.Σ.

11/10/17

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ! 83 Ιστορίες Μπονζάι για το Σημείο Μηδέν....


ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ!

Οι 83 Ιστορίες Μπονζάι για το Σημείο Μηδέν είναι η πρώτη ανθολογία διηγημάτων στα ελληνικά που συγκροτείται και εκδίδεται με αφορμή τη μαύρη επέτειο των δεκαπέντε χρόνων από τη μοιραία 11/09/2001 και την πτώση των Δίδυμων Πύργων της Νέας Υόρκης. Οι επιπτώσεις εκείνης της επίθεσης μεταλλασσόμενες επιβιώνουν ακόμα αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε, αντιλαμβανόμαστε και βιώνουμε την καθημερινότητα και τον κόσμο. Η εικόνα του ασφαλούς και άτρωτου δυτικού πολιτισμού έχει πλέον καταρρεύσει μαζί με τους Πύργους.
Με το βιβλίο αυτό προτείνεται ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα από τη διεθνή μυθοπλαστική παραγωγή με θέμα ή αφορμή το καθοριστικό εκείνο γεγονός και τον αντίκτυπό του. Γι’ αυτό επιλέξαμε και συμπεριλάβαμε πέραν των γνωστών Eλλήνων συγγραφέων και διηγήματα αναγνωρισμένων συγγραφέων από τα αγγλικά, ισπανικά, ρωσικά και βουλγαρικά, που μετέφρασαν ειδικά για τον αφιερωματικό αυτόν τόμο συνεργάτες μας μεταφραστές, και τα οποία δημοσιεύονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Εκδίδουμε αυτή την ανθολογία πιστεύοντας στη δύναμη της λογοτεχνίας και ελπίζοντας στη μεταμορφωτική δράση των κειμένων πάνω στην καθημερινή μας σκέψη και πράξη.


26/9/17

"Ποιηματάκια Βρυξελλών"...



Τα "Ποιηματάκια Βρυξελλών" φιλοξενούνται στο "Κοράλλι".
Τα συγκεκριμένα λαχανάκια φύτρωσαν στο εξόχως προνομιακό περιβάλλον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες, μεταξύ Φλεβάρη και Νοέμβρη 2016. Αποτυπώνουν δε εμπειρίες με γεύση αντίστοιχη εκείνης του εν λόγω ζαρζαβατικού.


Ε.Σ.

21/9/17

Έλα κοντά μου. Δεν είμαι...

    

Μενέλαος Λουντέμης


Ερωτικό Κάλεσμα

Έλα κοντά μου. Δεν είμαι η φωτιά.
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι η φωτιά.


Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε ο άνεμος. 
Τους ανέμους τους κόβουν τα βουνά. 
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι ο άνεμος.


Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε ο ωκεανός.
Τους ωκεανούς τους δαμάζουν οι Τρίτωνες.
Τους ημερεύουν οι ζέφυροι.
Τους μαγεύουν οι σειρήνες. Όχι.
Δεν ειμ’ ωκεανός.


Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε λιμάνι.
Δε σου τάζω την απανεμιά.
Ούτε τις γλυκές ισημερίες,
και τις αλκυονίδες ζεστασιές.
Δεν είμαι λιμάνι.


Εγώ... Δεν είμαι...
Παρά ένας κουρασμένος στρατολάτης.
Ένας αποσταμένος περπατητής...
Που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
για ν΄ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Και αν θέλεις...
Έλα να τ’ ακούσουμε μαζί.



2/8/17

Τζοκόντα Μπέλλι: Συνέντευξη





«Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια»


Συνέντευξη της Τζοκόντας Μπέλλι στη Σιλβίνα Φριέρα

Mετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ


Στο Λος Άντζελες βρέχει καταρρακτωδώς. Με την επιθυμία θαρρείς να σαρώσουν και να πληγώσουν ό,τι αγγίζουν, οι σταγόνες ηχούν πεισμωμένες. Μέσα σε αυτόν τον υδρόβιο κόσμο στον οποίο μετατρέπεται τώρα η πόλη, μια αστραπή σχίζει τον ουρανό κάπου μακριά. Το τοπίο διαλύεται εμπρός στα μάτια της Νικαραγουανής συγγραφέα, Τζοκόντας Μπέλλι, εν είδει θαρρείς αποχαιρετισμού. Η καταιγίδα όμως ξεσπάει επίσης μες στην ψυχή της, τώρα που πακετάρει το σπιτικό της, βιβλία και διάφορα αντικείμενα, προκειμένου να επιστρέψει μόνιμα πλέον στη Νικαράγουα, τη «χώρα κάτω από το δέρμα» της, την ηφαιστειακή, σεισμική, επαναστάτρια. Ενόσω συνηθίζει στην ιδέα της μετακόμισης, γράφει ένα μυθιστόρημα που χρόνια ολόκληρα κλωθογύριζε στο μυαλό της και που «επιτέλους», όπως η ίδια αναφέρει με τον οικείο κι εγκάρδιο τόνο της, «έλαβε σάρκα και οστά, ώστε να θέλει να βγει τρέχοντας στο φως».

Όταν η σπίθα της ποίησης τη διαπέρασε το 1970, χαρίζοντάς της στίχους όπως «Ο άντρας που θα μ’ αγαπά/ το πρόσωπό μου θ’ αναγνωρίζει μες στο ανάχωμα,/ θα μ’ αγαπά γονατιστός στη γη/ καθώς μαζί οι δυο θα βάλλουμε/ κατά του εχθρού» ή «ώσπου μέσα μου να εισβάλλεις/ με τη δύναμη του ιλίγγου/ και με το πήγαινε να με κατακλύζεις και το έλα σου/ σαν θάλασσα ανήμερη,/ ώσπου ν’ απομένουμε οι δυο μας ιδρωμένοι τεντωμένοι/ στων σεντονιών πάνω την άμμο» η τοτινή κοινωνία της Νικαράγουας, σκανδαλισμένη από το γεγονός πως μια γυναίκα τολμούσε να γράψει για «υπογάστρια και υγρασίες», την κατηγορούσε πως υπερβολικά έχει εξυμνήσει «του κορμιού τα μυστήρια», το φύλο, τον ερωτισμό και την πιο μύχια ηδονή.

