JAIME SABINES







Όλες οι μεταφράσεις ποιημάτων του Χάιμε Σαμπίνες στην παρούσα σελίδα του ιστολογίου ανήκουν στην 

Έλενα Σταγκουράκη 

και έχουν δημοσιευτεί σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή 




Προσεχώς ανθολογία της ποίησης του Χάιμε Σαμπίνες
σε μετάφραση Έλενας Σταγκουράκη


**************************************************


Δημοσιευμένες εργασίες για τον Χάιμε Σαμπίνες και την ποίησή του:


1. "Η πολιτική ποίηση του Χάιμε Σαμπίνες - Ο ποιητής των πολλών"
     (περιοδικό Κοράλλι -υπό διεύθυνση Κ. Χατζηαντωνίου)

2. "Η ερωτική ποίηση του Χάιμε Σαμπίνες"
     (περιοδικό Poetix, τεύχος 14, φθινόπωρο-χειμώνας 2015)


***********************************************************


ΕΙΣΑΓΩΓΗ*


Ο Χάιμε Σαμπίνες, αν και κάτοχος της φράσης «δεν θέλω να πείσω κανέναν και για τίποτε», ανήκε στους πεπεισμένους εκείνους συγγραφείς που πρέσβευαν πως η ποίηση αποτελεί συναίσθημα και ότι αποστολή του ποιητή είναι η μετάδοση συναισθημάτων μέσω της ποιητικής καθαρότητας. «Δεν έχει κανένα νόημα να κρύβεσαι πίσω από μάσκες»: πρέπει να αντιμετωπίσεις ό,τι φέρνει η ζωή και ό,τι παίρνει ο θάνατος, δίχως να χάσει ο στίχος τον παρθενικό φόβο της πραγμάτευσης αυτών των αιώνιων θεμάτων της ποίησης. Το δίχως άλλο, στα περισσότερα από τριάντα χρόνια ποιητικής προσφοράς του, απέδειξε στο κοινό πως όπου υπάρχει ζωή, υπάρχει και ποίηση.

Ο Σαμπίνες γεννήθηκε το 1926 στην πολιτεία Τσιάπας, στα νοτιοανατολικά του Μεξικού και απεβίωσε την τελευταία χρονιά του 20ου αιώνα στην πόλη του Μεξικού, αφήνοντάς μας μια λογοτεχνική παρακαταθήκη που λίγοι αναλόγως ισπανόφωνοι αναγνώστες κατόρθωσαν να ανακαλύψουν. Σε πολλές περιπτώσεις, τα βιβλία του δεν πέρασαν τα μεξικανικά σύνορα, παρόλο που –όπως είχε πει ο Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο– πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους Μεξικανούς ποιητές που πραγματικά δημιούργησαν έργο και του οποίου συνθέσεις, πέραν πάσης αμφιβολίας, ανήκουν στις καλύτερες της ισπανικής γλώσσας.

Ανήκοντας στην ονομαζόμενη «μεξικανική γενιά των μέσων του αιώνα» ή «γενιά του ’50», ο Σαμπίνες δεν υπήρξε φίλος λογοτεχνικών κύκλων και διάφορων ομάδων διανοουμένων. Το όνομά του, βάσει ηλικίας, συναναστροφών και χρονολογίας έκδοσης των έργων του, συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων του Αλί Τσουμασέρο, του Ρουμπέν Μπονιφάς Νούνιο, του Χεσούς Αρεγιάνο, του Μιγέλ Γκουαρδία και του Χάιμε Γκαρσία Τερρέρ. Από κοινού με τους συντρόφους του, ο Σαμπίνες προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από τους ποιητές του ’20 και του ’30, τους ονομαζόμενους «Σύγχρονους», οι οποίοι είχαν επικρατήσει με τον φορμαλιστικό διανοουμενισμό τους στα μεξικανικά γράμματα. Ο ποιητής της Τσιάπας, με την απλότητα και ευθύτητα της έκφρασής του μέσα από στίχους ξεκάθαρους και ευθείς, δημιούργησε μια ποιητική που άλλοτε εξύψωνε και άλλοτε επέκρινε τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής, αναμειγνύοντας ανεμπόδιστα το διονυσιακό στοιχείο με το απολλώνιο, αν και προπάντων επικεντρωνόταν στο πρώτο.

Βασικό κίνητρο του Σαμπίνες ήταν η έντονη ανάγκη έκφρασης, όπως συνέβαινε και με πολλούς άλλους Λατινοαμερικανούς ποιητές τη δεκαετία του ’60. Ωστόσο, αυτό που τον διακρίνει για την πρωτοπορία του είναι ότι προηγήθηκε των υπολοίπων, δημιουργώντας μια ποίηση γυμνή από περιστροφές και τρέφοντας την πεποίθηση πως η καθομιλουμένη είναι η κατάλληλη γλώσσα για να εκφράσει τη σκέψη του και την πραγματικότητα.

Ο εξπρεσιονιστής ποιητής Χάιμε Σαμπίνες μάς άφησε για παρακαταθήκη στίχους γεμάτους έρωτα –κάποτε πικρό–, χρησιμοποιώντας τον ως μέσο αντιμετώπισης του θανάτου. Κατόρθωνε, έτσι, να υπογραμμίσει την αδυναμία του ανθρώπου σε αυτόν τον κόσμο.

Πηγή: «Χάιμε Σαμπίνες: Μεταξύ πρόκλησης και σκεπτικισμού» της Κάρμεν Αλεμάνυ Μπάυ

_______________________________



ΠΟΙΗΜΑΤΑ


1. Το κορμί σου πλάι μου (Tu cuerpo está a mi lado)
Το κορμί σου πλάι μου,
εύκολο, γλυκό, σιωπηλό.
Το κεφάλι σου στο στήθος μου μετανιώνει
με τα μάτια κλειστά
κι εγώ σε κοιτάζω και καπνίζω
και τα μαλλιά σου χαϊδεύω, ερωτευμένος.
Αυτή η θνητή τρυφεράδα που αποσιωπώ
σε αγκαλιάζει καθώς εγώ
τα χέρια μου έχω ακίνητα.
Κοιτάζω το κορμί μου, το μυ
όπου η κούρασή σου ξαποσταίνει,
το απαλό σου στήθος, κρυμμένο και πιεσμένο,
και τη σιγανή και ισχνή αναπνοή της κοιλιάς σου
δίχως τα χείλη μου.
Χαμηλόφωνα σου μιλώ
για πράγματα που κάθε τόσο εφευρίσκω
και απομένω μόνος μου, θλιμμένος,
και σε φιλώ σαν να ήσουν πορτρέτο.
Εσύ, δίχως λέξη, με κοιτάζεις,
πάνω μου κουρνιάζεις
και κλαις ένα κλάμα δίχως δάκρυα,
δίχως μάτια και φόβο.
Και εγώ πιάνω πάλι να καπνίσω,
ενώ τα πράγματα ακούν όσα δεν λέμε.




2. Δεν είναι ότι πεθαίνω από έρωτα (No es que muera de amor)…
Δεν είναι ότι πεθαίνω από έρωτα, πεθαίνω από σένα.
Από σένα πεθαίνω, αγάπη μου, και από έρωτα για σένα,
από δική μου επείγουσα ανάγκη, από το δέρμα μου για σένα,
από την ψυχή μου για σένα και από το στόμα μου
και από το πόσο ανυπόφορος δίχως εσένα είμαι.

Πεθαίνω από σένα και από μένα, πεθαίνω και απ' τους δυο μας,
από εμάς, από εκείνη
τη σπαραγμένη δυάδα,
με πεθαίνω, σε πεθαίνω, την πεθάναμε.

Πεθαίνουμε στο δωμάτιο όπου βρίσκομαι μόνος,
στο στρώμα απ’ όπου λείπεις,
στο δρόμο όπου το χέρι μου πορεύεται αδειανό,
στο σινεμά και στα πάρκα, στα τραμ,
στα μέρη όπου ο ώμος μου είχε συνηθίσει το κεφάλι σου
και το χέρι μου το χέρι σου
και τα πάντα πάνω σου
που τα ξέρω όπως ξέρω τον εαυτό μου.

Πεθαίνουμε στο μέρος όπου χάρισα τον άερα
ώστε δίχως μου να υπάρχεις,
μα και στο μέρος όπου ο αέρας εξαντλείται
όταν πάνω σου ρίχνω το δέρμα μου
και γνωριζόμαστε μέσα μας, μακριά απ’ τον κόσμο,
ευτυχισμένοι, δοσμένοι, και βέβαια, ατέλειωτοι.

Πεθαίνουμε, το ξέρουμε, το αγνοούν, μας πεθαίνουμε,
μεταξύ μας, τώρα,
χωρισμένοι ο ένας απ’ τον άλλο,
καθημερινά,
πέφτοντας σε πολλαπλά αγάλματα,
σε χειρονομίες που δεν βλέπουμε,
στα χέρια μας που δεν μας χρειάζονται.

Μας πεθαίνουμε, αγάπη μου, πεθαίνω στην κοιλιά σου
που πλέον δεν δαγκώνω ούτε φιλώ,
στους γλυκύτατους, ζωηρούς μηρούς σου,
στη δίχως τέλος σάρκα σου, πεθαίνω από τις μάσκες,
από τρίγωνα ασαφή και ακατάπαυστα.
Πεθαίνω από το κορμί μου και το κορμί σου,
από το θάνατό μας πεθαίνω, αγάπη μου, πεθαίνω και πεθαίνουμε.
Στο πηγάδι της αγάπης όλες τις ώρες,
απαρηγόρητος, κραυγάζοντας μέσα μου,
θέλω να πω, καλώντας σε,
σε καλούν όσοι γεννιούνται,
όσοι έρχονται από τα περασμένα,
από σένα, και όσοι σε σένα φτάνουν.

Μας πεθαίνουμε, αγάπη μου,
και δεν κάνουμε άλλο,
από το να πεθαίνουμε ολοένα, ώρα την ώρα,
και να μας γράφουμε, να μιλάμε
και να μας πεθαίνουμε.




3. Το όνομά σου (Tu nombre)
Προσπαθώ να γράψω το όνομά σου στο σκοτάδι. Προσπαθώ να γράψω πως σε αγαπώ. Προσπαθώ να πω στα σκοτεινά για όλα ετούτα. Κανείς δεν θέλω να μάθει, κανένας να με δει στις τρεις τα χαράματα το δωμάτιο να διατρέχω απ’ άκρη σ’ άκρη, ίδιος τρελός, γεμάτος από σένα, ερωτευμένος. Φωτισμένος από σένα, τυφλωμένος από σένα, γεμάτος από σένα, να σε απλώνω σε λόγια και γραφή. Το όνομά σου προφέρω με όλην της νύχτας τη σιωπή, το κραυγάζει η φιμωμένη καρδιά μου. Ξανά και ξανά το όνομά σου λέω, το επαναλαμβάνω, ακούραστα το καλώ, μες στη βεβαιότητα πως πάλι θα ξημερώσει.





4. Σε αγαπώ στις δέκα το πρωί (Te quiero a las diez de la mañana)…

Σε αγαπώ στις δέκα το πρωί, στις έντεκα, και στις δώδεκα το μεσημέρι. Σε αγαπώ με όλην την ψυχή μου, με όλο το κορμί μου και, κάποτε, ακόμη και τα απογεύματα με βροχή. Μα στις δύο το μεσημέρι ή στις τρεις, σαν πιάνω να σκεφτώ εμάς τους δυο, ενώ εσύ έχεις το νου σου στο φαγητό, στις καθημερινές σου ασχολίες ή στις διασκεδάσεις που σου λείπουν, πιάνω τον εαυτό μου κρυφά να σε μισεί, με το μέρος του μίσους που κρατώ για μένα.

Ύστερα και πάλι σε αγαπώ, σαν ξαπλώνουμε και νιώθω πως για μένα είσαι φτιαγμένη, πως μου το μαρτυρούν με κάποιον τρόπο το γόνατό σου και η κοιλιά σου, πως τα ίδια μου τα χέρια γι’ αυτό με πείθουν, και πως άλλο μέρος δεν υπάρχει που να πηγαίνω και να έρχομαι, καλύτερο απ’ το κορμί σου. Εσύ ολάκερη έρχεσαι να μ’ ανταμώσεις, και σε ένα λεπτό έχουμε χαθεί, ριχνόμαστε στο στόμα του Θεού, ώσπου να σου πω για πείνα ή για νύστα. 

Όλες τις μέρες σε αγαπώ και σε μισώ το δίχως άλλο. Και μέρες υπάρχουνε, και ώρες, που δεν σε γνωρίζω και ξένη μου μοιάζεις σαν γυναίκα αλλουνού. Ανησυχώ για τους άντρες και ανησυχώ για μένα, τα βάσανά μου αποσπούν την προσοχή μου. Μπορεί ακόμη, για αρκετό καιρό, να μην σε σκέφτομαι. Τώρα πια ξέρεις. Ποιος άλλος θα μπορούσε να σε αγαπήσει, αν όχι εγώ, αγάπη μου; 




5. (XXXI)
Θα ’πρεπε να σε είχα γνωρίσει δέκα χρόνια νωρίτερα ή δέκα χρόνια αργότερα.
Έφτασες όμως στην ώρα σου.



6. Αγάπη μου εσύ, δική μου αγάπη... (Amor mío, mi amor...)
Αγάπη μου εσύ, δική μου αγάπη,
στου χάρου ξάφνου μέσα το κοχύλι,
μαζί σου να αγαπώ και να ’μαι θέλω,
να σου φιλώ για να σωθώ τα χείλη.

Το λέω εγώ, το λέει το κορμί μου
και του αίματός μου το βαθύ κλωνάρι,
το λέει αυτός ο πόνος μες στο στήθος,
το στόμα μου και το άδειο μαξιλάρι.

Αγάπη μου, σε αγαπώ με πάθος,
απόλυτα, παράλογα, ταγμένα.
Αστέρια και τριαντάφυλλα σκαρώνω,
σου λέω ‘αντίο’, μα έρχομαι σε σένα.

Σε αγαπώ από τούτη τη γωνίτσα,
απ’ την κορφή της μοναχής καμάρας,
στου σώματός σου τα λευκά σεντόνια
που η παπαρούνα στάζει της λαχτάρας.

Μαλλιά που ανεμίζουν όλο μέλι,
της νύχτας ποταμός μες στο σκοτάδι,
αγάπη ριζωμένη σαν κυψέλη,
τα βήματά σου θα διαβώ ώς απάνω,
από τα πόδια σε όλα σου τα μέλη.




7. Με πονάς (Me dueles)
Με πονάς.
Απέραντα, αφόρητα, με πονάς.
Πάρε το κεφάλι μου. Κόψε το λαιμό μου.
Τίποτε από μένα πια δεν μένει ύστερα απ’ τον έρωτα αυτό.

Μέσα στους εφιάλτες της ψυχής μου,
άκουσέ με, ψάξε με.
Σε κάποιο μέρος, η επιζήζασα φωνή μου ωρύεται,
αποζητά την έκπληξή σου, τη φωτισμένη σου σιωπή.

Διαπερνώντας τείχη, ατμόσφαιρες, εποχές,
το πρόσωπό σου (το πρόσωπό σου που έμοιαζε ορισμένο)
έρχεται από το θάνατο,
πριν ακόμη και απ’ την πρώτη ημέρα του κόσμου.

Τι καθαρότητα προσώπου
και τι τρυφεράδα αφηρημένου φωτός,
τι σχέδια από μέλι
στα φύλλα του νερού!
Αγαπώ τα μάτια σου, αγαπώ, τα μάτια σου αγαπώ.
Είμαι των ματιών σου τέκνο,
στάλα είμαι των ματιών σου.
Σήκωσέ με. Απ’ τα πόδια σου πάρε με,
σήκωσέ με απ’ το πάτωμα, απ’ τον ίσκιο που πατάς,
απ’ τη γωνιά του δωματίου που ποτέ σου δεν την ονειρεύεσαι.
Σήκωσέ με, αφού απ’ τα χέρια σου έπεσα
και θέλω να ζήσω, να ζήσω, να ζήσω.




8. Συνειδητοποιώ πως μου λείπεις (Me doy cuenta de que me faltas)
Συνειδητοποιώ πως μου λείπεις,
πως σε ψάχνω μες στον κόσμο,
μες στη φασαρία,
μα όλα μάταια.
Σαν μόνος μου απομένω,
μένω πιο μόνος,
μόνος σε όλα τα μέρη, σε σένα και σε μένα.
Πράγμα άλλο δεν κάνω, απ’ το να περιμένω.
Να περιμένω όλη μέρα,
ώσπου τελικά να μην έρθεις.
Ώσπου ν’ αποκοιμηθώ
και να μην είσαι πλάι μου
να μην έχεις έρθει
και ν’ αποκοιμιέμαι
αφάνταστα κουρασμένος
διερωτώμενος.
Και αυτό, όλες τις μέρες, αγάπη μου.
Εδώ, από το πλάι μου, λείπεις.
Μπορείς να ξεκινήσεις
την ανάγνωση αυτού του ποιήματος
και φτάνοντας στο σημείο αυτό
να ξεκινήσεις απ’ την αρχή.
Κλείσε τις λέξεις αυτές σε κύκλο, σε ρόδα,
κάν’ την να κυλήσει και βάλ’ της φωτιά.
Οι σκέψεις αυτές με τριγυρνούν σαν μύγες,
μες στο λαιμό μου σαν τις μύγες μες στο βάζο.
Εγώ είμαι ρημαγμένος.
Ρημαγμένος ώς το κόκαλο,
και όλα εφιάλτης.




9. Αυτό που αναζητώ το έχεις εσύ (Tú tienes lo que busco)
Εσύ έχεις αυτό που αναζητώ,
αυτό που επιθυμώ και αγαπάω,
αυτό το έχεις εσύ.
Το φωνάζει χτυπώντας
η γροθιά αυτή που έχω για καρδιά.
Για σένα ευχαριστώ τα παραμύθια,
τη μητέρα και τον πατέρα σου,
αλλά και το θάνατο που σε προσπέρασε.
Για σένα ευχαριστώ τον αέρα που ανασαίνω.
Είσαι ντελικάτη σαν το στάρι,
εύθραυστη σαν του κορμιού σου τη γραμμή.
Ποτέ μου δεν αγάπησα γυναίκα λιγνή
μα να που τα χέρια μου γήτεψες,
τον πόθο μου αιχμαλώτισες
και τα μάτια μου αγκίστρωσες σαν δυο ψάρια.
Γι’ αυτό και στην πόρτα σου βρίσκομαι
και περιμένω.




10. Δεν είναι κάτι απ’ το κορμί σου (No es nada de tu cuerpo)
Δεν είναι κάτι απ’ το κορμί σου,
ούτε το δέρμα σου, ούτε τα μάτια σου, ούτε η κοιλιά σου,
ούτε αυτό το μέρος το κρυφό που γνωρίζουμε οι δυο μας,
τάφρος του θανάτου μας και της ταφής μας τέλος.
Δεν είναι το στόμα σου –το στόμα σου
που είναι ίδιο με το φύλο σου–,
ούτε το σμίξιμο στα στήθη σου,
ούτε ο ώμος σου, γλυκύτατα απαλός,
ούτε ο αφαλός σου, απ’ όπου πίνω.
Ούτε είναι οι μηροί σου, σκληροί σαν και τη μέρα,
ούτε τα γόνατά σου από αλάβαστρο στη φωτιά,
ούτε τα πέλματά σου, ματωμένα και μικροσκοπικά,
ούτε η μυρωδιά ούτε τα μαλλιά σου.
Δεν είναι το βλέμμα σου –τι θα πει βλέμμα;–
θλιμμένο φως ξεστρατισμένο, γαλήνη δίχως κάτοχο,
ούτε το άλμπουμ της ακοής σου, ούτε οι φωνές σου,
ούτε οι κύκλοι που ο ύπνος σού αφήνει.
Ούτε είναι και η γλώσσα σου, γλώσσα οχιάς,
βέλος από σφήκες στον τυφλό άερα,
ούτε η ζεστή υγρασία της ασφυξίας σου
που το φιλί σου συγκρατεί.
Δεν είναι τίποτε απ’ το κορμί σου,
ούτε μια ίνα, ούτε ένα πέταλο,
ούτε μια στάλα, ούτε ένας σπόρος, ούτε καν μια στιγμή.

Είναι μονάχα αυτό το μέρος όπου υπήρξες:
αυτά τα δυο μου μπράτσα τα ναρκωμένα.




11. Ο διαβάτης (El peatón)
Λένε, διαδίδουν, βεβαιώνουν, σε σαλόνια και γιορτές, πολλοί ή λίγοι ενδεείς πως ο Χάιμε Σαμπίνες είναι μέγας ποιητής. Ή τουλάχιστον καλός ποιητής. Ή ποιητής αξιόλογος, αξιοπρεπής. Ή απλώς -μα αληθώς- ποιητής.

Φτάνει στα αφτιά του η είδηση και ο Χάιμε καταχαίρεται: τι όνειρο! Είμαι ποιητής! Είμαι ποιητής σημαντικός! Είμαι μέγας ποιητής!

Πεπεισμένος βγαίνει στο δρόμο και φτάνει στο σπίτι πεπεισμένος. Μα στο δρόμο κανείς, και στο σπίτι ακόμη λιγότερο, κανείς δεν συνειδητοποιεί πως είναι ποιητής. Γιατί οι ποιητές να μη φέρουν ένα άστρο στο μέτωπο ή μια λάμψη εμφανή ή έναν κεραυνό που από τ’ αφτιά τους να βγαίνει;

«Για το Θεό!» αναφωνεί ο Χάιμε. «Πρέπει να γίνω πατέρας ή σύζυγος ή να δουλεύω στο εργοστάσιο σαν οποιονδήποτε άλλον ή να περπατώ σαν οποιονδήποτε άλλο και έτσι να διαβαίνω».

«Αυτό είναι!» ξαναλέει ο Χάιμε. Δεν είμαι ποιητής – είμαι διαβάτης.

Και τούτη τη φορά ξαπλώνει στο κρεβάτι του με μια γλυκιά, γαλήνια χαρά.





12. Τλατελόλκο 1968 (Tlatelolko 68)


1.

Κανείς δεν γνωρίζει τον ακριβή αριθμό των νεκρών,
ούτε καν οι δολοφόνοι,
ούτε καν οι εγκληματίες.
(Σίγουρα έγραψε ιστορία αυτός ο άντρας
ο μικρός για κάθε περίσταση,
ο ανίκανος για τα πάντα, πλην του κακού.)

Στο μέλλον θα μιλούν για το Τλατελόλκο
όπως σήμερα μιλάμε για το Ρίο Μπλάνκο και το Κανανέα,
μόνο που αυτό εδώ ήταν χειρότερο,
εδώ σκοτώσανε λαό.
Δεν ήτανε εργάτες σε απεργία,
ταμπουρωμένοι πίσω από οδοφράγματα,
ήταν γυναίκες και παιδιά, φοιτητές,
δεκαπεντάχρονοι έφηβοι,
μια κοπέλα στο δρόμο για το σινεμά,
ένα έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του,
όλοι τους σαρωμένοι, με ακρίβεια τρυπημένοι
από τα πυρά της Τάξης και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Για τρεις μέρες, ο στρατός μαριονέτα στα χέρια ασυνείδητων,
ενώ ο λαός ετοιμαζόταν πανηγυρικά
να γιορτάσει τους Ολυμπιακούς που θα τιμούσαν το Μεξικό.

2.

Το έγκλημα βρίσκεται εκεί,
σκεπασμένο με φύλλα εφημερίδων,
με τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, και σημαίες ολυμπιακές.

Ο αέρας βαρύς, ακίνητος.
Τρόμος και όνειδος.
Τριγύρω φωνές, η κίνηση στους δρόμους, η ζωή.
Μα το έγκλημα βρίσκεται εκεί.

3.

Θα ’πρεπε να ξεπλύνουν όχι μόνο το οδόστρωμα, μα και τη μνήμη.
Θα ’πρεπε τα μάτια να βγάλουν σε όλους εμάς που είδαμε,
και τους συγγενείς να δολοφονήσουν,
κανείς να μην θρηνεί, μάρτυρες να μην υπάρχουν.
Μα το αίμα ρίχνει ρίζες
και σαν δέντρο μεγαλώνει με το χρόνο.
Το αίμα στο τσιμέντο και στους τοίχους
–σαν φυτό αναρριχητικό– μας στιγματίζει,
μας βρέχει με ντροπή, με ντροπή και με ντροπή.

Τα στόματα των νεκρών μάς φτύνουν
με αίμα αιώνιο, βουβό.

4.

Θα εμπιστευτούμε την άθλια μνήμη του κόσμου,
θα αιτηθούμε τα λείψανα,
θα συγχωρήσουμε τους επιζώντες,
θα αποφυλακίσουμε τους κρατούμενους,
θα αποδειχτούμε γενναιόδωροι, μεγαλόψυχοι και λογικοί.

Μας πότισαν με ιδέες εξωτικές σαν με καλό καθαρτικό:
θα αποκαταστήσουμε την ειρήνη,
θα εξυγειάνουμε τους θεσμούς.
Οι έμποροι μαζί μας,
το ίδιο και οι τραπεζίτες,
οι καθεαυτό Μεξικανοί πολιτικοί,
τα ιδιωτικά κολέγια
και προσωπικότητες περιωπής.
Ξεδιαλύναμε τη συνωμοσία
και αυξάνουμε τη δύναμή μας:
ποτέ πια δεν θα πέσουμε απ’ το κρεβάτι,
αφού πια κάνουμε όνειρα γλυκά.

Διαθέτουμε δε Υπουργούς ικανούς
να μετατρέψουν τα σκατά σε αιθέρια έλαια,
βουλευτές και αξιωματούχους αλχημιστές,
ηγέτες απαράμιλλους και κούκλους,
μια στρατιά πνευματικών φωστήρων,
που όλοι κυματίζουν τη σημαία μας με στυλ.

Εδώ δεν συνέβη απολύτως τίποτε.
Το βασίλειό μας αναδύεται.

5.

Τα πτώματα, στις εγκαταστάσεις της Αποστολής.
Κορμιά ημίγυμνα, διάτρητα και κρύα,
κάποια με πρόσωπο θανάτου.
Έξω, ο κόσμος συγκεντρώνεται, ανυπομονεί,
ελπίζει να μην αναγνωρίσει κάποιο δικό.
«Πηγαίνετε να ψάξετε αλλού.»

6.

Το θέμα στην Επανάσταση
είναι τα νιάτα.
Η Κυβέρνηση κηδεμονεύει τους ήρωες.
Το μεξικανικό πέσο είναι ισχυρό
και η ανάπτυξη της χώρας δεδομένη.
Ακολουθεί το παιδικό πρόγραμμα και τα σίριαλ.
Αποδείξαμε στον κόσμο ότι είμαστε ικανοί,
ευγενικοί, φιλόξενοι, ευαίσθητοι
(Τι υπέροχοι Ολυμπιακοί!)
και τώρα θα συνεχίσουμε με το Μετρό
αφού η πρόοδος δεν ανακόπτεται.

Οι γυναίκες στα ροζ,
οι άντρες στα γαλάζια,
ομόψυχοι Μεξικανοί που παρελαύνουν σε απόλυτη σύμπνοια,
εκείνην που οικοδομεί την πατρίδα των ονείρων μας.



13. Τι στο διάολο μπορώ να κάνω… (Qué putas puedo hacer...)
Τι στο διάολο μπορώ να κάνω με τέτοιο γόνατο,
με αυτό το πέλμα, τόσο μεγάλο και λεπτό,
με τα χέρια μου, τη γλώσσα μου
και τα ισχνά μου μάτια;
Τι μπορώ να κάνω μες σε αυτήν τη δίνη
ανίκανων με άριστες προθέσεις;
Τι να κάνω με έξυπνους φαυλεπίφαυλους
και κορίτσια γλυκά που δεν θέλουν τον άντρα μα τον ποιητή;
Τι μπορώ ανάμεσα σε ένστολους ποιητάρηδες
με εύσημα της ακαδημίας ή του κομμουνισμού;
Τι, ανάμεσα σε εκποιητές, πολιτικούς
και θεράποντες ψυχών;
Τι στο διάολο μπορώ να κάνω, Ταρούμπα,
αφού άγιος δεν είμαι, ούτε ήρωας, ούτε συμμορίτης,
ούτε της τέχνης λάτρης,
ούτε φαρμακοποιός,
ούτε επαναστάτης;
Τι μπορώ να κάνω, αφού όλα τα μπορώ,
μα διάθεση δεν έχω, άλλο να κάνω,
από το να κοιτάζω
και να κοιτάζω;




14. Αν επιβιώνεις 
Αν επιβιώνεις, αν επιμένεις,
τραγούδησε, ονειρέψου, μέθυσε.
Είναι του κρύου ο καιρός: αγάπησε, βιάσου.
Ο άνεμος των ωρών
τους δρόμους σαρώνει, τις διαδρομές.
Περιμένουν τα δέντρα ― εσύ μην περιμένεις.
Είναι η ώρα να ζήσεις―
η μόνη και μοναδική.




15. Οι εραστές (Los amorosos)
Οι εραστές σιωπούν.
Ο έρωτας, η σιωπή η πιο λεπτή,
η πιο ριγηλή, η πιο αβάσταχτη.
Οι εραστές αναζητούν,
οι εραστές είναι αυτοί που εγκαταλείπουν
που αλλάζουν, που ξεχνούν.
Η καρδιά τους το λέει: ποτέ τους δε θα βρουν,
όχι, δε βρίσκουν, μονάχα αναζητούν.

Οι εραστές άγονται ως τρελοί
γιατί μόνοι τους είναι, μόνοι, μόνοι,
παραδίνονται, δίνονται κάθε στιγμή,
κλαίγοντας γιατί τον έρωτα δεν τον διασώζουν.
Τους παιδεύει ο έρωτας. Οι εραστές
ζουν τη ζωή, πώς αλλιώς, αφού άλλο δεν ξέρουν.
Πάντοτε εν κινήσει,
πάντοτε, με κάποιον αόριστο προορισμό.
Καρτερούν,
τίποτα δεν προσμένουν, μα καρτερούν.
Ξέρουν πως ποτέ τους δεν θα βρουν.
Ο έρωτας, επέκταση ατέρμονη,
πάντοτε το επόμενο βήμα και το άλλο και το άλλο.
Εραστές θα πει ακόρεστοι,
είναι εκείνοι, πάντοτε, -και τι καλά!- που μοιραία μόνοι μένουν.
Οι εραστές , η Ύδρα η Λερναία του μύθου.
Φίδια έχουν αντί για μπράτσα.
Στο λαιμό τους οι φλέβες τινάζονται,
άλλα φίδια αυτές, σαν για να τους πνίξουν.
Οι εραστές ύπνο δεν έχουν,
καθώς, σαν κοιμηθούν, βορά θα γίνουν σκουληκιών.

Στο σκοτάδι τα μάτια ανοίγουν
κι εντός τους ρέει ο πανικός.

Κάτω απ’ τα σκεπάσματα αντικρίζουν σκορπιούς
και το στρώμα τους σαν σε λίμνη επιπλέει.

Οι εραστές είναι τρελοί, απλώς τρελοί,
δίχως Θεό μήτε διάβολο.

Οι εραστές απ’ τις σπηλιές τους προβάλλουν,
αναριγώντας, πεινασμένοι,
προς θήραν φαντασμάτων.
Γελούν μ’ αυτούς που όλα τα ξέρουν,
με όσους αιώνια και στ’ αλήθεια αγαπούν,
μ’ εκείνους που στον έρωτα πιστεύουν
σαν σε λάμπα πετρελαίου με λάδι αστείρευτο.

Οι εραστές στοιχηματίζουν να συγκρατήσουν το νερό,
τον καπνό να διαστίξουν, να μη φύγουν.
Πιάνονται στο παιχνίδι, το διεξοδικό και λυπηρό, του έρωτα.
Κανείς δεν παραιτείται.
Λένε, δεν παραιτείται κανείς.
Οι εραστές περιφρονούν τους τύπους.

Αδειανοί, μα αδειανοί καθένας απ’ την πλευράν αυτού,
με το θάνατο να σιγοκαίει πίσω απ’ τα μάτια,
εκείνοι προχωρούν και κλαίνε ως τα χαράματα,
όπου με πόνο ψυχής τραίνα χωρίζονται και κατευθύνσεις.

Κάποτε φτάνει ως αυτούς ένα άρωμα νεογέννητης γης,
γυναικών που κοιμούνται με το χέρι στο φύλο,
ικανοποιημένες,
ροής νερού δροσερού, κι εστίας.

Οι εραστές τραγουδούν από χείλος σε χείλος
τραγούδι αμάθευτο ακόμη,
και κλαίγοντας προχωρούν, κλαίγοντας,
την ωραία ζωή.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη








Δεν υπάρχουν σχόλια: