7/6/18

Ernesto Cardenal: Προσευχή για τη Μέριλυν Μονρώ





Ερνέστο Καρντενάλ

Προσευχή για τη Μέριλυν Μονρώ (Oración por Merilyn Monroe)

Πρόσδεξαι Κύριε
αυτήν την κοπέλα που ολόκληρη η γη τη γνώρισε με το όνομα
Μέριλυν Μονρώ,
και ας μην ήταν αυτό το αληθινό όνομά της.
Εσύ γνωρίζεις το όνομά της,
το όνομα του ορφανού κοριτσιού που στα εννιά του το βιάσανε
και της δεκαεξάχρονης που θέλησε να σκοτωθεί
και που τώρα ενώπιόν σου εμφανίζεται αφτιασίδωτη
δίχως τον ατζέντη για τον Τύπο
δίχως φωτογράφους και αυτόγραφα,
μόνη σαν τον αστροναύτη μπροστά στη νύχτα του σύμπαντος.
Κορίτσι ακόμη, ονειρεύτηκε (καθώς είπαν στην Τάιμ)
πως βρισκόταν γυμνή σε μια εκκλησία,
μπροστά σε ένα γονατισμένο πλήθος με τα κεφάλια στο πάτωμα,
και πως έπρεπε στις μύτες να πατά για να μην πατά κεφάλια.
Εσύ γνωρίζεις τα όνειρά μας καλύτερα από τους ψυχιάτρους.
Εκκλησία, σπίτι, σπηλιά δηλώνουν την ασφάλεια της μητρικής αγκαλιάς
και κάτι ακόμη παραπάνω...
Τα κεφάλια δηλώνουν θαυμαστές, προφανές
(το πλήθος κεφαλών στο σκοτάδι κάτω από δέσμη φωτός).
Όμως ο ναός δεν είναι τα στούντιο της Φοξ.
Ο ναός –από μάρμαρο και χρυσό– είναι ο ναός του σώματός της,
όπου βρίσκεται ο Υιός του ανθρώπου με μαστίγιο στο χέρι,
διώχνοντας της Φοξ τους εμπόρους
που μετέτρεψαν τον Οίκο σου σε σπήλαιο ληστών.

Κύριε,
σε αυτόν το μολυσμένο κόσμο
από αμαρτήματα και ραδιενέργεια
Εσύ δεν θα κρίνεις ένοχη μια υπάλληλο καταστήματος
που σαν κάθε υπάλληλο καταστήματος
ονειρεύτηκε να γίνει αστέρας του σινεμά
και το όνειρό της έγινε πραγματικότητα
(έστω η πραγματικότητα του τεχνικολόρ).
Εκείνη απλώς ερμήνευσε το ρόλο που της δώσαμε. ―
Το ρόλο της δικής μας ζωής. ― Ένα ρόλο παράλογο.
Συγχώρησέ την, Κύριε, και συγχώρησε κι εμάς
για τη δική μας Φοξ,
για αυτή την άλλη υπερπαραγωγή όπου συμμετείχαμε.
Πεινούσε για αγάπη και της δώσαμε ηρεμιστικά.
Την έθλιβε η ανθρώπινη κατάσταση και της συστήσαμε ψυχανάλυση.
Θυμήσου, Κύριε, την  αυξανόμενη φρίκη της μπροστά στην κάμερα,
την απέχθεια για το μακιγιάζ επιμένοντας να μακιγιάρεται σε κάθε σκηνή–
και τον τρόμο της που μεγάλωνε
και την καθυστέρηση στα στούντιο που μεγάλωνε.

Σαν κάθε υπάλληλο καταστήματος
ονειρεύτηκε να γίνει αστέρας του σινεμά.
Και η ζωή της ήταν ψεύτικη, σαν το όνειρο που ο ψυχίατρος
ερμηνεύει και αναλύει.

Οι έρωτές της ήταν φιλί με τα μάτια κλειστά
που σαν άνοιγαν ανακάλυπταν το φως προβολέων.
Σβήνουν οι προβολείς, οι τοίχοι γκρεμίζονται
(πώς αλλιώς αφού είναι σκηνικό; )
ενώ ο σκηνοθέτης απομακρύνεται με το ντοσιέ του ―
η λήψη ολοκληρώθηκε.
Ή σαν ένα ταξίδι με γιωτ, ένα φιλί στη Σιγκαπούρη, ένα χορό στο Ρίο,
την πρόσκληση στην έπαυλη του δούκα και της δούκισσας του Γουίντσορ,
όλα ορατά στη σάλα του άθλιου διαμερίσματος.

Η ταινία τελείωσε δίχως το φιλί του τέλους.
Την εντόπισαν νεκρή στο κρεβάτι της με το χέρι στο τηλέφωνο.
Οι ντετέκτιβς αγνοούσαν ποιον θα καλούσε.
Έμοιαζε με εκείνον που καλεί τον αριθμό της μοναδικής φιλικής φωνής
μοναχά για ν’ ακούσει να του λένε: Λάθος αριθμός.
Ή σαν εκείνον που, πληγωμένος από τους γκάγκστερς,
απλώνει το χέρι προς ένα τηλέφωνο αποσυνδεμένο.

Κύριε:
Όποιος και να ήταν εκείνος που θα καλούσε στο τηλέφωνο
και δεν πρόλαβε να καλέσει (ίσως και να μην ήταν κανείς ή να ήταν
κάποιος που το τηλέφωνό του δεν υπάρχει στον κατάλογο του Λος Άντζελες)
απάντησε Εσύ στην κλήση!


 Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη 

Πρώτη δημοσίευση: Ποιήματα του Ερνέστο Καρντενάλ, περιοδικό "Το κοράλλι", τεύχος 16, Ιανουάριος-Μάρτιος 2018

Ο Γιάννης Πατίλης και τα κολίμπρια της γραφής*

patilis-giannis-02



της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Εσύ κοιμάσαι
Και μένα το φεγγάρι
Με κοροϊδεύει

Γ. ΠΑΤΙΛΗΣ, Εικόνες από μια νέα
 
Συναντώντας κανείς σήμερα τον Γιάννη Πατίλη, αντικρίζει έναν ευγενή, μειλίχιο άνθρωπο, με γλυκό χαμόγελο. Μόνο εκείνοι που θα προσέξουν την απροειδοποίητη αστραπή μες στο βλέμμα του ίσως κατορθώσουν να ψυχανεμιστούν το ακαταλάγιαστο πνεύμα που ανέκαθεν ασφυκτιούσε στη στενότητα της μονάδας, αποζητώντας τη λύτρωση στο πλήθος των ειδών και οδών δημιουργίας.

Είναι το πνεύμα του απερχόμενου καθηγητή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ισόβιου φιλολόγου, του ποιητή και δοκιμιογράφου, του συνεκδότη λογοτεχνικών περιοδικών και του επί τριακονταετίας εκδότη και διευθυντή του Πλανόδιου, του ανθρώπου εκείνου που, όχι μόνο προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα του διαδικτύου, αλλά και το χρησιμοποίησε προκειμένου να πρωτοπορήσει στον τομέα του μικροδιηγήματος στον ελληνικό χώρο. Πάνω και πέρα απ’ όλα όμως, πρόκειται για τον-απαλλαγμένο από τη συνήθη μικρότητα-πνευματικό άνθρωπο που, με τα αισθητήρια όργανά του σε εγρήγορση, απλόχερα παραχωρεί έδαφος σε κάθε νέα και νεαρή δημιουργική φωνή, ώστε, εφόσον το αξίζει –και σε αυτό ο Πατίλης παρέμεινε αμετακίνητος–, να ριζώσει.

Τον Πατίλη είχα την αγαθή τύχη να τον γνωρίσω το 2010, ως νεαρή τότε μεταφράστρια, άρτι αφιχθείσα στην Αθήνα από τη Χαϊδελβέργη, όπου –κατά τρόπο ειρωνικό ή διορθωτικό– με επέστρεψε η ζωή. Εκείνον τον καιρό ο Πατίλης έστηνε μαζί με τη ζωγράφο και ποιήτρια Ηρώ Νικοπούλου το ιστολόγιο Ιστορίες Μπονζάι, ως αποκλειστική πλατφόρμα μικροδιηγήματος και αναζητούσε συνεργάτες που θα ήταν πρόθυμοι να στηρίξουν το εγχείρημα. Σήμερα, η ηλεκτρονική αυτή σελίδα έχει οδηγήσει μέχρι στιγμής σε τέσσερις έντυπες ανθολογίες, παντρεύοντας την παραδοσιακή, έντυπη έκφραση, με την μοντέρνα, διαδικτυακή. Παραμένει δε ανεκτίμητη πλατφόρμα διαλόγου και ανταλλαγής, καθώς ελληνικά μικροδιηγήματα μεταφράζονται σε ξένες γλώσσες κι αντιστρόφως. Αυτό που μου είχε προκαλέσει τότε μεγάλη εντύπωση, ήταν η ευσυνειδησία, η υπευθυνότητα και η ευαισθησία, με τις οποίες ο Πατίλης αντιμετώπιζε το νέο αυτό μέσο, το οποίο –αντιθέτως– δε διακρίνεται για την προσοχή στις λεπτομέρειες. Το γεγονός ότι ήμουν και η ίδια διαχειρίστρια ιστολογίου (κοινώς, μπλόγκερ), βοήθησε να γίνει ένας ουσιαστικός διάλογος που δεν αφορούσε μόνο το τεχνικό κομμάτι, αλλά κυρίως τα θέματα του αναγνωστικού κοινού, των συμμετεχόντων, του είδους της επιδιωκόμενης επικοινωνίας και συνδιάλεξης, των απαιτήσεων του μέσου, ακόμη και της ίδιας της αναγκαιότητας ή μη του εγχειρήματος. Από την πρώτη εκείνη κουβέντα, καλούμενη να απαντήσω σε ερωτήματα, τα οποία δεν με είχαν πολυαπασχολήσει κατά τη δημιουργία του δικού μου ιστολογίου (και ας είχε παραπλήσιο στόχο και συναφές περιεχόμενο), είδα να ορθώνεται μπροστά μου η τεράστια εμπειρία ενός ανθρώπου που σμιλευόταν εδώ και δεκαετίες στο χώρο των εκδόσεων και του οποίου η βαθειά γνώση στο μετερίζι του έντυπου περιοδικού, όχι μόνο δεν τον εμπόδιζε στην ενασχόληση με το νέο αυτό μέσο, αλλά προσέφερε και ό,τι θετικό είχε να προσφέρει.
Τότε, γνώριζα επίσης το Πλανόδιον, αλλά αγνοούσα ότι η πορεία του Πατίλη στον έντυπο περιοδικό τύπο ούτε είχε ξεκινήσει το 1986, με την έναρξη κυκλοφορίας του, ούτε είχε εξαντληθεί σε αυτό. Αντιθέτως, είχε προηγηθεί μια περίοδος εντονότατης αναζήτησης, κατά την οποία ο Πατίλης είχε επιχειρήσει την από κοινού ίδρυση και έκδοση των περιοδικών Το δέντρο, Κριτική και κείμενα και Νήσος. Σήμερα, διαθέτοντας την παρακαταθήκη των 52 τευχών και 12 τόμων του Πλανόδιου από τα 26 χρόνια αδιάλειπτης κυκλοφορίας του ως έντυπου περιοδικού, μπορεί κανείς να κατανοήσει το λόγο που ο ιδρυτής και εκδότης του αποχώρησε από προηγούμενες απόπειρες του είδους. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι ο Πατίλης δόθηκε στο Πλανόδιον ψυχή τε και σώματι, και μάλιστα με την κυριολεκτική έννοια της φράσης. Είναι από τους λίγους -τους ελάχιστους- του χώρου που, όχι μόνο ασχολήθηκε προσωπικά με την επιλογή και τη διαμόρφωση του περιεχομένου του περιοδικού, αλλά καταγίνηκε με το ίδιο πάθος –ως λάτρης της παραδοσιακής τυπογραφίας και θιασώτης του ιστορικού τονισμού– με την απτή, υλική υπόσταση του εντύπου, από τη μελετημένη χρήση γραμματοσειράς, αρχιγραμμάτων και κοσμημάτων μεταξύ των κειμένων, μέχρι τη σελιδοποίηση και την επιλογή χαρτιού εκτύπωσης. Πρόκειται για μια εξαιρετικά απαιτητική εργασία, για την οποία δεν διαθέτει κανείς εύκολα την υπομονή, την επιμονή, το μεράκι και τη μαστοριά που αποδεδειγμένα κατέθεσε ο Πατίλης στο Πλανόδιον. Και όμως, ο Πατίλης δεν επένδυσε στο περιοδικό αυτό μόνο το «τεχνικό» του know-how, αλλά και το ανθρώπινο.

Πολύ πριν ασχοληθώ με τις μεταποικιοκρατικές σπουδές (postcolonial studies) και τις –όπως έχουν αποδοθεί– «σπουδές των υποδεέστερων» (subaltern studies), με τις οποίες ασχολούμαι σήμερα, έχοντας πλέον αποκτήσει ένα θεωρητικό υπόβαθρο για να μπορώ να το κρίνω, το Πλανόδιον υπήρξε βήμα αξιοζήλευτο – όχι επειδή ήδη στο 16ο τεύχος του ασχολήθηκε με τον Σαΐντ. Στο Πλανόδιον βρήκαν βήμα τόσο άνδρες, όσο και γυναίκες, τόσο καταξιωμένες φωνές της σύγχρονης ελληνικής διανόησης, όσο και αναδυόμενες, τόσο η (νεο)ελληνική σκέψη, όσο και η εκτός των συνόρων (και όχι απαραιτήτως εισαγόμενη). Εδώ ακριβώς είναι που ξεχώριζε το Πλανόδιον: στις σελίδες του υπήρχε πάντα χώρος για εκείνην/ον που κατάφερνε με το λόγο της/του να κερδίσει το ενδιαφέρον του απαιτητικού εκδότη, γεγονός που καθιστούσε την ειλικρίνεια της φωνής το υπ’ αριθμόν ένα κριτήριο επιλογής – όχι το ‘‘όνομα’’ ή τις συστάσεις, όπως ίσχυε αλλού. Αυτό το μάθημα, μέσω του δικού του, συνεπούς παραδείγματος, ο Πατίλης το έδωσε όχι μόνο σε μένα, αλλά σε όλους, όσοι επιλέγουν να το λάβουν υπόψη τους και να το ακολουθήσουν. Θυμάμαι πόσο σημαντικό ήταν και για τον Κωνσταντίνο Πουλή, στις συζητήσεις μας για τη διαμόρφωση του Νέου Πλανόδιου.

Έχοντας γνωρίσει τον Πατίλη ως εκδότη του Πλανόδιου και συνδιαχειριστή στις Ιστορίες Μπονζάι, συνέχισα το μακρύ ταξίδι της γνωριμίας μου με αυτήν την πολυσχιδή προσωπικότητα μέσα από την ποίηση που έγραψε. Με εξέπληξε το πρόσωπο του ποιητή Πατίλη, τόσο του νεότερου, όσο και του ύστερου. Με κέρδισε ευθύς αμέσως η διεισδυτική κριτική ματιά του, η –κάθε άλλο παρά αφ’ υψηλού– ειρωνεία του και ο έντονα σατιρικός, καυστικός του τόνος, τον οποίο ένιωθα να υποβόσκει ακόμη και στα πιο «μετριοπαθή» του ποιήματα. Έβλεπα εκείνη τη ζωηρή σπίθα στο μάτι του δημιουργού, ακόμη και την ώρα που τοποθετούσε στο χαρτί τις απαλότερες των λέξεων. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέχθηκε το συγκεκριμένο χάικου ως μότο του παρόντος κειμένου. Ναι μεν παρουσιάστηκε στο αναγνωστικό κοινό ως κρίκος ενός συνόλου «ερωτικών» χάικου, αλλά μπορεί να διαβαστεί με τρόπο πολύ διαφορετικό και έτσι χρησιμοποιήθηκε εδώ. Ο Πατίλης δεν ξέρει μόνο να σατιρίζει, αλλά και να αυτοσαρκάζεται, ακόμη και όταν είναι ένας από τους λίγους που παραμένουν ξυπνητοί. Χαρακτηριστική ήταν η αντίδρασή του, όταν, σε εκδήλωση του Κύκλου Ποιητών το 2014, του εκμυστηρεύτηκα τον ενδοιασμό μου να απαγγείλω το ποίημά μου «Ίσως να γίνομαι άδικη, δεν το αποκλείω», δίνοντάς του να διαβάσει τον σατιρικό μου λίβελο εναντίον των ποιητών με τον εξιλεωτικό τίτλο. «Αυτό έπρεπε να διαβάσεις!» αναφώνησε, αλλά –καλώς ή κακώς– ήταν πλέον αργά.
Μία ακόμη έκπληξη, ανάμεικτη με μπόλικο θαυμασμό, ήταν εκείνη που ένιωσα μαθαίνοντας για την άρνηση του Πατίλη το 2012 να δεχτεί το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας ως «τιμητική διάκριση για τη συμβολή του στη νεοελληνική λογοτεχνία». Συνεπής –και πάλι– στα πιστεύω του, είχε δηλώσει:

Είναι γνωστή από πολλά χρόνια τώρα η θέση μου για τα λογοτεχνικά βραβεία και τις σχετικές τιμητικές διακρίσεις. Για λόγους θεωρητικούς, παιδαγωγικούς και σε πολλές περιπτώσεις ηθικούς, είμαι αντίθετος με κάθε βραβείο που απονέμεται σε μη μετρήσιμες αντικειμενικώς αξίες, όπως είναι οι καλλιτεχνικές. Το καλλιτεχνικό έργο (και ως τέτοιο θεωρώ διασταλτικά και την εργασία μου στο Πλανόδιον) μπορεί να το κρίνει μόνο το πρόσωπο και όχι ο θεσμός, γιατί μόνο το πρόσωπο μπορεί να επικοινωνήσει με το έργο. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχτώ την παραπάνω «τιμητική διάκριση» του Υπουργείου.

Κατόπιν όλων αυτών, θα κατανοεί ίσως ο αναγνώστης του παρόντος κειμένου –και ο ίδιος ο Πατίλης που το είχε απορία– γιατί τον συσχετίζω με τον άλλο σπάνιο του είδους, τον Δημήτρη Αρμάο, όταν μιλώ για «πνευματικούς πατέρες». Τον Αρμάο τον έχασα –τον χάσαμε όλοι– πρόωρα, πριν προλάβω να μάθω όσα θα ήθελα από την αστείρευτη γνώση, εμπειρία και ανθρωπιά του – όχι ότι η γνώση έχει τέλος ή ότι αρκεί μια ζωή. Από τον Πατίλη έμαθα όσα ενδεικτικά κατέθεσα εδώ, με αυτά τα «κολίμπρια της Γραφής»*, και πολλά άλλα﮲ όμως, συγκριτικά με όσα έχει προσφέρει, δεν έχω μάθει ακόμη τίποτε.
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ


* Η φράση από το ποίημα του Πατίλη «Calibri. Ωδή σε μια γραμματοσειρά» (Αποδρομή του αλκοόλ, Ύψιλον 2012).
 
 

6/5/18

Συνέντευξη της Ελένας Πονιατόφσκα με την Ανχέλικα Λόπες Γκάνταρα (μτφρ. Έλενα Σταγκουράκη)


 
ΕΛΕΝΑ ΠΟΝΙΑΤΟΦΣΚΑ ΑΜΟΡ: Η επαναστάτρια πριγκίπισσα

Της Ανχέλικα Λόπες Γκάνταρα (μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη)

Γυναίκα των έξι ονομάτων και των περισσότερων από σαράντα βιβλίων, κάτοχος σειράς βραβείων, με αποκορύφωμα τη σπουδαιότερη διάκριση για την ισπανόφωνη λογοτεχνία, το Βραβείο Θερβάντες το 2013, γενναιόδωρη, χαμογελαστή, ένοικος ενός σπιτιού γεμάτου βιβλία απ’ το δάπεδο ως την οροφή, ένας θηλυκός Δον Κιχώτης με τη διάνοια όμως ακέραιη: η Ελέν Ελίζαμπεθ Λουίζ Αμελί Πάουλα Ντολόρες, κόρη του Πολωνού πρίγκιπα Ζαν Ε. Πονιατόφσκι και της Πάουλας, της Μεξικανής που της χάρισε το καλύτερο δυνατό επίθετο: Αμόρ (έρωτας).

Η Ελένα Πονιατόφσκα Αμόρ γεννήθηκε στο Παρίσι και βρέθηκε στο Μεξικό σε ηλικία δέκα ετών, αφού η οικογένειά της κατέφυγε εκεί προκειμένου να γλιτώσει από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια συγγραφέας που, όντας η ίδια πριγκίπισσα, ενδιαφερόταν ακόμη και για την πνευματική υπεροχή των γάτων της, φροντίζοντας γι’ αυτό να τους δώσει τους τίτλους Μόνσι και Βάις, προς τιμήν του φίλου της Κάρλος Μονσιβάις. Προτίμησε ωστόσο να γίνει επαναστάτρια, παρά μία ακόμη από τις πριγκίπισσες της αυλής όπως θα περίμενε κανείς.

Η Πονιατόφσκα είναι αριστερή συγγραφέας και δημοσιογράφος, μια γυναίκα που ξέρει να στρέφει το βλέμμα της χαμηλά, στους φτωχούς, και ας παντρεύτηκε κάποιον που κοίταζε ψηλά, έχοντας τα μάτια του κολλημένα στον ουρανό: τον Μεξικανό αστρονόμο Γκιγιέρμο Άρο (1913-1988). Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά, τον Εμμανουέλ, τον Φελίπε και την Πάουλα.

Συνεπής στο ραντεβού, έφτασα στο σπίτι της στο Τσιμαλιστάκ, στην πόλη του Μεξικού. Ήταν μια γλυκιά Δευτέρα και σκόπευα να ρωτήσω τη συνομιλήτριά μου για τα πάντα. Την πόρτα μού άνοιξε η Μαρτίνα, η βοηθός της, και πέρασα σ’ έναν κήπο με ιακαράνδεις και βοκαμβίλιες. Είδα τον Σάντοου, το μαύρο λαμπραντόρ με το ζεστό βλέμμα, απλωμένο σ’ ένα παγκάκι. Με ένα «η κυρία κατεβαίνει», η Μαρτίνα με άφησε να περιμένω στη σάλα. Η γυναίκα που έγραψε Τα λόγια του δέντρου κατέφθασε πολύ γλυκιά κι ευγενική. Συζητήσαμε υπό το άγρυπνο βλέμμα του Μόνσι και του Βάις που έκοβαν βόλτες πότε ανάμεσα στα πόδια μας και πότε στα νώτα μας. Τη ρώτησα:

─ Ποια η άποψή σας για τη σημερινή δημοσιογραφία στο Μεξικό;
 ─ Προσωπικά, ανέκαθεν συνεργαζόμουν με ανεξάρτητα κι αγωνιστικά έντυπα, όπως Η εργάσιμος (La Jornada) και η Διαδικασία (Proceso). Πάντοτε έγραφα άρθρα αντιδραστικού χαρακτήρα. Τα θεωρούσα μέσο συμμετοχής και διαμαρτυρίας.

─ Θεωρείτε ότι η δημοσιογραφία στο Μεξικό βρίσκεται στο σωστό δρόμο, συνεισφέρει πραγματικά στην κοινωνία;
─ Η δημοσιογραφία, την οποία εγώ πρεσβεύω, αναμφίβολα. Υπάρχει βέβαια και η άλλη, εκείνη που πράττει πάντοτε το ίδιο και δεν είναι παρά μία ακόμη επιχείρηση ανθρώπων που προστατεύουν τα οικονομικά τους συμφέροντα.

─ Πώς μπορεί κατά τη γνώμη σας να προστατευτεί ο δημοσιογράφος προκειμένου να μην αποτελέσει είδηση ο ίδιος, είτε παραιτούμενος (λόγω λογοκρισίας) είτε –στη χειρότερη των περιπτώσεων– λόγω δολοφονίας του;
Όντως, πολύ πρόσφατα δολοφόνησαν τον Ρουμπέν Εσπινόσα μαζί με τέσσερις γυναίκες, γεγονός που μας εξόργισε όλους. Το Μεξικό είναι η χώρα με τις περισσότερες δολοφονίες δημοσιογράφων. Είναι απαράδεκτος ο αριθμός των δημοσιογράφων που πεθαίνουν απλά και μόνο επειδή κάνουν τη δουλειά τους. Το κράτος θα όφειλε να τους παρέχει εγγυήσεις, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Αυτό θα προϋπέθετε βέβαια ένα μη διεφθαρμένο κράτος. Η προστασία των δημοσιογράφων θα ήταν δυνατή μόνο σε ένα δημοκρατικό κράτος που αποδέχεται την κριτική, κάτι που προφανώς δεν ισχύει στην περίπτωση του Μεξικού, αφού τα έντυπα που ασκούν κριτική εδώ υφίστανται πάμπολλες διώξεις.

─ Κατά τη γνώμη σας, έχουμε σημειώσει πρόοδο όσον αφορά την ελευθερία της έκφρασης;
─ Τη στιγμή που δολοφονούνται ολοένα περισσότεροι δημοσιογράφοι, πολύ δύσκολα μπορεί να γίνεται λόγος για ελευθερία της έκφρασης.

─ Έχει σβηστεί από τη συλλογική μνήμη η 2α Οκτωβρίου[1];
─ Όχι, γίνεται πολύς λόγος για τις 2 του Οκτώβρη. Οι σημερινοί πολιτικοί μιλούν ευχαρίστως για το ’68, αφού δε φέρουν οι ίδιοι ανάμειξη κι ευθύνη. Αντιθέτως, δε λένε κουβέντα για τους 43 φοιτητές της Αγιοτσινάπα που δολοφονήθηκαν το 2014[2]. Γαντζώνονται στο παρελθόν για να μην χρειαστεί να μιλήσουν για το παρόν.

─ Πώς γίνατε από πριγκίπισσα η επαναστάτρια που όλοι φωνάζουν «η κόκκινη πριγκίπισσα»; Πώς και ταχθήκατε με το μέρος της αριστεράς;
─ Θεωρώ ότι καταλυτικό ρόλο έπαιξε το επάγγελμά μου. Ως δημοσιογράφος μπόρεσα να κάνω πολλά ρεπορτάζ για τη ζωή του απλού κόσμου και να έχω πρόσβαση σε περιβάλλοντα που δεν θα είχα με άλλη ιδιότητα. Έτσι μπόρεσα να αποκτήσω συναίσθηση πολλών πραγμάτων, όπως και τη διάθεση της ενεργούς συμμετοχής, τα οποία εξακολουθώ να καλλιεργώ.

─ Στην αρχή της πορείας σας είχατε συναντήσει την Χοσεφίνα Μπόρκες.
─ Ναι, πρόκειται για την πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματός μου Ώσπου να μη σε βλέπω πια, Χεσούς. Ήταν γυναίκα της Επανάστασης, μια αντάρτισσα που μου διηγήθηκε τη ζωή της.

─ Μήπως η δουλειά σας πλάι στον ανθρωπολόγο Όσκαρ Λιούις σας επηρέασε ώστε να πλησιάσετε τους φτωχούς;
─ Όχι, δούλεψα ένα μήνα με τον Όσκαρ Λιούις, αλλά δεν με επηρέασε γιατί τότε δεν έγραφα ακόμη. Διάβασα όμως τα βιβλία του, Τα τέκνα των Σάντσες και Πέδρο Μαρτίνες, το οποίο αναφερόταν σε έναν χωρικό στο Τεποτσλάν που ήρθε να ζήσει στην πόλη του Μεξικού κοντά στη φυλακή Λεκουμπέρι.

─ Στο μυθιστόρημά σας Το δέρμα του ουρανού καταγγέλλετε τις δυσκολίες της επιστημονικής προόδου στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Κατά πόσο σας επηρέασε η εργασία του συζύγου σας;
─ Το δέρμα του ουρανού είναι μυθιστόρημα, αλλά όταν κυκλοφόρησε όλοι με ρωτούσαν αν το είχα γράψει για το σύζυγό μου. Δεν είναι όμως έτσι. Γι’ αυτό και έγραψα τη βιογραφία του Γκιγιέρμο Άρο, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, την οποία εξέδωσαν οι Εκδόσεις Πλανήτης με τον τίτλο Το σύμπαν ή τίποτα. Μία από τις πιο γενναίες πράξεις του ήταν να προωθεί τη μεξικανική επιστήμη και να στέλνει πολλούς νέους σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να παρέχονται περισσότεροι πόροι εις όφελος της επιστήμης, αντί να πλουτίζουν οι πολιτικοί. Δεν υπάρχει κανένας λόγος ώστε ένας πολιτικός στο τέλος της θητείας του να είναι εκατομμυριούχος.

─ Ποια η άποψή σας για τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή στο Μεξικό;
─ Θεωρώ ότι είναι σε γενικές γραμμές πολύ κατώτερη σε σύγκριση με το παρελθόν, κάτι που δεν ισχύει μόνο για τη λογοτεχνία, αλλά και γενικά. Δεν υπάρχει ένας Ντιέγο Ριβέρα, ένας Κλεμέντε Ορόσκο, ένας Νταβίντ Αλφάρο Σικιέιρος[3], ένας Χουάν Ρούλφο[4], μια Φρίντα Κάλο, ένας Κάρλος Φουέντες, ένας Οκτάβιο Πας, ένας Χάιμε Σαμπίνες, ένας Κάρλος Μονσιβάις[5]… Βέβαια, μπορεί από τη νέα γενιά να αναδειχτούν σπουδαία ταλέντα. Δεν έχουμε, παρά να περιμένουμε.

─ Ποια απ’ όλες τις γυναίκες λογοτέχνες εκτιμάτε περισσότερο;
─ Θεωρώ πολύ σημαντικές τη Ροζάριο Καστεγιάνος και την Ελένα Γκάρρο, σίγουρα όμως η σπουδαιότερη όλων σε ολόκληρη τη λατινοαμερικανική  ήπειρο είναι η Σορ Χουάνα Ινές ντε λα Κρους.

─ Τι θα μπορούσατε να μας πείτε για το λογοτεχνικό εργαστήρι που διευθύνετε;
─ Ναι, διήρκεσε πολύ περισσότερο απ’ ό, τι πιστεύαμε, συνεχίστηκε για χρόνια ολόκληρα. Διήρκεσε περισσότερα από 30 χρόνια στο σπίτι της Αλίσιας Τρουέμπα, η οποία το κατασκεύασε ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό, προσθέτοντας μάλιστα μια σκηνή, καθώς της αρέσει πολύ η αναπαράσταση. Αρκετές από τις γυναίκες που έρχονταν στο εργαστήριο κέρδισαν σημαντικά βραβεία, όπως η Ρόζα Νισάν, η Γουδαλούπε Λοαέσα, η Σύλβια Μολίνα και η Όλγα ντε Χουάμπελς που διευθύνει τον Αιώνα του Τορρεόν. Εξαιρετική η Όλγα. Γυναίκα που αποπνέει σιγουριά, προοδευτική, όμορφη και κομψή. Ο πατέρας της ο Δον Αντώνιο ήταν πολύ περήφανος για εκείνην. Την άκουγε μαγεμένος και φούσκωνε από υπερηφάνεια για την ομορφιά, τη χαρά και την εξυπνάδα της. Το κατάλαβα όταν βρέθηκα δυο φορές στο σπίτι τους στο Τορρεόν, καλεσμένη για φαγητό. Έφαγα με εκείνον και τη γυναίκα του και μας μιλούσε κατευχαριστημένος για την Όλγα. Και εκείνη τώρα είναι περήφανη για την εφημερίδα της.

─ Ποια είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση και ποια η μεγαλύτερη ανησυχία σας;
Η μεγαλύτερη ικανοποίηση ήταν το βραβείο Θερβάντες, το οποίο θεωρείται το Νομπέλ της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Μου έδωσε μεγάλη χαρά. Εξίσου με χαροποιεί η σχέση μου με τον κόσμο. Λαμβάνω τόση θέρμη. Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι η υγεία μου, γιατί δίχως αυτήν δεν μπορώ να εργαστώ. Δεν προσέχω και όσο θα ’πρεπε.
Συνεχίσαμε τη συζήτησή μας για λίγο πίνοντας τσάι. Ύστερα είπα μια ανοησία, την οποία προσπάθησα να καλύψω αστειευόμενη: «Θέλω να σας εντυπωσιάσω». Η Μαρτίνα, τελώντας πλέον χρέη φωτογράφου, έσπευσε να αποκριθεί: «Εμάς τίποτε δεν μας εντυπωσιάζει». Εμένα, αντιθέτως, η συγγραφέας της Νύχτας του Τλατελόλκο με είχε εντυπωσιάσει βαθιά.
Μεξικό, 17 Αυγούστου 2015


[1] 2 Οκτωβρίου 1968: Ο Μεξικανικός Μάης του ’68.
[2] Φοιτητές που ‘εξαφανίστηκαν’ στις 27 Σεπτεμβρίου 2014
[3] Ριβέρα, Ορόσκο, Σικιέιρος: Σπουδαίοι Μεξικανοί ζωγράφοι, φημισμένοι για τις τοιχογραφίες τους.
[4] Χουάν Ρούλφο: Μεξικανός συγγραφέας και φωτογράφος.
[5] Κάρλος Μονσιβάις: Μεξικανός συγγραφέας, δημοσιογράφος, ακτιβιστής.




 Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Το κοράλλι", τεύχος 9 (Απρίλιος-Ιούνιος 2016)