Και πάλι γύρω στα 1970, μια «γρατζουνιά στη συνείδηση», η δικτατορία του Σομόσα, δεν της επέτρεψε να μείνει αμέτοχη, κι έτσι συμμετείχε στην αντίσταση, αρχικά ως μυστική πράκτορας του «Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας» (FSLN). Καταδιωκόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες, εξορίστηκε στο Μεξικό, την Κόστα Ρίκα και την Κούβα. Επέστρεψε στην πατρίδα της με το θρίαμβο της Επανάστασης των Σαντινίστας, τον Ιούλιο του 1979. Θα ξεκινούσε, τότε, μια περίοδος ανάληψης σημαντικών πολιτικών αξιωμάτων, ώσπου το 1994, τέσσερα χρόνια μετά την εκλογική ήττα, απεχώρησε από το κόμμα. Σε ένα ποίημά της με τόνο ανάλαφρο, όπου δηλώνει πως «δεν διαθέτει τα πόδια της Σίντυ Κρώφορντ», παραδέχεται πως το πρόσωπό της, από συνήθεια, έχει πάψει πλέον να της αρέσει, πως το στόμα της παραμένει αξιοπρεπές, «πάνω απ’ όλα αισθησιακό», και πως το σύνολο σώζεται τελικά με τη βοήθεια της αφάνας που έχει για μαλλιά. Θα ’πρεπε να προσθέσει βέβαια κανείς πως διατηρεί αυτήν τη σπίθα αχαλίνωτης νεότητας στα μάτια της, μάτια όλο εγρήγορση και προσοχή, στραμμένα στον ανασασμό της ανθρωπότητας.

Κατά πόσο υπήρξε «εξελιγμένος» ο χρόνος της ποιητικής δημιουργίας; Μπορεί να σκεφτεί κανείς πως ένα μυθιστόρημα απαιτεί περισσότερο χρόνο και προσπάθεια, και όμως δίνετε την εντύπωση πως αφήνετε τους στίχους να αναπαυθούν και ύστερα επιστρέφετε σε αυτούς ξανά και ξανά, ώσπου να εγχαραχτούν για τα καλά.

— Κοίταξε, το μυθιστόρημα δομείται πάνω σε μια εξωτερική πραγματικότητα. Κάτι συμβαίνει. Αφηγείται μια ιστορία. Πρέπει κανείς να ’ναι ζογκλέρ για να συγκρατεί όλον αυτόν τον κόσμο στο μυαλό του, τα τοπία, τους χαρακτήρες. Η ποίηση, αντιθέτως, συνιστά μια ματιά στο εσωτερικό τοπίο και πρέπει να αφεθεί να υπάρξει. Εγώ αφήνω το συναίσθημα να βγει στην επιφάνεια και ύστερα απαλείφω ό,τι δεν βοηθά το ποίημα να παραμείνει στρογγυλό, να ζήσει σαν κύτταρο μέσα στην ίδια του τη μεμβράνη. Το δύσκολο σε αυτήν τη διαδικασία είναι να μην χαθεί ο αυθορμητισμός. Και αυτό κάποτε σημαίνει πως πρέπει απλά να αφήσεις το ποίημα να υπάρξει. Εγώ είμαι ποιήτρια, όχι πανεπιστημιακός. Αυτό που με ενδιαφέρει, δεν είναι η τελειότητα, αλλά η ποίηση. Γι’ αυτό δεν δουλεύω τα ποιήματα σε υπερβολικό βαθμό και γι’ αυτό θεωρώ πως πρόκειται για ποιήματα προσβάσιμα, τα οποία ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να κατανοήσει και να ευχαριστηθεί.

Σε προηγούμενη συνέντευξή σας είχατε πει πως γίνατε γνωστή, εντός εισαγωγικών, όταν στα είκοσί σας γράψατε ερωτική ποίηση, τόσο αισθησιακή, που προκάλεσε σκάνδαλο. Τι φοβάται ο κόσμος όταν μια γυναίκα γράφει, για παράδειγμα, πως «το Big Bang ήταν ο αρχέγονος οργασμός» ή πως «ώς και το φύλο μου ακόμη εκρήγνυται σαν χειροβομβίδα», για να αναφέρουμε λίγους μόνο στίχους;

— Είναι απίστευτο πως σε τέτοιους καιρούς εξακολουθεί να συνιστά είδηση το γεγονός ότι μια γυναίκα γράφει ερωτική ποίηση. Οι επιστολές του Τζέημς Τζόυς στη Νόρα Μπαρνάκλ δεν είναι μόνο ερωτικές, αλλά πορνογραφικές και σκατολογικές, και όμως κανείς δεν του κολλάει ταμπέλα γι’ αυτό. Εγώ, αντιθέτως, κυκλοφορώ με την επιγραφή στο κούτελο. Αδιαφορώ. Την κουβαλώ μάλιστα με τιμή και καμάρι, αφού πιστεύω πως ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενωτικός, δεν διαχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Επιπλέον τον θεωρώ πηγή ισχύος της γυναίκας και δημιουργικό πυρήνα της ζωής. Η σεξουαλικότητα κι ο αισθησιασμός είναι στοιχεία υπέροχα, και εμείς οι γυναίκες τα βιώνουμε με ένα σώμα που διαρκώς μας υπενθυμίζει πως είμαστε όντα με σώμα κι όχι μόνο πνεύμα. Και αυτό είναι κάτι που έχουν προσπαθήσει πολύ να μας αποσπάσουν. Προσπάθησαν να μας ενοχοποιήσουν για την ομορφιά μας, για τον ερωτισμό μας. Εμείς είμαστε το ανθρώπινο Big Bang και γι’ αυτό, όμοια με την ατομική βόμβα, μας φοβούνται και προσπαθούν να μας έχουν υπό έλεγχο. Και όμως, ο θηλυκός «έρως» είναι θεμελιώδης για τη ζωή. Ελπίζω κάποια μέρα η ανθρωπότητα να ανακαλύψει πως οι γυναίκες μπορούμε να φωτίσουμε τον κόσμο με αυτήν την ατομική ενέργεια που διαθέτουμε, γιατί θα τη χρησιμοποιήσουμε προς όφελός της. Ωστόσο έχουν σπαταλήσει τόσο χρόνο να μας τρέμουν και να μας καταπιέζουν, που συχνά ώς και εμείς οι ίδιες καταπίνουμε το παραμύθι πως η σεξουαλικότητά μας είναι επικίνδυνη. Και τότε επιδιώκουμε την κάθαρση, αρνούμενες αυτό που είμαστε. Στην ποίησή μου εγώ εξυμνώ το γυναικείο κορμί, όπως και όλην την ηδονή, τον πόνο και το θαύμα, για τα οποία αυτό είναι ικανό.

Για να χρησιμοποιήσω στίχους σας, εξακολουθούν να σας λένε «Σώπαινε. Άλλο μη μιλάς για υπογάστρια κι υγρασίες. (…) Όπου να ’ναι εγγόνια θα ’χεις.»;

— Όχι, κανείς πια δεν μου λέει κάτι τέτοιο (γέλια). Νομίζω πως πλέον περιμένουν από μένα να μιλήσω, πράγμα που δείχνει πως ακόμη και οι πιο βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις, κυρίως όταν έχουν ριζώσει πάνω στην υποκρισία και σε ψεύτικους τρόπους, μπορούν να αλλάξουν. Υπάρχει κάτι το απελευθερωτικό, μου φαίνεται, όταν κάποιος είναι σε θέση να φωτίσει με ομορφιά αυτό που συχνά υποφωτίζουν οι κοινοτοπίες ή βρωμίζουν οι χυδαιότητες. Ενάντια σε όσους επιδιώκουν να αισθανόμαστε ένοχες, εγώ προτείνω ένα όραμα άλλο: το όραμα της γυναίκας που γνωρίζει πως το να είναι γυναίκα συνιστά προνόμιο και όχι μειονέκτημα. Είναι ανάγκη, άνδρες και γυναίκες να αντικρίσουμε αλλήλους δίχως φόβο, απολαμβάνοντας τη διαφορετικότητά μας.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη της πορείας σας στην ποίηση προσχωρήσατε στο Μέτωπο των Σαντινίστας. Πώς τράφηκαν αυτές οι εμπειρίες; Τι προσέφερε η ποιήτρια στην αντάρτισσα και με ποιο τρόπο ο πολιτικός αγώνας αναμειγνυόταν στους στίχους;

— Ο αγώνας ενάντια στη δικτατορία του Σομόσα ήταν ηρωικός, επικός. Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια. Για μένα η Νικαράγουα ήταν ανέκαθεν αγάπη παθιασμένη. Η χώρα μου μού μιλά με ηφαίστεια, με αγκαλιάζει με δέντρα, με ποτίζει με βροχές κατακλυσμικές. Να γράφω ποίηση για τη χώρα μου, το λαό μου, τη γενναιότητα και το ήθος, με τα οποία αγωνίστηκε κι εξακολουθεί να αγωνίζεται, είναι κάτι που βγαίνει αυθόρμητα από τα μύχια του είναι μου. Πιστεύω πως σχετίζεται με την ανάγκη μου για ενότητα. Δεν ξέρω γιατί έχουμε τη μανία να διαχωρίζουμε την ψυχή από το σώμα, την αγάπη για έναν άνθρωπο από την αγάπη για την πατρίδα, τη ζωή από την πολιτική. Ζωή για μένα σημαίνει να μπορώ να τα βιώνω όλα αυτά ως ενιαίο σύνολο.

Τι είναι η Νικαράγουα για εσάς; Εξακολουθεί να σας πονάει πολύ η χώρα σας, όπως γράφετε σε ένα από τα ποιήματά σας;

— Αχ, πώς να σου το πω. Η Νικαράγουα για μένα είναι ο άντρας μου, με όνομα γυναικείο. Είναι η χώρα κάτω από το δέρμα μου, είναι το εσωτερικό μου πλήθος. Δεν μπορώ παρά να πω το ίδιο που έχω γράψει σε τόσα ποιήματα και κείμενά μου: είναι το κέντρο μου. Όταν, επιστρέφοντας με το αεροπλάνο στη Νικαράγουα, αναγνωρίζω από το παράθυρο το τοπίο, νιώθω πως η ψυχή επιστρέφει στο σώμα μου. Προφανώς και με πονά: με πονά το πόσο λίγο έχουμε προοδεύσει έπειτα από τόσες προσπάθειες. Με πονά που πρόκειται, όπως λέει μια φίλη, για τη χώρα του Σίσυφου, εκείνου που οι θεοί τιμώρησαν καταδικάζοντάς τον να κουβαλάει μια τεράστια πέτρα ώς την κορφή ενός βουνού, μοναχά για να διαπιστώσει φτάνοντας στην κορυφή πως η πέτρα θα κατρακυλήσει κι εκείνος θα πρέπει να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Με πονά η υλική φτώχεια ενός λαού, ο οποίος από άποψη ανθρωπιάς είναι μοναδικά πλούσιος. Γι’ αυτό όμως και με παρηγορεί η Νικαράγουα: γιατί πέρα απ’ όλα αυτά, παραμένει μια χώρα θρεπτική, γεμάτη γέλιο και όρεξη για ζωή.

Περάσατε λοιπόν από την ευφορία της επανάστασης στην απογοήτευση της πραγματικότητας. Σας βοήθησε η συγγραφή να ξορκίσετε την απογοήτευση; Και αν ναι, επαρκεί από μόνη της ως μέτρο ή χρειάζεστε κι άλλου είδους «δραστηριοποίηση»;

— Θεωρώ την απογοήτευσή μου φυσιολογική, ωστόσο δεν πρόκειται για απογοήτευση εξαιτίας της χώρας, παρά εξαιτίας της τσιγκουνιάς της πολιτικής. Η συγγραφή με βοηθάει, καθώς μου επιτρέπει να φαντάζομαι λύσεις και δυνατότητες, αλλά και να συμβάλω στο μέτρο των δυνατοτήτων μου στον δημόσιο διάλογο και στην αναζήτηση περαιτέρω τρόπων για τη χάραξη μιας πορείας, η οποία τώρα μοιάζει ασαφής. Η δραστηριοποίηση παραμένει απαραίτητη, είναι πάντοτε αναγκαία στη Λατινική Αμερική, και καθένας πρέπει να βρει το δικό του τρόπο να δραστηριοποιείται υπό τις νέες αυτές συνθήκες, οι οποίες τουλάχιστον δεν τον υποχρεώνουν ευτυχώς να πάρει τα όπλα.

Με αφορμή το ερώτημα «Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου έγκειται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;» στο ποίημά σας «Ως προς το ρήμα ‘βρίσκομαι’», ερωτώ: Τι βλέπει σήμερα η Τζοκόντα Μπέλλι στην άλλη όψη της ποίησής της;

— Στο ποίημα αναφερόμουν στο ότι με το πέρασμα του χρόνου μαθαίνει κανείς να βλέπει όχι μόνο την εκτυφλωτική ιδέα της ουτοπίας, αλλά και να κατανοεί τη δυσκολία που ενέχει η διατήρηση της συνέπειας στην καθημερινότητα. Μαθαίνει να κατανοεί πως το καλό και το κακό συνυπάρχουν μέσα μας. Αυτό που συμβαίνει τώρα με την ποίησή μου είναι πως δεν φοβάμαι να έρθω αντιμέτωπη με αυτήν τη σκοτεινή πλευρά που ενυπάρχει στο είδος μας. Δεν φοβάμαι να κατονομάσω το κακό –είτε αφορά την αριστερά είτε τη δεξιά– γιατί οι καλές προθέσεις δεν οδηγούν πάντοτε σε καλές πράξεις. Στο όνομα δε της επανάστασης και των πιο υψηλών ιδανικών έχουν διαπραχθεί φρικαλεότητες και μεγάλες αδικίες.

Γιατί μοιάζει όμως στο ποίημα «Μάστιγες του 21ου αιώνα» να κερδίζει έδαφος ο σκεπτικισμός, αφού όπως γράφετε εκεί «τίποτε πια δεν προκαλεί αηδία. Η αηδία, αξία παρωχημένη» και «δεν υπάρχει πια εκείνος που προχωρεί σαν τον Σωκράτη θέτοντας ερωτήματα απρεπή στην αγορά»;

— Γιατί είναι λυπηρό να αναγνωρίζει κανείς αυτό το είδος κρούστας που δημιουργείται στη συνείδηση, αρχής γενομένης από την αδιαφορία. Οι στίχοι αυτοί δεν ήταν προϊόν σκεπτικισμού, παρά μιας βαθειάς θλίψης για καταστάσεις όπως αυτή στο Ιράκ. Τόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν εκεί κι εξακολουθούμε να ζούμε σαν να μην συνέβη τίποτε. Υπάρχουν τέτοιες περιστάσεις, όμως υπάρχουν και άλλες, όπως η αντίδραση μετά το σεισμό στην Αϊτή, όπου ο κόσμος αποδείχθηκε αλληλέγγυος, προσφέροντας χρήματα και βοήθεια. Ως ποιήτρια δεν μπορώ παρά να αντιδρώ απέναντι σε τέτοιες καταστροφές, άλλοτε απορώντας και άλλοτε ελπίζοντας.

Δεν είναι παράδοξο που σε αυτό το ποίημα γράφετε ότι ίσως δεν αξίζει πια τον κόπο η διερώτηση, ενώ η συγκεκριμένη ενότητα ποιημάτων σας, τα πολιτικά, βρίθει ερωτημάτων;

— Πότε-πότε λέω ψέματα στον εαυτό μου (γέλια). Φυσικά και αξίζει τον κόπο η διερώτηση. Η ποίησή μου θέτει πολλά ερωτήματα γιατί επιδιώκει να συνδιαλαγεί με τον αναγνώστη και να τον προκαλέσει να αναμειχθεί.

Κάπου αναφέρεστε στον Σέσαρ Βαγιέχο. Ποια η σημασία της ποίησής του στη ζωή σας και με ποιους άλλους ποιητές συνδιαλέγεται η δική σας ποίηση;

— Ο Βαγιέχο είναι ποιητής δύσκολος. Δεν με επηρεάζουν όλα όσα έχει γράψει στον ίδιο βαθμό. Κάποια ποιήματά του είναι πολύ σκοτεινά, σχεδόν απροσπέλαστα, ενώ άλλα μοιάζουν με αστραπή, έτσι που όταν τα διαβάζεις νιώθεις να φωτίζεται ο ουρανός. Δεν θα σου αναφέρω όμως όλους τους ποιητές με τους οποίους συνδιαλέγομαι γιατί δεν θα μας έφταναν οι σελίδες της εφημερίδας (γέλια).

Ορτέγα: Τα μέσα και ο σκοπός. Ποιος ο απολογισμός σας για το έργο του Ντανιέλ Ορτέγα;

— Τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε ο Ντανιέλ Ορτέγα για την επανεκλογή του είναι νόμιμα, όπως νόμιμη είναι και κάθε βουλή που λαμβάνει υπόψη της τις αδικίες και την ανάγκη κυριαρχίας του λαού. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι άλλο είναι τα λόγια και άλλο οι πράξεις, και ότι η κυβέρνηση του Ντανιέλ Ορτέγα υποκινείται από μια βούληση μακιαβελική που ισχυρίζεται πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Η κυβέρνησή του δεν θέλει τη δημοκρατία, αλλά τη δυνατότητα να αποφασίζει η ίδια ποιο είναι το κοινό συμφέρον και, εν ανάγκη, να το επιβάλει. Πρόκειται για μια κυβέρνηση που τρέμει την υγιή κριτική, τους πνευματικούς ανθρώπους και την ελευθερία των κυβερνουμένων, και η οποία ενεργεί μυστικά και ύπουλα εναντίον οποιουδήποτε τολμήσει με τον τρόπο του να φέρει αντίρρηση. Δυστυχώς, ο Ορτέγα επαναλαμβάνει τα σφάλματα των δικτατοριών του παρελθόντος, μόνο που αυτή τη φορά το πράττει με εξαγγελίες «επαναστατικές». Και όμως, ρέπει προς τον αυταρχισμό και επιδιώκει να συγκεντρώσει τόσο την οικονομική, όσο και την πολιτική ισχύ στο πρόσωπο το δικό του, της συζύγου του και της οικογενείας του. Είναι άνθρωπος φιλόδοξος και ανασφαλής, με πολλά σκοτεινά σημεία στο χαρακτήρα του. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης των Σαντινίστας, οι επικεφαλής ήταν εννιά. Τώρα η εξουσία συγκεντρώνεται στον ίδιο και την οικογένειά του, μια οικογένεια, τα μέλη της οποίας ποτέ δεν έζησαν ως απλοί πολίτες. Ο Ορτέγα πέρασε τη ζωή του ολόκληρη στην πολιτική. Υπήρξε πρόεδρος κι επικεφαλής, υποστηριζόμενος πότε από το Κράτος και πότε από το κόμμα. Αγνοεί την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες της Νικαράγουας, ενώ αυτά που θεωρεί πως θέλει ο κόσμος δεν προκύπτουν από εμπειρία, αλλά από μια νοοτροπία τύπου οδηγιών χρήσης. Μια νοοτροπία παρωχημένη, που παραβλέπει πως οι κοινωνικές αλλαγές προϋποθέτουν ελευθερία και συναίσθηση, και όχι προεδρικά διατάγματα. Με αυτά δε τα τελευταία, όχι μόνο βρήκε τον τρόπο να ζητήσει την επανεκλογή του –πράγμα που το Σύνταγμά μας απαγορεύει–, αλλά και να καταπατήσει κάθε νομική και ηθική αρχή του κράτους της Νικαράγουας.

«Εφημερίδα»
Αργεντινή, 4 Φεβρουαρίου 2010


****

Γεννημένη σε προνομιακό περιβάλλον στη Μανάγουα της Νικαράγουας, η Τζοκόντα Μπέλλι αφιερώθηκε στον αγώνα των Σαντινίστας και στη λογοτεχνία. Έχει δημοσιεύσει πολυάριθμα βιβλία πρόζας και ποίησης, όπως και μυθιστορήματα. Της έχει απονεμηθεί πλήθος βραβείων, από το «Βραβείο της Μικρής Βιβλιοθήκης Seix Barral» και το «Βραβείο Σορ Χουάνα Ινές ντε λα Κρους» στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Γκουανταλαχάρας, ώς το «Παράσημο του Τάγματος των Ιπποτών» από το γαλλικό κράτος (2013) και το πιο πρόσφατο «Βραβείο Αντρές Σαμπέλια» της Χιλής (2014).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Νέο Πλανόδιον" :

30/7/17

Η πολιτική ποίηση της Τζοκόντας Μπέλλι... (3)



Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ


Βαρύ φορτίο (Carga cerrada)

Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρυσα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.

Η Νικαράγουα, η αγάπη μου,
το κοριτσάκι μου που ατίμασαν,
σηκώνεται, τη φούστα στρώνει
κραυγάζει, γίνεται θαραλλέα και έξαλλη
με ψέμα μοιάζει πόσο θόρυβο ξεσηκώνει και πόσο αντιστέκεται
σε αεροπλάνα, ορυχεία, πιράνχας, βρωμόλογα αγγλόφωνα
λογύδρια για το πώς να σκύβει το κεφάλι
μα εκείνη αντιδρά ξεφεύγει παίρνει τους δρόμους
και ιδού περνά ο Στρατηγός η αυλή του τα όπλα
οι πράσινες σειρές προελαύνουν σπέρνοντας
κατασκευάζοντας μηχανές ζάχαρης
ποτάμια γάλακτος σπίτια σχολεία
ανέμους που παρασύρουν το φόβο
γεννιόμαστε για τούτο
γελάμε για κείνο
με τα δόντια σφιχτά προχωρούμε η οργή και η ελπίδα
δεν μας αφήνουν δεν τις αφήνουμε
ούτε σ’ ήλιο ούτε σε σκιά
χώρα μικρούτσικη μα ευσυνείδητη
Νικαράγουα, δόρυ εσύ εξακοντισμένο, θαραλλέο, επίμονο, φοράδα
βοσκοτόπια στην Τσοντάλες όπου η Ναντίνε ονειρεύεται ίππους δυνατούς
και ονειρευόμαστε σιντριβάνια
εργοστάσιο ολόκληρο έχουμε ονείρων
όνειρα κατά συρροή για τους άπιστους
κανείς δεν φεύγει από εδώ χωρίς μια γρατζουνιά στη συνείδηση
κανείς δεν περνά δίχως κάτι να του συμβεί
χώρα των τρελών, πεφωτισμένων, ποιητών και ζωγράφων συνάμα
σάρκα και οστά του λαού που βεβαιώνεται και σφάλλει
που δοκιμάζει και δοκιμάζει ξανά

Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς
Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα
Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα
Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου
Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει

Μανάγουα,
αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
αφήνουν σε βοϊδάμαξες
δέντρα κομματιασμένα
με κατεύθυνση ανώνυμες νεκρικές πυρές.
Σκοτεινοί διαβάτες περπατούν στις ακτές
περιδιαβαίνοντας ακούσιους θανάτους
Στη γωνία
ο άντρας ανεμίζει τα εισιτήρια μέρα μεσημέρι
Από αργόσυρτα λεωφορεία
ξεχύνεται ο κόσμος σαν σμήνος
πόδια μπερδεύονται με ράμφη πουλιών
που κρέμονται ατυχή, σαστισμένα
Με δυσκολία ανοίγει δρόμο
η άμμος το τσιμέντο
Ο εργάτης δένει μαντήλι στο μέτωπο
της μεσημβρίας
Το ταξί των χιλιάδων επισκευών
κυλά πάνω στο ακανόνιστο καουτσούκ
Αφηρημένος ο οδηγός σταματά
όπου νομίζει εκείνος καλύτερα
Αλάτι στην πληγή
η πόλη των χιλιάδων πεζών
δίχως προβλεπόμενα γι’ αυτούς περάσματα
Τα αυτοκίνητα με ταχύτητα ιλίγγου
η γυναίκα με το παιδί διασχίζει το δρόμο
κλείνει τα μάτια
είναι τόσο αβέβαιη η άφιξη απέναντι
Μα και η αβεβαιότητα ακόμη γίνεται συνήθεια
Πρέπει να τρέξουν. Το παιδί πέφτει πάνω στο παρμπρίζ
με τα ρούχα βρεγμένα και βρώμικα
προσποιούμενο αδιαφορία για τα υποτιμητικά βλέμματα
Η υπέργηρη με το χαρτόνι πάνω στο στήθος
δείχνει πρόσωπο και πόδια
φαγωμένα από την πείνα, την επετεία
Αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
Λαβύρινθοι για να μην κοιτάς
Μαλακά καθίσματα, ραδιόφωνο
κλιματισμός και κινητό τηλέφωνο
Για άλλες η ζωή είναι άλλη
Τα σιντριβάνια. Τα φώτα νέον.
Ρούμι «Φλορ ντε Κάνια», Κόκα-Κόλα, μπύρα «Βικτώρια».
Τσιγάρα. Η ροτόντα των εξαρτήσεων.
Πίσω ο ναός περιμένει τη μέρα που θα κρυφτεί
σε φοινικόδασος
Στο εκτυφλωτικό κέντρο αγορές και ψώνια
Αργότερα προσευχή για όσους δεν μπόρεσαν να φτάσουν
το φωτισμένο κατώφλι του εμπορικού
Βολική η προσευχή. Ο ναός δροσερός και ήσυχος
Ούτε κλάματα ακούγονται, ούτε φρένα, ούτε το παιδί το χτυπημένο.

Τι τύχη να ’σαι νεκρός, Κάρλος Φονσέκα,
τι τύχη που η γη σ’ αγκαλιάζει και τυφλώνει
και κανείς Ναζωραίος θρασύς δεν θα πει
Δεύρο έξω και περιπάτει
Και που φράση μόνο ποιητική είναι εκείνη του Θωμά
πως στους νεκρούς ανήκεις που ποτέ δεν πεθαίνουν.
Στο Μοταστέπε το γρασίδι σβήνει τ’ αρχικά του ΜΕΑΣ*
μα είναι περισσότερα όσα έχουν σβηστεί, πολύ περισσότερα
Η στάχτη τόσων οραμάτων σηκώνεται σήμερα σε κυκλώνες
πάνω στο ίδιο πάντοτε και άγριο πράσινο της Νικαράγουας
και όμως είναι κάτι ακόμη πέρα από τα οράματα
που έγινε καπνός
που χάθηκε και που μας ακολουθεί την κάθε μέρα με αυτήν τη βρώμα ψοφιμιού.
Μακάρι οι τερμίτες να μην σου το μαρτυρήσουν
ο κόσμος να σε ντύνει παρά τη φτώχεια του
και να σε προστατεύει ακόμη κι από εμάς τους ίδιους

Πού να κρύψω τη χώρα αυτή της ψυχής μου
για να μην μου την χτυπήσει κανένας πια;
Νικαράγουα λαβωμένη στάζεις λάσπη
απ’ τις πληγές τις ανοιχτές της καρδιάς σου.
Ποιος θα σε γιατρέψει χώρα μικρή;
Ποιος θα σε προστατέψει;
Ποιος μετά τη χολή, τη βροντή
γλυκά θα σου τραγουδήσει να σε ηρεμήσει
για ν’ αποκτήσεις πάλι πίστη
και σηκωθείς στα πράσινα βουνά σου
για ν’ αντικρίσεις τον ορίζοντα;
Γη μου εσύ της φωτιάς και του νερού
που μίλησες με φωνή βραχνή χώρας διαβολεμένης
Σσσσς, σιώπησε πια χωρούλα κουρασμένη από το κλάμα.
Ποιος θα τραγουδήσει νανούρισμα στη Νικαράγουα;
Πάμε, όλοι μαζί.
Ας φέρουμε διαφάνεια
σ’ αυτή τη χώρα τη δική μας
την κουρασμένη απ’ το κλάμα.
Κοιμήσου Νικαράγουα
Κοιμήσου καρδιά μου
Κοιμήσου εσύ χώρα μου
Αγάπη γλυκειά μου.



Ως προς το ρήμα «βρίσκομαι» (Del verbo estar)

Η ποίηση βρίσκεται μακριά
όπως το σπίτι το παλιό με το κτήμα
που, φυλαγμένο στα παιδικά μου χρόνια,
λάμπει αθώο
όλο τοίχους λευκούς και κολώνες ψηλές από ξύλο ευγενές
Ο γλυκός κόσμος που γύρεψα να διαπλεύσω με το σάλιο μου
και με της φωνής μου την ανάσα να τυλίξω
έχασε την ψευδαίσθηση της αγνότητας
Όσο ζω
οράματα άλλα εισβάλλουν με τη βία
στην υδάτινη τροχιά που τα εγκλωβίζει
και τ’ ανυψώνει πενθώντας στη συνείδησή μου
Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου
βρίσκεται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;

Έτσι ένα πρωινό του καλοκαιριού
σηκώνομαι ξυπόλητη ξεχτένιστη
και τις σκάλες κατεβαίνω με τα γυαλιά στα χέρια
για το πρωινό και τις εφημερίδες
Οι λέξεις πλάι στο ψωμί και το βούτυρο
γεμάτες αγωνία
Ενώ οι σελίδες της οικονομίας ανακοινώνουν τον εμπορικό θρίαμβο
κάποιας πάλι τελευταίας τεχνολογίας,
οι τίτλοι επαναλαμβάνουν τη μονότονη απαρίθμηση νεκρών
περιγράφοντας πότε τη μια πότε την άλλη αθλιότητα.
Γυρίζω τις σελίδες αλείφοντας τη μαρμελάδα πορτοκάλι στο φρυγανισμένο ψωμί.
Ψίχουλα πέφτουν πάνω στη φωτογραφία της γυναίκας
που κραυγάζει στην πλατεία της Βαγδάτης πλάι στο νεκρό παιδί της.
Πιστέψτε με όταν λέω πως ο πόνος αυτός δεν μου είναι αδιάφορος
και ας με κάνει να γελώ ο λευκός, γλυκός σκυλάκος μου στον κήπο
που μικρός όπως είναι και μαλλιαρός
καταδιώκει μάταια φρενήρης το κολίμπρι
που πριν μια στιγμή ακόμη ξαπόσταινε πάνω στις λευκές ανθισμένες καμέλιες
και ας πίνω μια γουλιά απ’ τον καφέ γυρίζοντας σελίδα
για να διαβάσω για μια κοπέλα που σκοτώθηκε σε τρομοκρατική επίθεση
σε ιαματικά λουτρά στην Αίγυπτο. Μια κοπέλα 27 ετών,
γεννημένη στο Λας Βέγκας, η μόνη που τα μέσα αναφέρουν λεπτομερώς
αφού είναι Αμερικάνα, ξανθιά, όπως και να ’χει μια γυναίκα νέα που χαμογελά μ’ αυτοπεποίθηση
πλάι στο φίλο της σε μια πρόσφατη φωτογραφία από τις διακοπές, όπου και σκοτώθηκε.
Η σελίδα των Απόψεων της New York Times φιλοξενεί άρθρο
για το Νταρφούρ, μια λέξη που ο πρόεδρος Μπους
ακόμη δεν κατορθώνει να προφέρει σωστά.
Ο αθρογράφος επισημαίνει τις ώρες που αφιέρωσαν τα μέσα στη δίκη του Michael Jackson
και στο ειδύλλιο του Μπραντ και της Αντζελίνας.
Το NBC έστειλε κάμερες στην Αφρική για μια συνέντευξη με τον Μπραντ,
αλλά το Νταρφούρ, με το σφαγιασμό χιλιάδων, δεν μοιάζει άξιο αποστολής
[δημοσιογραφικής ομάδας.
Διαβάζω ότι νοσοκομείο στο Κλήβλαντ ενέκρινε επιτέλους την ιατρική διαδικασία
για την πρώτη μεταμόσχευση προσώπου.
Ζητείται δότης, κάποια οικογένεια που δεν θα τρέμει στην όψη του προσώπου του θανόντος
πάνω στο ξένο σώμα άλλου ανθρώπου.

Ο καφές κρυώνει.
Πάει και το ψωμί,
μαύρο ψωμί, ολικής άλεσης, πιο υγιεινό από το λευκό.
Η ποίηση βρίσκεται μακριά.
Απ’ την άλλη όψη θαρρείς του φωτός που εγώ άλλοτε ρουφούσα, διψασμένη για ομορφιά.
Πώς γίνεται να συνεχίσεις να ζεις;
Με τι ψυχή, υποχρεωμένη να δέχεται την αντίφαση
βολεύομαι σ’ έναν γαλάζιο ουρανό, σ’ ένα καλοκαίρι μαγικό σ’ αυτήν την ακτή της θάλασσας, σ’ αυτό το σκυλάκο με τα καπρίτσια του,
στην εκλεκτή αδιαφορία που μετατρέπει την ατομική μικρότητα σε καταφύγιό της;

Την ώρα την πιο απέλπιδη της ανθρωπότητας
ξεγλιστρώ απ’ τη νυχτικιά μου
κι αφήνω να τρέξει πάνω στο δέρμα μου νερό
με την ελπίδα πως μέσα του θα διαλυθώ.


Στον κομαντάντε Μάρκος (Al comandante Marcos)


Ο θόρυβος απ’ τα σκάγια μάς έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.
Η πόρτα της ζωής σου άξαφνα κλειστή
στο ξύλο που σε κοιμίζει και σε βυθίζει στα σπλάχνα της γης.

Δεν μπορώ να πιστέψω το θάνατό σου,
έτσι δίχως αποχαιρετισμό,
μόνο εκείνο το μακρινό προαίσθημα της νύχτας εκείνης, ―θυμάσαι;―
σαν έκλαψα με μανία βλέποντάς σε κοιμισμένο,
αναγνωρίζοντάς σε ως πουλί αποδημητικό
σε γοργή φυγή απ’ τη ζωή.

Ύστερα,
σαν έφυγες,
σαν τον κίνδυνο άρπαξες απ’ τα μαλλιά,
κι ήξερα πως σε περιστοιχίζουνε άγρια σκυλιά,
να πιστεύω άρχισα πως είσαι ακατανίκητος.
Πώς να πιστέψω το τέλος των χεριών σου,
των ματιών σου, των λόγων σου;
Πώς να πιστέψω το τέλος το δικό σου, αφού εσύ ήσουν κάθε αρχή,
η σπίθα, η πρώτη εκπυρσοκρότηση, το «άρξατε πυρ»,
τα σχέδια, η ηρεμία;

Και όμως, να τη! η είδηση στην εφημερίδα
και η φωτογραφία σου που με κοιτά δίχως να με βλέπει
και αυτή η οριστική η αίσθηση της απουσίας σου
να με διατρέχει απαρηγόρητη εντός,
αφήνοντας πίσω πολύ των δακρύων το μέτωπο,
να ρίχνεται στις φλέβες μου,
να ξεχύνεται σε κάθε ίνα του κορμιού μου.

Περνάει ο χρόνος
και ολοένα μεγαλώνει του ονόματός σου το κενό,
περνούν τα λεπτά τα ηλεκτρισμένα απ’ το άγγιγμά σου,
από το ρυθμικό τραγούδι της καρδιάς σου,
από όλα όσα τώρα κολυμπούν μες στο μυαλό μου
και σε φέρνουν και σε πάνε σαν πλημμυρίδα και άμπωτη
μιας παλίρροιας αίματος,
όπου βλέπω το κόκκινο του πόνου και της οργής
και γράφω, δίχως να μπορέσω να γράψω γι’ αυτό το θρήνο τον ατέλειωτο,
στρογγυλό και κυκλικό σαν και το σύμβολό σου,
και να φανταστώ αδυνατώ το τέλος σου,
παρά νιώθω μονάχα με τη δύναμη της αγκαλιάς,
της βροχής,
των αλόγων σε φυγή,
την αρχή σου.




Η Αμερική στο ιδίωμα της μνήμης (América en el idioma de la memoria)

Ι.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρισα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.


ΙΙ.
Τους Θεούς μας κρύψαμε,
τους μύθους μας,
κάτω απ’ την πορφύρα των αγίων τους.
Αναπλάσαμε τη γλώσσα τους
την ξανακάναμε δική μας,
τη βάλαμε να πει την κατακλυσμική βροχή
και το γλυκό τραγούδι της φλογέρας,
το ύψος των Άνδεων,
και το τροπικό το δάσος του Αμαζόνιου.
Αλλάξαμε τα ονόματά μας για να επιβιώσουμε,
μα τον κόσμο τον ονομάσαμε
με κώδικες και κωδικούς που ώς και τα τώρα παραμένουν ακατανόητοι.
Θέλησαν το δέρμα μας ν’ αλλάξουν,
όμως αλείψαμε κακάο στα γονίδιά τους
για να διακρίνουμε την καθαρή σοκολάτα
απ’ την καμένη:
άντρες και γυναίκες από σοκολάτα
αποίκησαν εκ νέου την Ήπειρο
της Βροντής και της Απόγνωσης.

Εκ νέου δημιουργήσαμε τις υπέροχές μας πόλεις
Μεξικό, Μπουένος Άιρες, Λίμα και Ρίο
και φυλάξαμε στα βάθη των κανατιών μας
τη σοφία της υποταγμένης μνήμης μας.

ΙΙΙ.
Δεν θριαμβεύσαμε.
Ήμασταν αθώοι και μιλούσαμε στη Γη με σεβασμό,
όπως αρμόζει σε φιλοξενούμενους και όχι σε οικοδεσπότες.
Τη Ζωή θυσιάζαμε στον θεό Ήλιο,
ενώ εκείνοι αντιθέτως στο χρυσό,
που μονάχα τον μιμείται.
Η Γη ήταν συνεργός μας.
Την τιμούσαμε και τη γιορτάζαμε.
Εκείνοι τη Γη δεν την αγαπούσαν,
την ξεγύμνωναν λες και τους ανήκε,
όπως ξεγύμνωναν κι εμάς
λες κι εμείς να τους ανήκαμε το ίδιο.
Μας ανάγκασαν τις λέξεις τους να μιλούμε
και τα ρούχα τους να ντυνόμαστε.
Μας ανάγκασαν τον Θεό να λατρεύουμε
που εκείνοι οι ίδιοι είχαν σταυρώσει.
Ούτε και απ’ την ενοχή τους για τη σταύρωση αυτή γλιτώσαμε
αφού μας έλεγαν πως και για δική μας χάρη πέθανε
και πως με τη ζωή μας έπρεπε να πληρώσουμε
για το αμάρτημα ν’ αγνοούμε κάτι τέτοιο.

IV.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τις κραυγές τους.
Το κάψιμο των γεννητικών οργάνων τους,
τον πόνο σε γέννες μιγαδικές,
τα παιδιά από βιασμούς.
Δεν μπορούσαμε στα παιδιά πια να δώσουμε
ονόματα κάκτων, δέντρων, λουλουδιών κι αστερισμών.
Μάθαμε το χρόνο να μετρούμε με τα μέτρα τους
και στις μέρες δώσαμε ονόματα ξένα.

V.Ποιοι είμαστε;
Ποιοι είναι εκείνοι, οι άντρες και οι γυναίκες δίχως γλώσσα,
που δέχονται τη χλεύη για το χρώμα τους,
τα πόδια τους, τα φτερά και τα κοσμήματά τους;
Για να μην γνωρίζουμε άλλους από τους δικούς τους κώδικες,
έκαψαν τους δικούς μας σε θεόρατες πυρές.
Η ποίηση και η ιστορία μας, τα χρονικά των λαών μας
γέμισαν με καπνό τις κόγχες των ματιών μας
και με δάκρυα τα σωθικά μας γέμισαν.
Πήραν φωτιά οι ζωγραφικές μας δουλεμένες με προσοχή από γραφείς
πήραν φωτιά οι μύθοι μας που μας έκαναν αυτό που ήμασταν.
Πώς θρηνούσαν οι γέροντες στις αλάνες
βλέποντας των προγόνων τους τα ονόματα να καίνε!
Αχ! Νύχτα εσύ μακρά, νύχτα εσύ πικρή της στάχτης!
Νύχτα που μας άφησες δίχως χέρια,
δίχως γλώσσα, δίχως μνήμη!

VI.
Η Γη μάς έσωσε, το αίμα, το χρώμα των φρούτων,
η ζάλη του ανέμου στους γκρεμούς του Μάτσου Πίτσου.
Όλα τα πήραν, τα κατείχαν, μα η Γη εξακολουθούσε να μας τραγουδά,
οι καταρράκτες του Ιγουαζού, η λίμνη Τιτικάκα, ο ποταμός Ορινόκο, οι πεδιάδες,
η λίμνη Ατιτλάν, το ηφαίστειο Μομοτόμπο, οι αρχαίες πρωτεύουσες Τικάλ και Κοπάν.
Η Γη γνώριζε το δικό μας άγγιγμα —
τα ηφαίστεια μάς μιλούσαν — οι ποταμοί μάς ξέπλεναν τα δάκρυα,
και η ζούγκλα μάς έκρυψε.
Εκείνους η νοσταλγία τούς αποτέλειωνε.
Ο χρυσός εισέπραττε την τιμή του. Σκοτώνονταν τώρα αναμετάξυ τους.
Βυθίζονταν τα καράβια τους. Τους αρνούνταν τα παιδιά τους.
Στις κοιλιές των γυναικών μας έσβηναν.
Τα γονίδιά τους έβραζαν στο κακάο
και στους απογόνους τους δεν έβλεπαν πια τους εαυτούς τους.

VII.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τα γέλια τους.
Υπομονετική η υπομονή,
η αντίσταση.
Αιώνες ολόκληροι σιωπής κι αναμονής.
Ο καιρός κύλησε σε σπείρες,
αναβαίνοντας από τις ερήμους της Παταγονίας,
διασχίζοντας τις Άνδεις, τις οροσειρές, την τροπική υγρασία,
και τις όχθες με τους βούβαλους.
Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων καταστρέφει τον κόσμο του.
Η πείνα, η βία, σκάβουν τούνελ κάτω απ’ τα πόδια του,
υποσκάπτουν τα θεμέλια των ξενικών ειδώλων.

Τα μάτια της Αμερικής προσμένουν την επιστροφή του Κετσακόατλ
—του φτερωτού όφεως—

Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Όνειρα που ποτέ τους δεν κοιμούνται.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

– Κετσάλ: Πολύχρωμο, εντυπωσιακό ιερό πουλί των Αζτέκων και των Μάγια.
– Τενοτστίτλαν: Ακμάζουσα πόλη-κράτος, πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων στο σημερινό Μεξικό
– Κάρλος Φονσέκα: Ιδρυτής του ΜΕΑΣ
– ΜΕΑΣ: Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας