GIOCONDA BELLI






Όλες οι μεταφράσεις και τα κείμενα στην παρούσα σελίδα του ιστολογίου ανήκουν στην 

Έλενα Σταγκουράκη 

κι έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.



Προσεχώς η ανθολογία "Σκάνδαλο όλο μέλι" 
σε μετάφραση Έλενας Σταγκουράκη.

**************************************************



Δημοσιευμένες εργασίες για την Τζοκόντα Μπέλλι και την ποίησή της:


1. "'ΠΟΛΙΣ': Η πολιτική ποίηση της Τζοκόντας Μπέλλι" (εκτενές αφιέρωμα, στη διαδικτυακή σελίδα του περιοδικού "Νέο Πλανόδιον": https://neoplanodion.gr/ , 10-12-14-16.07.2017)


2. "Η γυναίκα είναι γυναίκα": Ο γυναικείος κόσμος στην ποίηση της Τζοκόντας Μπέλλι" (εκτενές αφιέρωμα στο περιοδικό Κουκούτσι, τεύχος 10, Φεβρουάριος-Ιούνιος 2015)


3. H ερωτική ποίηση  της Τζοκόντας Μπέλλι (εκτενές αφιέρωμα στο περιοδικό Poeticanet, τευχος 18: http://poeticanet.com/poets.php?subaction=showfull&id=1366726779&archive=&start_from=&ucat=331&show_cat=331)


4. 9 ποιήματα. Περιοδικό "Το δέντρο", τευχος 191-192, Φεβρουάριος 2013.

 

**************************************************



Από τις ανώτερες σφαίρες και τα δυσθεώρητα ύψη του ερωτικού βιώματος ώς το οδυνηρό αγκύλωμα της απουσίας και το πικρό αμετάκλητο τού για πάντα χαμένου, η ποίηση της Μπέλι ανοίγει τις πύλες της στον αναγνώστη και του επιτρέπει να νιώσει κατάσαρκα τους στίχους που διαβάζει. Ποίηση ζωντανή, γεμάτη ένταση κι εικόνες, θυμίζει καρδιά που σφύζει πάνω στο χέρι του. Στίχοι αισθησιακοί, σε καμία όμως περίπτωση συναισθηματικοί, αποτυπώνουν τη σχέση αγάπης/έρωτα ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, αφενός δίχως υποκριτική σεμνοτυφία και «καθωσπρεπισμό», αφετέρου με αντίληψη, σκέψη και εμπειρία κατασταλαγμένες. Έτσι, ο αναγνώστης απολαμβάνει μιαν αίσθηση βάθους και άφιξης στην ουσία των πραγμάτων και του αισθήματος, κάτι που μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδανική γεφύρωση ανθρώπινου και θείου. Η Μπέλι περιγράφει τον έρωτα όπως τον ζούμε κι όπως θα θέλαμε να τον ζούμε, όχι ωστόσο μέσω εξιδανίκευσης, αντιθέτως, ακριβώς μέσω μιας «εκλογικευμένης αισιοδοξίας» όπως θα την ονόμαζα. Είναι αυτό το «παρά ταύτα» που συνιστά ουσία της ζωής και νόημά της. Είναι η υπερνίκηση των εμποδίων και η στάση μας μετά την αναγνώριση μιας μη ιδανικής κατάστασης ως τέτοιας, που δίνουν αξία στο βίωμα και την πράξη μας. Η αγάπη που περιγράφει η Μπέλι είναι η αγάπη που «δεν θυμάται λόγια για μπράτσα πλαδαρά», είτε τα λόγια έχουν ειπωθεί είτε όχι, ενώ πάντως τα «πλαδαρά μπράτσα» υπάρχουν.

Πέρα απ’ το εγώ και το εσύ, τη γυναίκα και τον άντρα, η ποίηση της Μπέλι (και η ερωτική δεν αποτελεί εξαίρεση) είναι ποίηση γήινη, με τη φύση κυρίαρχη. Σ’ αυτήν συναντά κανείς σχεδόν πάντοτε τον κεραυνό, τη βροχή, τη ευωδιά της νοτισμένης γης, μα και πλήθος πουλιών (κολίβρια, χελιδόνια, γλάροι) και δέντρων, μ’ έκδηλη βέβαια προτίμηση στην ερυθρίνα. Στην ποίητρια Μπέλι βρίσκουμε ακόμη τη γυναίκα που αγαπά τον τόπο της, τη Νικαράγουα, και ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, αλλά και την αντάρτισσα (υπενθυμίζω ότι υπήρξε αγωνίστρια κατά τη Νικαραγουανή Επανάσταση εναντίον του Σομόζα), αφού και σ’ ένα ερωτικό ακόμη ποίημα δεν παραλείπει ν’ αναφερθεί στα αναχώματα. Εκεί θα πρέπει να την περιμένει «ο άντρας που θα την αγαπά» και εκεί, μαζί οι δυο τους, θα πρέπει ν’ αγωνίζονται. Πρόκειται για μια ποίηση γεμάτη ζωή, καθόλου παράξενο για μια ποιήτρια με την πεποίθηση πως «για να μπορείς να γράφεις, πρέπει πρώτα να ζεις»!

Ε.Σ.


 **************************************************


Η Τζοκόντα Μπέλλι (1948) είναι Νικαραγουανή ποιήτρια, μυθιστοριογράφος και πολιτική ακτιβίστρια, ιταλικής καταγωγής. Συμμετείχε στη Νικαραγουανή Επανάσταση σε νεαρή ηλικία και κατείχε σημαντικά αξιώματα στο επαναστατικό κόμμα των Σαντινίστας, απ’ το οποίο όμως απεχώρησε το 1993 λόγω διαφωνίας με τον χαρακτήρα που αυτό είχε αποκτήσει, μα και για ν’ αφιερωθεί στη συγγραφή. Η ποίηση και τα μυθιστορήματά της έχουν βραβευθεί επανειλημμένα, και η ίδια θεωρείται απ’ τους σημαντικότερους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής. Είναι παντρεμένη κι έχει τέσσερα παιδιά.

**************************************************



ΠΟΙΗΜΑΤΑ



1.  Συμβουλές για μια γυναίκα δυνατή (Consejos para la mujer fuerte)


Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
προστατέψου απ’ τις αρπάγες που θελήσουν
την καρδιά σου να σπαράξουν.
Αυτές φορούνε μάσκες απ’ όλα αυτής της γης τα καρναβάλια—
σε ενοχές μεταμφιέζονται, κατηγορίες, ευκαιρίες, στο αντίτιμο που πρέπει τάχα να

[πληρώσεις.
Την ψυχή σου την ταράζουν – εισβάλλουν σαν ατσάλινο τρυπάνι με το βλέμμα ή τους

[θρήνους τους
ώς τα βάθη ώς το μάγμα της ουσίας σου
όχι απ’ τη φωτιά σου για να φωτιστούν
παρά το πάθος για να σβήσουν
τη σοφία της φαντασίας σου.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
να ξέρεις πρέπει πως ο αέρας που σε θρέφει
ακάρεα μεταφέρει και παράσιτα,
έντομα μικρούτσικα που ψάχνουν μες στο αίμα να φωλιάσουν
και να τραφούν απ’ ό,τι μέσα σου είναι στέρεο και μεγάλο.

Την συμπόνια σου μην χάνεις – μα τρέμε αυτό που θα θελήσει
τη λέξη να σου στερήσει και το είναι σου να κρύψει,
αυτό που επιδιώκει να σε αμβλύνει
υποσχόμενο επίγεια βασίλεια
σε αντάλλαγμα ενός χαμόγελου συγκατάβασης.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
για τη μάχη προετοιμάσου:
μάθε μόνη σου ν’ αρκείσαι,
στο σκοτάδι να κοιμάσαι δίχως φως και δίχως φόβο,
σωσίβια να μη δέχεσαι σαν μαίνεται η καταιγίδα,
και στο ρεύμα κόντρα να κολυμπάς.

Εκπαιδεύσου στο συλλογισμό και τις ασκήσεις της διανοίας
διάβαζε, αγάπα τον εαυτό σου, και οχύρωσε το κάστρο σου
περίβαλέ το με τάφρους βαθειές
μα κράτησε πλατιά, παραθύρια και πύλες.

Απαραίτητο, φιλίες αληθινές να καλλιεργείς
ώστε εκείνοι που είναι δίπλα σου και σ’ αγαπούν να ξέρουνε ποια είσαι,
ώστε κύκλος από εστίες να γίνεις που στο κέντρο θ’ ανάβουνε της κάμαράς σου,
φουφού να καίει πάντα και τη θέρμη να διατηρεί των ονείρων σου.

Για να ’σαι γυναίκα δυνατή
με λέξεις προφυλάξου και με δέντρα
και στο νου σου να φέρνεις τις γυναίκες απ’ τα παλιά.

Φρόντισε να μάθουν πως είσαι πεδίο μαγνητικό
που πάνω του γρυλίζοντας θα ταξιδεύουν καρφιά σκουριασμένα
και η θανάσιμη οξείδωση των ναυαγίων όλων.
Προστάτεψε, μα πρώτα προστατέψου.
Κράτα αποστάσεις.
Οικοδόμησε και φρόντισε τον εαυτό σου.
Αποθησαύριζε τη δύναμή σου
υπερασπίσου την,
κάνε το για σένα.
Σου το ζητώ εξ ονόματος ημών όλων.





2. Οχτώ Μαρτίου (Ocho de Marzo) 



Ξημερώνει με μαλλιά μακριά η παγκόσμια ημέρα της γυναίκας.

Τι λίγη που είναι μια μέρα μόνο, αδερφές μου,

τι λίγη για να μαζέψει λουλούδια ο κόσμος εμπρός στις πόρτες μας!

Από την κούνια όπου γεννιόμαστε ώς τον τάφο που θα μας κοιμίσει

–όλη την πολύπαθη πορεία της ζωής μας–

θα έπρεπε να τα στρώσουν με λουλούδια προς τιμήν μας

(όχι όπως με την Πριγκίπησα Νταϊάνα που δεν είδε και δεν άκουσε

τις ολάνθιστες λεωφόρους του Λονδίνου λυγισμένες απ’ το θρήνο).

Τα λουλούδια εμείς θέλουμε να τα δούμε, να τα μυρίσουμε.



Λουλούδια από εκείνους που δεν χάρηκαν σαν γεννηθήκαμε θηλυκά αντί γι’ [αρσενικά

Λουλούδια από εκείνους που μας έκοψαν την κλειτορίδα

και τα πόδια μας με επιδέσμους σμίκρυναν

Λούλουδια από εκείνους που δεν μας έστειλαν σχολείο για να φροντίζουμε τα αδέρφια και να βοηθούμε στην κουζίνα

Λουλούδια από εκείνους που μπήκαν νύχτα στο κρεβάτι μας και το στόμα μάς έκλεισαν για να μας βιάσουν ενώ η μητέρα μας κοιμόταν

Λουλούδια από εκείνους που μας πλήρωσαν λιγότερο για μια βαρύτερη εργασία

και που μας έδιωξαν σαν έμαθαν πως εγκυμονούμε

Λουλούδια από εκείνους που σε θάνατο μάς καταδίκασαν αναγκάζοντάς μας να γεννήσουμε με κίνδυνο της ζωής μας

Λουλούδια από εκείνους που έχουν ήσυχη τη σκέψη τους

σκεπάζοντάς μας με μαντήλες και καλύμματα ολόσωμα

Λουλούδια από εκείνους που μας απαγορεύουν την έξοδο χωρίς αντρική συνοδεία

Λουλούδια από εκείνους που μας έκαψαν ως μάγισσες

και μας φυλάκισαν ως τρελές

Λουλούδια από εκείνους που μεθούν και μας χτυπούνε

από εκείνους που δίνουν στο ποτό το φαγητό ενός μήνα

Λουλούδια από εκείνες που στήνουν πλεκτάνες και παγίδες

Λουλούδια από εκείνες που ξεσπάνε στις μανάδες τους, τις κόρες και πεθερές τους

και στην καρδιά τους κρύβουν μίσος για το φύλο τους.



Τόσα λουλούδια θα χρειάζονταν

τους υγρούς βαλτότοπους να ξεράνουν

όπου των ματιών μας το νερό γίνεται λάσπη,

κινούμενη άμμος να μας καταπιεί και να μας φτύσει,

κι απ’ όπου η καθεμιά μας πρέπει με δύναμη να βγει.



Ξημερώνει με μαλλιά μακριά η καμπύλη ημέρα της γυναίκας.

Σήμερα θέλουμε λουλούδια. Όσα μας αξίζουν.

Τον κήπο απ’ όπου μας απέδιωξαν.







3. Μυστικό γένους θηλυκού (Secreto de mujer)



Κάποια ώρα της ημέρας

κάποιες μέρες

η αίσθηση της θηλυκότητας

αναβλύζει σαν αφρός

περιχύνοντας τις γραμμές του κορμιού μου.



Πλέγμα ηλιακό μυών και νευρώνων

μουσκεύει τότε σε έναν αισθησιασμό

που ξεπερνά τον έρωτα.

Μια αγαλλίαση εσωτερική,

η απόλυτη ισορροπία ψυχής και σώματος,

τον αέρα μού δίνουν περιστεριού ή γερακιού

που μου επιτρέπει να αντιληφθώ με ακρίβεια

τη στρογγυλάδα και την ευθύτητα

όλων των πραγμάτων.

Από τους αστραγάλους

ένα ρεύμα κυκλικό στις αισθήσεις ανεβαίνει

σαν, κυριευμένη θαρρείς από μια δύναμη πανάρχαια θηλυκή,

να έπαυε η υλική, περιορισμένη υπόστασή μου

για να γίνω φτερό πουλιού

που, τετώνοντας τους μυς του,

πετάει απορροφημένο και μονάχο προς τον ήλιο.

Ποιος είπε πως είμαι αδύναμη;

Ποιος τόλμησε να μου δείξει οίκτο;



Τις στιγμές εκείνες

της ασυγκράτητης απόλαυσης από τη γνώση αυτού που είμαι

σκέφτομαι πως θα ’πρεπε, για στολισμό, να κρύψω το πρόσωπό μου

και τη λάμψη τη συγκρατημένη κι άμεση των ματιών μου

ώστε ούτε οι άνθρωποι

ούτε τα ζώα τα ήμερα της γειτονιάς

στην διαίσθηση του αρώματός μου,

–αρώματος πουλιού και σπόρου βλαστημένου–

να με παίρνουν στο κατόπι

θέλοντας την ουσία της δύναμής μου να κυριεύσουν.

Σαν κάθε γυναίκα που σέβεται τη φύση της,

κλειδώνω με αρμαθιά κλειδιών απίστευτων

τη μυστική ουσία της δύναμής μου

και εμπρός στους άλλους εμφανίζομαι

χωρίς να με προδίδω.







4.  Εμμηνόρροια (Menstruación)



Έχω

των γυναικών

την «αρρώστια»



Οι ορμόνες μου

σε σύγχυση–

νιώθω κομμάτι

της φύσης.



Όλους τους μήνες

η ίδια μετάληψη

πνεύματος

και σώματος,

η ίδια αίσθηση

υποταγής

σε νόμους φυσικούς

εκτός ελέγχου:

σε έναν εγκέφαλο

που γίνεται μήτρα.







5.  Μητρότητα ΙΙ (Maternidad II)



Το σώμα μου,

σαν γη ευγνωμονούσα,

ολοένα επεκτείνεται.



Η κοιλάδα της κοιλιάς μου

αποκτά κιόλας το σχήμα

λόφου στρογγυλού που πάλλεται,

ενώ εντός,

ποιος ξέρει σε τι μυστήριο

νερού, σιωπής και αίματος,

αυξάνει σαν γροθιά που ανοίγει

το παιδί που έσπειρες

στης γονιμότητάς μου το κέντρο.







6.  Θηλασμός (Dando el pecho)



Κρατώντας την πρέπει να προσέξω.



Μοιάζει με την προσπάθεια να σηκώσω το νερό

χωρίς να τρέξει.



Κάθομαι στην κουνιστή πολυθρόνα

την κοιμίζω,

και στο πρώτο της παράπονο

τη θηλάζω σαν μειλίχια αγελάδα.



Εκείνη γίνεται ξανά δικιά μου,

κολλημένη επάνω μου,

εξαρτημένη από μένα,

όπως όταν ακόμη την γνώριζα μόνο εγώ

έχοντάς την στην κοιλιά μου.







7. Η μικρούλα (La muchachita)



Ήδη αποκοιμήθηκε η μικρούλα.



Έκλεισε πάλι τα φύλλα της καρδιάς της.



Τέλειωσε για σήμερα το εικοσιτετράωρο μάθημα

όπου η ζωή μοιάζει παιχνίδι που το πιάνεις και το αφήνεις.



Τι όμορφη η μικρούλα μου σαν κοιμάται!



Μοιάζει με θάλασσα που άξαφνα γαληνεύει

ή με τραγούδι που δεν θέλει άνεμο για ν’ ακουστεί―

η μικρούλα μου, θαυματάκι, μινιατούρα μιας γυναίκας λαμπερής...



Μικρό χεράκι όλο μυστήριο, βλεφαρίδες βγαλμένες απ’ την κοιλιά μου.



Πού να κρύβεται η θαυμάσια δύναμη

που μέσα μου έπλεξε αυτή η κουκλίτσα;



Τι τρόπος θαυμαστός αυτός, ν’ ανθίσει η αγάπη;



Ποιο άστρο να άστραψε στο φύλο μου

χαρίζοντάς μου αυτόν τον άψογο μικρό πλανήτη!...







8. Αντριάνα (Adriana)


Αντριάνα
ίσως να μη μάθουμε ποτέ
ούτε εσύ, ούτε εγώ,
ποια σπλάχνα σε γέννησαν στο φως
ποια νύχτα σκοτεινή σ’ έβγαλε στην αγκαλιά μου.
Α!, πλάσμα μου εσύ, επιλεγμένο απ’ όλα τα πλάσματα,
το κλάμα σου σαν πηγή ώς τα μάτια μου αναβλύζει
Το αδάμαστο ένστικτο να σε προφυλάξω με κυριεύει
και σ’ αγκαλιάζω αποδιώχνοντας όνειρα κακά
σφίγγοντάς σε στην καρδιά μου
λες και, επιζήσασες ναυαγίου,
η μια από την άλλη μοναχά να εξαρτιόμασταν.

Τι μυστήριο αυτή η κύηση της αγάπης σου, Αντριάνα.
Μόλις με τη γέννησή σου αναπτύχθηκες στην κοιλιά μου.







9. Δεσμά (Lazos)



στην Αντριάνα, την κόρη μου



Πώς μπορεί κάποιος

που μετά βίας αρθρώνει

λεξούλες λιγοστές

έναν δρόμο ν’ ανοίγει τόσο βαθύ

και να κατακυριεύει,

εισβάλλοντας από κάθε χαραμάδα ανοιχτή,

το αθέατο παλλόμενο κέντρο μου;



Καθημερινά, μικρή μου,

την αγάπη σου συλλέγω

σαν τον τσιγκούνη που σωρεύει

μελλούμενους θησαυρούς.

Το κορμάκι σου

μικρούλι και ζεστό

στα δυο μου χέρια

τόσο κοντά στην ευτυχία με φέρνει

που, φοβούμενη μια τέτοια αφθονία,

την ευτυχία μου σου ψελλίζω σαν κρυφό μυστικό.



Δεν ξέρω γιατί

τις νύχτες που σε κρατώ

ώσπου τα δυο φτερά σου να κλείσεις

και στο σκοτάδι και τον ύπνο να αφεθείς,

νιώθω πως, αντίθετα με τα φαινόμενα,

εσύ μου άπλωσες έναν λώρο αργυρό μες σε ναυάγιο

και είναι ο δικός μου ομφάλιος λώρος

αυτός που τώρα βρίσκεται στα μικρά σου χεράκια,

κορούλα μου, σαν να ήμουν κι εγώ κόρη

των βαθιών αυτών ματιών

που μια μέρα με σοφία

έριξαν προς το μέρος μου

τις υπέρλαμπρες άγκυρές τους.



Κόρη της ελπίδας μου,

μικρούλικη γυναίκα εσύ

που επέζησες,

δεν ξέρω τι είναι μέσα σου αυτό

που κλείνει και νόημα δίνει

στους μυστήριους κύκλους της ζωής μου,

ξέρω μονάχα πως όταν το βέλος της δικής σου

πορευόταν ψάχνοντας χώρο μες στο χώρο,

δίψα και ύδωρ συναντήθηκαν

και να ’μαστε εδώ τώρα

μάνα και κόρη μικρούλα

αγκαλιασμένες, ενωμένες, σμιχτές,

σαν να μην είχαμε υπάρξει ποτέ μας

χωρισμένες η μια από την άλλη.







10.   Τα σαράντα (Los cuarenta)



Θυμάμαι τη μητέρα μου να γκρινιάζει

για τη λεζάντα μιας φωτογραφίας σε εφημερίδα της Μανάγουας:

«Ηλικιωμένη, ετών 43, πεθαίνει σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα».

Δεν τους φτάνει που έχασε τη ζωή της –έλεγε–

την προσβάλλουν κι από πάνω με τη ρετσινιά της ηλικιωμένης, νέα γυναίκα!



Εκείνη την εποχή η μητέρα μου θα είχε την ίδια ηλικία.

Κι έλεγε πως καθόλου δεν ένιωθε γριά.

Εγώ την κοιτούσα με μια δόση καχυποψίας.

Στα είκοσι, τα σαράντα έμοιαζαν βλέπεις μακρινά

και με μια δόση οξείδωσης και κατάπτωσης.

Πόση εξαπάτηση μπορούν να κρύβουνε τα νούμερα!



Όταν τώρα αναγκάζομαι να πω την ηλικία μου,

πρώτη εγώ αμφισβητώ

την αλήθεια του αριθμού των χρόνων μου.



Ύστερα από νεότητες όλο άγχη,

ξέρω πλέον ποια είμαι και τι θέλω

όπως και το τίμημα που πρέπει να πληρώσω για να τ’ αποκτήσω.

Αναρωτιέμαι αν, υποχρεωμένες να τρέμουμε τη μέση ηλικία,

παραβλέπουμε την ύψιστη στιγμή της απόλυτης ισορροπίας:

τη μαγική εκείνη στιγμή

όπου τ’ άστρα παρατάσσονται της ζωής

και, εξίσου μακρινές από μέλλον και παρελθόν,

γινόμαστε ανάλαφρες και αποκτούμε φτερά

έτοιμες για χορό

μοναχά για την ανείπωτη ευτυχία της κίνησης

και της σκέψης πως κάθε κίνηση μάς ανήκει.



Σκέφτομαι πως πρέπει να διαλαλήσω:

Γυναίκες σαραντάρες, ενωθείτε!

Ας πάμε ξανά στο δάσος

και στης σελήνης το φως

ας χορέψουμε ξανά χορούς παγανιστικούς

εκείνους των παλιών

και σοφών

μαγισσών.







11.   Η ηλικία με αναπλάθει (La edad me está recreando)



Η ηλικία με αναπλάθει.

Ένα άγνωστο πρόσωπο προβάλλει δειλά

πάνω στο πρόσωπό μου.

Κάθε μέρα που περνά, αντί για την ομοιότητα

που έχω συνηθίσει,

μια γυναίκα άλλη στον καθρέφτη πλησιάζει

και με κοιτάζει με μια ωριμότητα

που δεν αναγνωρίζω ακόμη

ως δική μου.







12.   Εμμηνόπαυση (Menopausia)



Ώς τα τώρα

οι γυναίκες ανά τον κόσμο

την περάσαν κι επιβίωσαν.

Από στωικότητα

ή επειδή τότε τους στερούσαν

το δικαίωμα στο παράπονο

οι γιαγιάδες μας

έφτασαν τα γηρατειά

με σώμα ασθενές

αλλά ηθικο ακμαιότατο.

Τώρα αντιθέτως

συγγράφονται πραγματείες

και ήδη απ’ τα τριάντα

αρχίζει το άχθος,

η διαίσθηση της καταστροφής.



Το σώμα είναι πιο πολλά από ορμόνες.

Με εμμηνόπαυση ή εμμηνόρροια,

η γυναίκα είναι γυναίκα—

κάθε άλλο παρά μια φάμπρικα χυμών

και κυττάρων.

Απουσία περιόδου δεν θα πει απουσία του μέτρου,

ούτε ικανοτήτων.

Δεν σημαίνει ότι θα ριχτείς

σαν το μύδι στο κοχύλι

και εκεί μέσα θα πεθάνεις.

Και αν φέρνει την κατάθλιψη,

δεν είναι κάτι νέο—

το αίμα του κάθε μήνα έφερνε τα δάκρυά του

και την αλόγιστη τη δόση του σε οργή.

Λόγος λοιπόν κανείς δεν υπάρχει

να αισθάνεσαι υποτίμηση.

Μάζεψε σερβέτιες και ταμπόν

και κάψ’ τα στην πυρά

στου σπιτιού σου την αυλή.

Γυμνώσου

και χόρεψε γυμνή το χορό της ωριμότητας.

Και συνέχισε να ζεις,

όπως ζήσαμε όλες.









13.   Πενήντα και κάτι (Cincuentipico)



Σήμερα, ημέρα των γενεθλίων μου,

καμία διάθεση δεν έχω να προσέξω τη γραμμή μου.

Γράφω ενώ τρώω σοκολάτα

και πίνω ένα γευστικό ζεστό ρόφημα καφέ με βανίλια.



Σ’ αυτήν την ηλικία είναι βασική η απαξίωση της ομορφιάς—

να της δίνεται, αρμόζει, η μικρότερη σημασία.

Εξάλλου

ούτε ένα σώμα σμιλεμένο

θα με έσωζε.

Αν κάποιος γυρνούσε το κεφάλι να κοιτάξει

θα το έπραττε για να πει:

«κοιτάξτε τι καλά που διατηρείται,

τι καλά τα χρόνια κρύβει,

να ’χει κάνει πλαστική;»



Απ’ όλες τις απώλειες των σαράντα,

η πιο δυσκολοχώνευτη

ήταν να μην νιώθω πια

αντικείμενο του πόθου.



Πάει η θάλασσα η τρικυμισμένη

που μέσα της ολοένα έπρεπε να κολυμπώ

για να κρατηθώ στην επιφάνεια.

Τώρα στο νερό επιπλέω σαν σημαδούρα στρογγυλή και κίτρινη,

μια σημαδούρα αθώα

που μ’ αυτήν παίζουν τα παιδιά.



Σύντομα πια κανείς δεν θα με τρέμει.

Η δύναμη της φωτιάς μου

θα σιγοκαίει σε μέρη πιο προσωπικά.



Θα έρθει η ώρα

να εγκαταλείψω τα ρούχα τα φαρδιά και τον τρόμο

και να παραδεχτώ πως η ηλικία

προέβη σε πραξικόπημα.







14.   Ανάφλεξη (Fogonazos)



(Ανάγνωση υπό τους ήχους σειρήνων της πυροσβεστικής)



Φλέγεται το στήθος μου

Φλέγεττταιαιαιαιαι

Ακολουθεί το σχομάχι

Το στέρνο στις φλόγες

Το δέρμα σε ολόκληρο τον κορμό μου καίει

κι εγώ εδώ με τη βεντάλια, να κάνω αέρα, να με στεγνώνω, ν’ αλλάζω θέση

ανίκανη να σβήσω

τη λύσσα της φωτιάς.



Ανάφλεξη φωτός.

Η νεότητα αφήνει γεια με πυροτεχνήματα,

τα σωθικά μου ρίχνουν στη φωτιά της

φωτογραφίες ερώτων περασμένων.

Ορμόνες εκδικητικές

κηρύσσουν την επανάσταση στη γαλήνη

και ανακαλύπτουν τροπικούς ή φλεγόμενες ερήμους

στη χλιαρή πάνω και ανύποπτη σάρκα.

Μια αγωνία ακανόμαστη και παράλογη

στο στήθος μου σιμώνει

και την καρδιά μου σκαλίζει σαν τρυπάνι.

Δεν ξέρω γιατί νιώθω αυτήν την επιθυμία

να κρυφτώ

και σε σεντόνια να καταφύγω απαλά.



Τι θα μου συμβεί σαν η φωτιά σταματήσει

να σιγογλείφει τα κόκκινα κάρβουνα,

ανώφελες φωτιές

στα αναμμένα μου στήθη;



Το δίχως άλλο θα βρίσκομαι εδώ

Τη γλώσσα βγάζοντας στο γήρας

Ορμόνες θα εφεύρω με ζωντανή την ενθύμηση

τόσων άλλων νικημένων.



Προς τι η φαντασία

αν όχι προς εναντίωση

στα τερτίπια ενός Χρόνου

σεξιστή

και αλαζόνα;







15.   Κόρη, ένα βήμα πριν το γάμο (Hija a punto de matrimonio)



Με την αυγή

σαν το φεγγάρι αποχωρούσε

και ο πόνος άφηνε τα πόδια

και την κοιλιά μου

εμφανίστηκες εσύ,

πλασματάκι

φερμένο στον κόσμο από μένα.



Στης αγκαλιάς μου την κούνια

ροδαλή και εξαντλημένη απ’ το περιπετειώδες σου ταξίδι

ταξίδι αστροναύτη μες στα σπλάχνα μου

με κοίταξες με μάτια νυσταγμένα

Και εγώ σε είδα να χαμογελάς

σαν να με γνώριζες ήδη

σαν εσύ, όπως και εγώ,

να είχες ήδη φανταστεί το πρόσωπο αυτό

που θα σε κοιτούσε



Μικρή μου που ήρθες σε μένα

από μια επιθυμία ισχυρότερη από τη λογική

και τους οιωνούς

τώρα είσαι μια γυναίκα με τις έγνοιες της

και τα φτερά της

που απαιτεί την ευτυχία και την πληρότητα



Σιωπηλή μες στις ασχολίες σου

όπως άλλωστε τα κάνεις όλα

σίγουρη και χωρίς συναισθηματισμούς

ετοιμάζεσαι

για να ξεκινήσεις νέο ταξίδι

αυτό της αγάπης

αυτό του αντρόγυνου



Μέσα στις ετοιμασίες

τα φορέματα, τις αναθεωρήσεις του μενού, τα λουλούδια και τα δώρα

προσεκτικά και με αγάπη διαλεγμένα

για τους καλεσμένους

πηγαίνεις κι έρχεσαι μεταξύ δουλειάς και σπιτιού

με το κοριτσίστικο πρόσωπό σου



Σιωπηλά γίνομαι μάρτυρας της ζωής σου

Σιωπηλά σε αγαπώ.







16.   Γεύση από τρύγο (Sabor de vendimia)



Τον τρόμο θυμάμαι των πρώτων μου ρυτίδων.

Τη σκέψη: τώρα μάλιστα. Ήρθε και μένα η ώρα μου.

Οι γραμμές του γέλιου χαραγμένες στο πρόσωπό μου

ακόμη και την ώρα της πιο μεγάλης σοβαρότητας.

Εμένα θυμάμαι μπροστά στον καθρέφτη

να προσπαθώ με τα χέρια να τις σβήσω

τεντώνοντας τα μάγουλα, πάλι και πάλι,

μα δίχως αποτέλεσμα.

Ύστερα ήρθε το βλέμμα το μυστικό στην αντανάκλαση στα τζάμια

να με ρωτήσει μήπως το φως της μέρας τις έκανε πιο εμφανείς,

ή μήπως εκείνος που με κοιτούσε απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο

κατέκρινε την αδυναμία μου να παραμείνω νέα

απτόητη από το πέρασμα του χρόνου.



Βίωσα τα πρώτα αυτά σημάδια του χρόνου

με την ντροπή του αποτυχημένου.

Σαν τη φοιτήτρια που κόβεται στο μάθημα

και περπατά στο δρόμο

φέροντας τον κακό βαθμό στο κούτελο.

                        —Οι γυναίκες νιώθουμε ένοχες σαν γερνάμε,

                        λες και, περασμένη πια η νιότη της ομορφιάς,

                        δεν μας μένει άλλο να δώσουμε,

                        παρά πρέπει ν’ αποχωρήσουμε·

                        αποχώρηση και παραχώρηση της θέσης στις νεότερες,

                        σε πρόσωπα και σώματα αθώα

                        που ακόμη δεν διέπραξαν το αμάρτημα

                        να ζήσουν πέρα απ’ τα τριάντα ή τα σαράντα—



Δεν ξέρω πότε αποφάσισα να επαναστατήσω.

Να μην δέχομαι πια πως μονάχα μου επιτρέπουν

τα δέκα ή τα είκοσι χρόνια με κυτταρίτιδα·

και να νιώθω υπερήφανη για τα σημάδια

της ωριμότητάς μου.



Τώρα

χάρη σ’ αυτό το σκεπτικό

ολοένα λιγότερο σταματώ

μπροστά στον καθρέφτη.

Περνώ στα ψιλά

την εμφάνιση

των αναπόφευκτων γραμμών

στο χάρτη του προσώπου μου.



Σε τελική ανάλυση,

η ψυχή

–ευτυχώς–

είναι σαν το κρασί.

Ας με πιει όποιος με αγαπάει,

και ας με γευτεί.








17.   Μπορούμε ν’ αρνηθούμε (Uno puede negarse)



Σήμερα αποφάσισα ν’ αδιαφορήσω για τις ορμόνες μου. Καθόλου δεν με νοιάζει αν παρίστανται ή αν απουσιάζουν. Αδυνατώ να τους επιτρέψω να με ελέγξουν, να με στενοχωρήσουν, στο κορμί μου να εισβάλουν και στα ρολόγια του, το ρυθμό αλλάζοντας και το χρόνο της ζωής μου. Ρητά το δηλώνω πως μπορούμε ν’ αρνηθούμε, συνεργοί να γίνουμε του μηχανισμού που, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, απειλεί σε σύγχυση όλα να τα φέρει, ενέδρα να μας στήσει και να μας ακρωτηριάσει, ώστε όντα άφυλα να γίνουμε, αναμμένα, στείρα και δίχως προορισμό. Δηλώνω πως μπορούμε ν’ αρνηθούμε, συνοδοί να γίνουμε απαθείς ενός κορμιού που αποφασίζει πως νυχτώνει, τη στιγμή που η μέρα μόλις χάνει την τελευταία αχτίδα νιότης. Δεν θα με νικήσουνε οι χυμοί που με τις ωοθήκες μου παίζουν, πότε ανεβαίνοντας και πότε κατεβαίνοντας, λες και είμαι παιδική χαρά με κούνιες. Δεν θα αφήσω το αίμα μου να ενδώσει στην ιστορία τη σχετική με χρονόμετρα αδηφάγα που τους πυλώνες της ζωής μου ροκανίζουν. Δηλώνω πως το μυαλό, ένα μυαλό ρυθμιστικό και πρωτοπόρο, καλείται τη θέση ισχύος να διαφυλάξει σ’ αυτόν τον πόλεμο ενάντια στη θνητότητα. Έτσι τη στρατηγική μου θα διαμορφώσω: διαλογισμός, σκέψη, λήψη φωσφόρου, κατανάλωση ψαριού, βιταμίνες. Με τις σκέψεις μου έναν κύκλο από σίδερο θα φτιάξω, και την ύπαρξή μου και τα θέλω μου θα ορίσω, ώσπου το κορμί μου να παραδοθεί, ώσπου οι ορμόνες τις κρυψώνες τους ν’ αφήσουν, ν’ αποφασίσουνε ξανά να με κατοικήσουν και μέσα μου να βρούνε την εστία τους όπως πάντα και για πάντα.







18.   Οικιακές συσκευές (Electrodomésticos)



Η ζωή πιάνει την αγάπη και την αλέθει

σαν ακόμη μια από εκείνες τις συσκευές

που μετατρέπει τα λαχανικά

σε πουρέ ή χυμό.



Δυο δημιουργούν το έδεσμα το μοναδικό της αγάπης

με γεύση από τη γεύση τη δική τους

και έναν αρχικό ενθουσιασμό

από θηλές εκστατικές.

Και όμως,

στην εποχή των συσκευών των οικιακών

ο μέγιστος επεξεργαστής είναι η ζωή—

η καθημερινότητα με τη ρουτίνα της

οι μανίες

η διαρκής προσπάθεια του ανθρώπου

η ανόητη κυριαρχία

ώσπου να φτάσει η ώρα

της πείνας και της ανάγκης

της επιστροφής στις σκιές

της ανακύκλωσης υπολειμμάτων

Πάλι η συσκευή που επεξεργάζεται

ο πουρές

και ο χυμός

ώσπου μονάχα ένα αραιό υγρό να απομείνει

και εκείνη η μυρωδιά

γεύματος γιορταστικού

σαν μια φωτογραφία μαγική, φανταστική

που στη μνήμη λαμπυρίζει.







19.   Για τίποτα δεν μετανιώνω (No me arrepiento de nada)



Εκκινώντας από τη γυναίκα που είμαι σήμερα,

πότε-πότε αναλογίζομαι

εκείνες που θα μπορούσα να είχα γίνει—

γυναίκες όλες πρώτης τάξης

δραστήριες, καλές σύζυγοι,

υπόδειγμα αρετής

όπως θα ήθελε η μητέρα μου.

Αγνοώ γιατί

τη ζωή μου όλη πέρασα

επαναστατώντας εναντίον τους.

Μισώ τις απειλές τους στο κορμί μου.

Την ενοχή που οι αναμάρτητες ζωές τους,

σαν παράξενη γητειά,

μου προκαλούνε.

Απαρνούμαι τις ευεργετικές τους λειτουργίες:

τα κλάματα κρυφά απ’ το σύζυγο,

την ντροπή μπροστά στη γύμνια

κάτω απ’ τα πλυμένα και σιδερωμένα εσώρουχα.

Αυτές οι γυναίκες, ωστόσο,

με κοιτάζουνε μέσα απ’ τον καθρέφτη,

το δάχτυλο της κατηγόριας τους σηκώνουν

και, κάποτε, ενδίδω στο όλο επίκριση βλέμμα τους

και επιδιώκω να κερδίσω την παγκόσμια αποδοχή,

το «καλό κορίτσι» να ’μαι και η «γυναίκα η συνετή»

η Τζοκόντα η αψεγάδιαστη.

Αγωγή να επιδεικνύω κοσμιοτάτη,

με το κόμμα, με το κράτος, τις φιλίες,

την οικογένεια, τα παιδιά μου και όλα τα όντα

που σε πλήθη κατοικούν αυτόν τον κόσμο το δικό μας.

Μέσα σ’ αυτήν την αναπόφευκτη αντίφαση,

ανάμεσα σ’ αυτό που θα ’πρεπε να είμαι και αυτό που είμαι,

αμέτρητες έχω δώσει μάχες θνητές,

μάχες με όλες τους παραταγμένες ώμο με ώμο εναντίον μου

—εκείνες που μέσα μου διαμένουν

προσπαθώντας να γίνουν εγώ—.

Παρακούοντας μητρικές εντολές,

με πόνο και με βία ξεριζώνω

τις γυναίκες μέσα μου

που, από παιδί, κάνουν τα μάτια μου να γυρίζουν,

αφού δεν χωράω στο άψογο καλούπι των ονείρων τους,

αφού τολμώ να είμαι αυτή η τρελή,

ατελής, τρωτή και απαλή,

που ερωτεύεται σαν μια ψυχή που χρειάζεται

δίκαιους λόγους, άντρες ωραίους

και λέξεις όλο παιχνίδι.

Γιατί, ενήλικη όντας, τόλμησα να ζήσω

την απαγορευμένη παιδική ηλικία,

και έρωτα έκανα πάνω σε γραφεία

—εν ώρα εργασίας—

σπάζοντας δεσμά απαραβίαστα

και τόλμησα να ευχαριστηθώ

ένα σώμα υγιές και αισθησιακό

όπως μου το χάρισαν

τα γονίδια των προγόνων μου.

Κανέναν τους δεν κατηγορώ. Αντιθέτως τους ευχαριστώ για τα δώρα τους.

Για τίποτα δεν μετανιώνω, όπως έλεγε η Εντίτ Πιαφ.

Μα στις πηγές τις σκοτεινές όπου βυθίζομαι

τα πρωινά, σαν ανοίγω τα μάτια,

τα δάκρυα νιώθω να ανεβαίνουν—

αυτές τις άλλες γυναίκες βλέπω να περιμένουνε στην είσοδο,

καταδίκες πλέκοντας ενάντια στην ευτυχία μου.

Αδείλιαστα καλά κορίτσια με κυκλώνουν

χορεύοντας τα παιδικά τραγούδια τους ενάντια σε μένα:

ενάντια σε αυτήν τη γυναίκα

τη γινωμένη και δίκαια,

τη γεμάτη,

αυτή τη γυναίκα με στήθια

και λεκάνη φαρδιά,

αυτήν που, ενάντια στη μητέρα μου και για χάρη της,

είμαι και το απολαμβάνω.







20.  Σοφία Μοντενέγρο, ετών 60 (Sofia Montenegro en sus 60)



Τι φίλη εκείνη

που ένα απόγευμα Αυγούστου

στον τάφο σε συνοδεύει της μητέρας σου,

ακούγοντάς σε να μιλάς για την πολύπλοκη αγάπη

που ένιωσες γι’ αυτήν την απούσα παρουσία

και με μια της κίνηση, ίδιόν της γνώρισμα

κίνηση τόσο δική της

που όσοι την αγαπούμε γνωρίζουμε πως της ανήκει

σταυρώνει τα πόδια, κοιτάζει γύρω

από την τσάντα βγάζει ένα τσιγάρο

σου προσφέρει και σένα

και βολεύεται πάνω στην ταφόπλακα

σαν σε πολυθρόνα

για να συζητήσει γλυκειά, σοφή και δυνατή

για τη φύση της γυναίκας

και για τις άλλες τις γυναίκες

τις μανάδες που καθέναν γεννούν

κι επιστρέφουν στη γη φορτίζοντάς την με τα ερωτήματά τους

και για τις δικές μας

τις πάντοτε παρούσες

και για όσους γνωρίζουν τι παράξενη χημική αντίδραση

και τι μακρά διαδοχή συνεννοήσεων και παρανοήσεων

προκάλεσαν σ’ εκείνες τις φίλες, σαν εμάς τις δυο που

καθόμαστε να καπνίσουμε πάνω στους τάφους τους

και να τις μνημονεύσουμε δίχως σερεμόνιες

μα με την αγάπη την πιο μεγάλη

που κόρες μονάχα μπορούν να νιώσουν

συνένοχες κι ανεξιλέωτες.



Τα αμαρτήματα της φίλης μου Σοφίας

συμπορεύονται ασφαλώς με τη ζωή μου

κι εκτείνονται μακρύτερα από εκείνο το απόγευμα ―

μαζί της πέρασα νύχτες ολόκληρες χορεύοντας φλαμένκο

με το ξημέρωμα να μας βρίσκει επάνω στα τραπέζια

ιστορίες ερώτων σαν αστέρια με πολλές και μυτερές αιχμές

μαγγανείες που θα έλυναν τις πιο δύσκολες εξισώσεις απογοήτευσης

την επιμονή σε πάθη αδύνατα

που όντας τέτοια

γίνονταν αιτία πειραγμάτων και αντιδράσεών της

καθώς εκείνη με κάψα διονυσιακή

και φιλήδονη δίψα

τον κόσμο μπορεί ν’ ανασυστήσει σε μια νύχτα

και μόνη της ν’ αντροπαλέψει ενάντια σε απαισιόδοξους και ορθολογιστές

ξεστομίζοντας λέξεις, ίδιες του Ποσειδώνα τρίαινες

που καταριώνται τη θάλασσα.



Έτσι είναι η γυναίκα αυτή:

σεισμός υποθάλλασιος, υπόγειος, τυφώνας

για τους μικρόψυχους και τους μέτριους.

Μάντισσα μελωδική

αμέτρητων ακόμη μαχών

που μένουνε να κερδηθούν.



*********************



21. Διατρέχοντάς σε (Recorriéndote)
 
Θέλω τη σάρκα σου να δαγκώνω,
σάρκα αλμυρή και όλο ρώμη,
ξεκινώντας απ´τα όμορφα τα μπράτσα σου,
ίδια με κλαδιά ερυθρίνας,
να συνεχίζω προς το στήθος αυτό που τα όνειρά μου τ’ ονειρεύονται
αυτό το στήθος-σπηλιά όπου το πρόσωπό μου κρύβω
ανασκαλεύοντας την τρυφεράδα,
αυτό το στήθος που τύμπανα αντηχεί και ζωή συνεχή.
Εκεί για κάμποσο να μένω
μπλέκοντας τα χέρια μου
στο δασάκι αυτό από θάμνους που βλασταίνουν,
απαλό και μαύρο κάτω απ’ το γυμνό μου δέρμα,
να συνεχίζω ύστερα στον αφαλό
προς το κέντρο εκείνο απ’ όπου ξεκινάς να γαργαλιέσαι,
και ολοένα να σε δαγκώνω, να σε φιλώ,
ώσπου εκεί να φτάνω,
στο μικρό εκείνο μέρος
-κρυφό και μυστικό-
που χαίρεται στην παρουσία μου
που προχωρά για να μ’ υποδεχτεί
και προς εμένα προελαύνει
με όλην του τη δύναμη την πυρωμένη, ανδρική.
Ύστερα στα πόδια σου να κατεβαίνω
στέρεα σαν τις πεποιθήσεις σου τις αντάρτισσες,
τα πόδια αυτά που το ανάστημά σου ορθώνουν
που σε φέρνουνε σε μένα
και εμένα συγκρατούν,
που τα πλέκεις τη νύχτα στα δικά μου
τα απαλά και θηλυκά.
Τα πέλματά σου να φιλώ, έρωτά μου,
που τόσο, δίχως μου, τους μένει να διαβούν
και πάλι πίσω ν’ ανεβαίνω, σκαλί το σκαλί,
ώσπου τα χείλη να πιέζω στα δικά σου,
ώσπου όλη να γεμίζω απ’ το σάλιο, την ανάσα τη δική σου,
ώσπου μέσα μου να εισβάλλεις
με τη δύναμη του ιλίγγου
και με το πήγαινε να με κατακλύζεις και το έλα σου
σαν θάλασσα ανήμερη,
ώσπου ν’ απομένουμε οι δυο μας ιδρωμένοι τεντωμένοι
στων σεντονιών πάνω την άμμο.



22. Σαν γάτα (Como gata boca arriba)

Σαν γάτα, σε θέλω, ανάσκελη
με κοιλιά αναθρώσκουσα σε θέλω,
νιαουρίζοντας μέσα απ’ τη ματιά σου,
μέσα από τούτον τον έρωτα-κλουβί
τον βίαιο
τον γεμάτο γρατζουνίσματα
σαν σε νύχτα με φεγγάρι
σαν δυο γατιά ερωτευμένα
που τον έρωτά τους ομιλούν στις στέγες
ζευγαρώνοντας με λυγμούς και με κραυγές
μ’ αισχρόλογα, χαμόγελα και δάκρυα
(από εκείνα που κάνουν το κορμί ν’ αναρριγά από χαρά)
Σαν γάτα, σε θέλω, ανάσκελη
κι απ’ τη φυγή με υπερασπίζω,
τη λιποταξία απ’ τη μάχη,
από αδιέξοδα και νύχτες δίχως να μιλούμε,
αυτόν τον έρωτα που με ζαλίζει,
που γύρη με γεμίζει,
γονιμότητα
και πισώπλατα τη μέρα μ’ ακολουθεί
προκαλώντας μου ρίγη.
Δεν φεύγω, να φύγω δεν θέλω, να σ’ αφήσω,
στα κρυφά σε ψάχνω
γουργουρίζοντας,
σε ψάχνω ξεμυτίζοντας πίσω απ’ τον καναπέ,
πηδώντας πάνω στο στρώμα σου,
λυκνίζοντας την ουρά μου στα μάτια σου μπροστά,
σε ψάχνω με τα τεντώματά μου πάνω στο χαλί,
φορώντας τα γυαλιά για να διαβάσω
βιβλία οικιακής οικονομίας
να μην γυρνώ αλλοπαρμένη και το σπίτι να ξέρω να διοικώ,
φαγητό να μαγειρεύω
και τα δωμάτια να συγυρίζω
ώστε δίχως σκόνη ν’ αγαπιόμαστε και δίχως αταξία,
ν’ αγαπιόμαστε τακτοποιημένα,
τάξη βάζοντας σε τούτο το χάος
επανάστασης, δουλειάς και έρωτα,
σε κατάλληλο χρόνο κι ακατάλληλο,
τη νύχτα, τα χαράματα,
στο μπάνιο,
γελώντας εμείς, ίδιοι γατιά εξημερωμένα,
γλείφοντας τις μουσούδες μας σαν γατιά υπερήλικα, κουρασμένα
απ’ το διάβασμα της εφημερίδας στα πόδια του καναπέ.
Σαν γάτα, σε θέλω, ευγνωμονούσα,
παχειά απ’ την προσοχή και τα χάδια τα πολλά,
σαν γάτα, σε θέλω, ισχνή
καταδιωκόμενη, κλαψιάρα,
σαν γάτα σε θέλω, έρωτά μου,
σαν γάτα, Τζιοκόντα,
σαν γυναίκα,
σε θέλω.



23. Σύντομες παραδόσεις ερωτισμού (Pequeñas lecciones de erotismo)

I
Να διατρέχεις ένα κορμί
σε όλην του την έκταση την αιολική
θα πει το γύρο να κάνεις του κόσμου
και δίχως πυξίδα στα τέσσερα του ορίζοντα σημεία να περιδιαβαίνεις
νήσους κόλπους χερσονήσους φράγματα υδάτων μανισμένων
Υπόθεση εύκολη δεν είναι –παρότι ηδονική–
Μην θαρρείς πως μια μέρα, μόνο, ή νύχτα σε σεντόνια στρωμένα
για τούτο θα σου φτάσει
Οι πόροι μέσα κρύβουν μυστικά, πολλά φεγγάρια να γεμίσουν

II
Το κορμί, χάρτης αστρικός σε κώδικα μυστικό
Έν’ άστρο θ’ απαντήσεις κι ίσως θα πρέπει ν’ αρχινήσεις
τη ρότα σου να διορθώνεις όταν σύννεφο, τυφώνας ή κάποιο ουρλιαχτό βαθύ
ρίγη σε γεμίσουν
Μια χούφτα που ούτε καν την είχες υποψιαστεί

III
Φορές πολλές το ίδιο σημείο να επιμεληθείς
Συνάντησε τη λίμνη με τα νούφαρα
Χάιδεψε με την άγκυρά σου του κρίνου την καρδιά
Βυθίσου μέσα να πνιγείς κι απλώσου
Μην απαρνηθείς τη μυρωδιά τη ζάχαρη το αλάτι
τους ανέμους τους βαθείς το πλήθος τα φωτοστέφανα των πνευμόνων
Ομίχλη στο νου
και στα πόδια ρίγος
Θαλασσοχαλασμός γλαρωμένος τα φιλιά

IV
Δίχως φόβο στον χούμο να βαλθείς στη φθορά την αβίαστη
Μην ποθείς στην κορφή να αποφτάσεις
Καθυστέρησε στου παράδεισου την πύλη όσο μπορείς
Νανούρισε τον έκπτωτο άγγελό σου ανακατεύοντάς του τα πυκνά μαλλιά
με το ξίφος φωτιάς ασφετέριστης
Δάγκωσε το μήλο

V
Μύρισε
Πόνεσε
Αντάλλαξε βλέμματα σάλιο μουσκέψου
Κυλήσου εντύπωσε λυγμούς σάρκα που στάζει
Εύρημα το πόδι στο τελείωμα του άκρου
Καταδίωξέ το ψάξε μυστικό του βήματος μορφή της φτέρνας
Τόξο του βηματισμού που γεννά κολπίσκους βάδισμα τοξωτό
Απόλαυσέ τα

VI
Άκουσε εσύ κοχύλι της ακοής
πώς η υγρασία στενάζει
Λωβός που στα χείλη σιμώνει ήχος της ανάσας
Πόροι που φουσκώνουν και όρη μικροσκοπικά γεννούν
Αίσθηση σπασμού σάρκας επαναστατημένης στο ρυθμό
Πηγή απαλή του αυχένα που στη θάλασσα του στήθους ξεχύνεται
Παλίρροια της καρδιάς ψιθύρισέ του
Εντόπισε των νερών τη σπηλιά
VII
Διαπέρασε τη γη του πυρός την πίστη την καλή
και τρελός διάπλευσε το σμίξιμο των ωκεάνειων υδάτων
Διάσχισε τα φύκια και κοράλλια αρματώσου βόγκηξε στέναξε
Αναδύσου με κλάδον ελαίας κλάψε υπονομεύοντας χάδια κρυμμένα
Ξεγύμνωσε ματιές της έκπληξης
Γκρέμισε τον εξάντα από τα ύψη πάνω του ματόκλαδου
Τόξωσε τα φρύδια κι άνοιξε τα παράθυρα της μύτης

VIII
Ανάσανε στέναξε
Πέθανε λιγάκι
Γλυκά αργά πέθανε
Πάλεψε κόντρα στου ματιού την κόρη
Την ηδονή παράτεινε
Όρθωσε το κατάρτι κι άνοιξε πανιά
Βάλε ρότα και πλώρη προς την Αφροδίτη
το άστρο της πρωίας
–η θάλασσα ίδια με κρύσταλλο αδειανό υδραργυρικό–
κι αποκοιμήσου
ναυαγός.



24. Από το ημερολόγιο της Αριάδνης (Del diario de Ariadna)

Μ’ έριξαν στης Κρήτης το λαβύρινθο
γνωρίζοντας τον έρωτά μου για το Μινώταυρο
και βρίσκομαι παγιδευμένη σε μια γωνιά
σε μια χαραμάδα όπου εκείνος να με δει δεν το μπορεί.
Τόσο κοντά μου βρίσκεται
που ως και την ανάσα του ακούω.
Δεν ψάχνει να με βρει, γνωρίζοντάς με δέσμια
του προσεχτικού του γρίφου που εξύφανε για να με πιάσει.
Τον γνωρίζω και συνάμα δεν τον κατανοώ,
τον αγαπώ και ταυτοχρόνως τον απεχθάνομαι:
άγρυπνη τις νύχτες με κρατά η θύελλα των ήχων του.
Βλέπω το φως στην είσοδο·
αχ να μπορούσα να βγω,
να σου έδειχνα, Θησέα, το τρωτό σημείο,
μα τρέμω, προσμένω
– εδώ σ’ αυτό το σπήλαιο του χρόνου,
αόρατη και διάφανη,
υπολογίζοντας υποψιασμένη
πώς να τον γλιτώσω απ’ τα χέρια σου, Θησέα –
να με φωνάξεις: Αριάδνη! Αριάδνη!
για να σου παραδώσω τον μίτο τον λαμπρό
που μ’ αυτόν για πάντα θα τον βγάλεις
από τούτον τον λαβύρινθο της ζωής μου.



25. Ο προορισμός ετούτων των ποιημάτων (Del qué hacer con estos poemas)

Σκέφτομαι, τα ποιήματά μου να συγκεντρώσω,

στοιχισμένα στη σειρά σαν μια γραμμή τυφώνες
και σε βιβλίο να τα εκδώσω, ωραίο και ασύγκριτο, για χάρη σου.
Ένα βιβλίο όπου οι δυο μας θα ’μαστε ευτυχείς
ή ατίθασοι σαν δυο συνδιαλεγόμενα γατιά,
ένα βιβλίο που στου χρόνου σου το χρόνο θα αιωρείται
και που στα εγγόνια σου εσύ θα επιδεικνύεις
λέγοντάς τους
με το καμάρι λατρεμένου αρσενικού:
«Για κοιτάξτε πόσο μ’ αγάπησε ετούτη η γυναίκα.»




26. Εγώ που σ’ αγαπώ (Yo, la que te quiere)

Εγώ είμαι η αδάμαστη γαζέλα σου,
ο κεραυνός που σχίζει το φως στο στήθος σου
Εγώ είμαι ο άνεμος ο ανήμερος στο βουνό
και η κάψα η πυκνωμένη της φωτιάς του πεύκου.
Εγώ τις νύχτες σου θερμαίνω,
ανάβοντας ηφαίστεια στα δυο μου χέρια,
μουσκεύοντας τα μάτια σου με τον καπνό των κρατήρων μου.
Εγώ ήρθα σε σένα ντυμένη την βροχή και την μνήμη,
γελώντας το γέλιο το αναλοίωτο των χρόνων.
Εγώ ο δρόμος ο ανεξερεύνητος,
το φως που διαλύει τα σκοτάδια.
Εγώ αστέρια αποθέτω ανάμεσα στη σάρκα τη δική σου και δική μου
και σε διατρέχω ολόκληρο,
δρομάκι το δρομάκι,
με την αγάπη μου ανυπόδητη,
και το φόβο μου ανένδυτο.
Εγώ είμαι ένα όνομα που τραγουδά και το ερωτεύεσαι
από την άλλη την πλευρά του φεγγαριού,
είμαι η προέκταση του χαμόγελου και του κορμιού σου όλου.
Εγώ είμαι κάτι που αυξάνει,
κάτι που γελάει και κλαίει.
Εγώ,
που σ’ αγαπώ.



27. Μια καθημερινότητα διακριτική (Discreta cotidianidad)


Α! ποιος θα φανταζόταν βλέποντάς μας σήμερα
καθώς καταπιανόμαστε με τούτα και με κείνα
καθώς κουμπώνεις το πουκάμισο εμπρός απ’ τον καθρέφτη
κι εγώ στρώνω το κρεβάτι
χώνοντας την άκρη του σεντονιού κάτω απ’ το στρώμα
πως πάνω του χθες τη νύχτα κυλιόμασταν γυμνοί
δίχως ίχνος της ευπρέπειας που μ’ αυτήν μας βλέπει
ο κόσμος.
Ποιος θα ’λεγε πως αναμαλλιαζόμαστε πάνω στο μαξιλάρι
πως στενάζουμε και τυλιγόμαστε σαν φίδια
με δόντια λερωμένα απ’ το μήλο του Δέντρου της Ζωής.
Μιλάς για όσα έχεις να κάνεις,
για τις υποχρεώσεις σου που σε καλούν στην πόλη.
Εγώ σηκώνω το ρούχο και τελειώνω με το ντύσιμο.
Το κρεβάτι ήδη στρωμένο. Το κάλυμμα στη θέση του. Τα μαξιλάρια.
Οι κουρτίνες τραβηγμένες, ο ήλιος.
Μυστική κρατούμε τη λαγνεία μας
όπως άλλωστε όλοι.
Κι εγώ, μια ακόμη από εκείνες που σήμερα θα γράψουν στα γραφεία τους,
θα φροντίσουν τα παιδιά τους ή θα παραδώσουν μάθημα,
διερωτώμενες αν είναι ακόμη αυτές οι ίδιες
που με τον ερχομό της νύχτας
παραδόθηκαν στην παραφορά.



28. Τα πάντα χάριν της αγάπης (Todo sea por el amor)

Πράγματα τόσα έχω κάνει για χάρη σου
που πρέπει ειδικά να προσέξω
μην και η ιστόρησή τους στ’ αφτιά σου ως παράπονο ηχήσει·
γιατί τα πάντα έχουν γίνει από αγάπη —
και αυτές ακόμη οι αστραπές και οι κυκλώνες που ελευθέρωσα
απ’ της Πανδώρας το κουτί
που ο ίδιος μια μέρα μου έβαλες στα χέρια,
ναι, αληθεύει πως πόνεσαν πολύ,
πως πολλές φορές τη σάρκα μου την ξέσκισαν απ’ τη ρίζα
και μένα μ’ έβαλαν να ψάχνω την καρδιά μου
με το φόβο μην δεν ακούσω το στρατιώτη βηματισμό της,
τα πάντα απόφαση δική μου και νηφάλια,
δική μου απώλεια κι απόλαυση δική μου,
και μέσα τους μ’ αντίκρισα πιότερο ακόμη γυναίκα
ικανή γι’ αναρριχήσεις κι ακροβασίες,
μ’ επιμονή όνου πεισμωμένου,
και που μ’ αυτά πορεύτηκα σε μονοπάτια άγνωστα,
συνεπαρμένη απ’ την οσμή την εγγύτατη της ευτυχίας,
ψάχνοντάς σε πίσω από χειρονομίες, πόρτες κλειστές
κι απ’ τον τρόπο που άφηνες τα ρούχα σου
κι όταν σε βρήκα
διάπλατα σου ανοίχτηκα
σαν κλουβί γεμάτο αηδόνια
γνωρίζοντας επίσης πώς είναι
ένα άστρο να έχεις εκτυφλωτικό στα σωθικά σου.
Λοιπόν, με παράπονα να σφάλλω δεν θέλω—
υπεύθυνη με κρίνω για τον ήλιο και τη σκιά,
όμως, αχ αγάπη μου, πόσο με πονά
που -όντας εγώ στον ουρανό σου
σαν αστέρι περιπλανώμενο,
άσπλαχνα αναρτημένο στο σύμπαν σου-,
τη λάμψη μου δεν ανακάλυψες,
ούτε με κατοίκησες
το φως μου κατακτώντας,
παρά τόλμησες μονάχα
να με ψηλαφήσεις —
σαν τον τυφλό
μες στα σκοτάδια.



29. Σαν κανάτι (Como tinaja)

Τις ημέρες τις καλές,
της βροχής,
τις ημέρες που αγαπηθήκαμε
ολοκληρωτικά,
που ολοένα ανοίγαμε
ο ένας στον άλλον
σαν σπήλαια μυστικά,
τις ημέρες εκείνες, αγάπη μου,
το κορμί μου σαν κανάτι
όλο το ύδωρ το απαλό συγκέντρωσε
που πάνω του έσταξες∙
και τώρα
σε τούτες τις ημέρες της ξηρασίας
που η απουσία σου πονά
και τη σάρκα σκίζει,
ύδωρ ξεπηδά απ’ τα μάτια μου
γεμάτο απ’ την ανάμνησή σου
για να ζωογονήσει την ξέρα του κορμιού μου
τόσο άδειου, και τόσο γεμάτου από σένα.



30. Η πένθιμη μοναξιά της Κυριακής (En la doliente soledad del domingo)

Είμαι εδώ —
γυμνή,
πάνω στα μοναχικά σεντόνια
τούτης της κλίνης όπου σε ποθώ.
Το κορμί μου κοιτάζω,
ροδαλό και λείο στον καθρέφτη,
το σώμα μου
που υπήρξε η ακόρεστη γη των φιλιών σου,
αυτό το σώμα το γεμάτο αναμνήσεις
απ’ το ανήμερο πάθος σου,
που πάνω του πάλεψες μάχες όλο ιδρώτα
σε ατέλειωτες νύχτες στεναγμών και γέλιων
και αχών σπηλαίων μου εσωτάτων.
Τα στήθη μου κοιτάζω
που χαμογελώντας τα συνταίριαζες
στην παλάμη του χεριού σου,
και που σαν μικρά πουλιά τα πίεζες
στα κλουβιά σου από πέντε σιδερόβεργες,
ενώ ένα λουλούδι εκρηγνυόταν
προσκρούοντας με την στεφάνη του
στη γλυκειά σου σάρκα.
Τα πόδια μου κοιτάζω,
απαλούς κι ατέρμονους ειδήμονες των χαδιών σου,
που νευρικά και γρήγορα στις κλειδώσεις σου τυλίγονταν
για να σ’ ανοίξουνε τους δρόμους της απωλείας
προς το ίδιο κέντρο το δικό μου
και την χλοερή βλάστηση του όρους
όπου εξύφανες μάχες βουβές
εστεμμένες ηδονή,
προανηγγειλμένες από εκπυρσοκροτήσεις
και πρωτόγονους κεραυνούς.
Με κοιτάζω, μα δε με βλέπω,
καθρέφτης δικός σου είναι αυτός που πένθιμα ξαπλώνει
πάνω σ’ αυτήν τη μοναξιά της Κυριακής,
ένας καθρέφτης ροδαλός,
εκμαγείο κενό που αναζητά το άλλο του ημισφαίριο.
Βρέχει  — αλύπητα βρέχει
στο πρόσωπό μου
και σκέφτομαι μονάχα τη μακρινή αγάπη σου
καθώς σκεπάζω
με τις δυνάμεις μου όλες
την ελπίδα.



31. Η επιστροφή (El retorno)

Στο ημερολόγιο...
η απουσία.
Παράθυρα λευκά
απ’ όπου ξεγλιστρά
η μορφή σου.
Με ανακουφίζει η μοναξιά.
Τεντώνει το δέρμα μου.
Τους ήχους ξαναβρίσκω
της εσώτερης ζωής,
που τα λόγια σου τους είχαν σιγήσει.
Οι μέρες απορροφούν την πικρία.
Έξω πέφτουν οι πρώτες βροχές.
Η μοναξιά μου μυρίζει νοτισμένη γη.
Ανέμους γεμίζει η κοιλιά μου.
Λίγες ημέρες ακόμη και θα σβήσουν
οι γραμμές οι ακριβείς του προσώπου σου.
Και τότε απ’ την αρχή θα σε ποθώ
ξανά.
Θ’ αποκλείσω λήθη και οργή.
Η νοσταλγία θα με μουσκεύει
και εγώ η ίδια υγρασία θ’ αναδίνω.
Απ’ τα λευκά παράθυρα
τα μάτια σου θα με θωρούν τα πρότερα,
εκείνα της αγάπης.
Φθαρμένη θα προσμένω
την ανάσταση της σάρκας
αυτού που υπήρξαμε.
Η ψυχή μου θ’ αποσύρει τις βιτρίνες
της αισιοδοξίας.
Στα παράθυρα καναβούρι θα σκορπίσω
και θα προσμένω το σκληρό σου ράμφισμα,
το βλέμμα σου, βλέμμα πουλιού.
Σκιρτώντας.



32. Εμμονή (Permanencia)

Δύσκολο να πεις:
Σ’ αγαπώ,
κοίτα πόσο χρόνο, απόσταση και προσποίηση
επένδυσα εμπρός στον τρόμο της λέξης ετούτης,
ετούτης της λέξης σαν φίδι
που πλησιάζει αθόρυβα, παραμονεύει
και που αρνείσαι μια, δυο, τρεις, πολλές φορές,
διώχνοντάς την σαν σκέψη κακή,
αδυναμία
και παράπτωμα,
σαν κάτι που το λέμε ανεπίτρεπτο
 —αυτό το ρίγος το πρωταρχικό
που στου κόσμου τις απαρχές μάς πλησιάζει,
στο λεξιλόγιο το βασικό της ψαύσης και της επαφής,
στο σκοτάδι της σπηλιάς,
στον άντρα και τη γυναίκα
που διώχνουν γλείφοντας τον φόβο του σαματά—
Ν’ αναγνωρίζεις
εμπρός στον καθρέφτη
το ίχνος,
την απουσία κορμιών που συνομιλούν πλεγμένα.
Να νιώθεις πως υπάρχει
μια άγρια αγάπη
έγκλειστη για λόγους λογικής,
καταδικασμένη εις θάνατον από εξάντληση,
δίχως να δοθεί σε άλλον κανέναν
παρά κυριευμένη από ένα μόνο πρόσωπο αναπόφευκτο.
Μέρες να διαβαίνεις σηκώνοντας το χέρι,
σημαίνοντας την επόμενη συνάντηση,
μόνο και μόνο για να το μετανιώσεις.
Να μην αντέχεις το φόβο,
τη δειλία,
τον τρόμο στον ήχο της φωνής.
Να δραπετεύεις σαν ελάφι, τρομαγμένο απ’ την ίδια του την καρδιά,
κραυγάζοντας ένα και μόνο όνομα στη σιωπή
κι έτσι να κάνεις θόρυβο,
να γεμίζεις με φωνές άλλες,
μόνο και μόνο για να συνεχίσεις να διαλύεσαι
και να αυξάνεις τον τρόμο
που προκαλεί ένας παντοτινά χαμένος ουρανός.




33. Απλές επιθυμίες (Sencillos deseos)

Σήμερα θα ’θελα τα δάχτυλά σου ιστορίες να γράφουν στα μαλλιά μου
θα ’θελα στον ώμο φιλιά
χουχούλιασμα
τις αλήθειες τις πιο μεγάλες να ξεστομίζεις
ή τα πιο μεγάλα ψέματα—
να μου ’λεγες ας πούμε
πως είμαι η γυναίκα η πιο ωραία του κόσμου
πως πολύ μ’ αγαπάς
και άλλα τέτοια,
τόσο απλά,
έτσι χιλιοειπωμένα,
τις γραμμές του προσώπου μου να διαγράφεις
και στα μάτια άχρονα να με κοιτάζεις,
λες κι η ζωή σου ακέρια απ’ το χαμόγελό τους να εξαρτιόταν
όλους τους γλάρους αναστατώνοντας στον αφρό.
Πράγματα τέτοια θα ’θελα, όπως το κορμί μου να περιδιαβαίνεις,
δρόμο δεντροστοιχισμένο και μυρωδικό,
το πρωτοβρόχι να ’σουν του χειμώνα,
αφήνοντάς σε να πέσεις πρώτα αργά
κι ύστερα κατακλυσμιαία.
Πράγματα τέτοια θα ’θελα, όπως ένα κύμα τρυφεράδας τρανό
που τα μέλη μου θα ’λυνε,
έναν κοχυλιού αχό
ένα κοπάδι ψαριών στο στόμα
κάτι τέτοιο
εύθραυστο και γυμνό
σαν ένα άνθος έτοιμο στο πρώτο φως του πρωινού να ενδώσει
ή ένα σπόρο απλώς ή δέντρο
λίγα χορταράκια
ένα χάδι που θα μ’ έκανε να λησμονήσω
και πέρασμα του χρόνου
και πόλεμο
αλλά κι αυτούς ακόμη τους κινδύνους του θανάτου.






34. Γυναίκα ανεξιλέωτη (Mujer irredenta) 

Ορισμένοι κρίνουν
πως υπερβολικά εξύμνησα
του κορμιού τα μυστήρια
τη σάρκα και το όλο φρούτα άρωμά της.

Σώπασε γυναίκα! –διατάζουν–
Και άλλο με τη λαγνεία σου μην μας παιδεύεις
Στο δωμάτιό σου τράβα
Ξεγυμνώσου
Κάνε ό,τι σου κατέβει
Μα σώπαινε
Και στους πέντε ανέμους μην το διατυμπανίζεις.

Η γυναίκα είναι εύθραυστη, αιθέρια, μητρική —
στα μάτια της τα πέπλα της σεμνότητας
την ανυψώνουνε σε αιώνια ιέρεια των αρετών.
Μια γυναίκα σε ηδονή μοιάζει θάλασσα τρικυμισμένη
με έκβαση αποκλειστική το ναυάγιο.

Σώπαινε. Άλλο μη μιλάς για υπογάστρια κι υγρασίες.
Στη νιότη σου η συνήθειά σου αυτή αποδεκτή.
Τότε, άλλωστε, η αποχαλίνωση προβλεπόταν.
Μα τώρα, σώπαινε.

Όπου να ’ναι εγγόνια θα ’χεις. Ήδη τα πάθη σε προσπερνούν.
Πριν καλά-καλά χαθεί του κορμιού σου η σφριγηλότητα
πρέπει την ψυχή να υποτάξεις
στην εκκλησία να συχνάζεις
να πλέκεις ζιπουνάκια
και το βλέμμα σου να σβήσεις
με την ευπρέπεια τη στανική της εμμηνόπαυσης.

Παίρνω θέση σήμερα και γράφω
για τους ιεροκήρυκες της ευκοσμίας,
για εκείνους που, ελλείψει πειστικών επιχειρημάτων,
στις γυναίκες συνταγογραφούν πρώιμο γήρας
θλίψη μοναχική
τον πρόωρο τρόμο εμπρός στις ρυτίδες.

Α, κύριοι εσείς! Αγνοείτε
πόση λεπτότητα κρύβουν τα κορμιά του φθινοπώρου
πόση υγρασία και πόση γη
πόση λάμψη χρυσή αποκρύπτει του δάσους τους το φύλλωμα
όπου το εύφορο χώμα
τράφηκε με χρόνο. 



35. Οι κανόνες του παιχνιδιού για τους άντρες που θα ’θέλαν ν’ αγαπούν γυναίκες... Γυναίκες (Reglas del juego para los hombres que quieran amar a mujeres mujeres)

I
Ο άντρας που θα μ’ αγαπά
θα ξέρει να διατρέχει του δέρματος τις πτυχώσεις,
το βάθος να συναντά των ματιών μου
και αυτό που μέσα μου φωλιάζει να γνωρίζει:
το διάφανο χελιδόνι της στοργής.

II
Ο άντρας που θα μ’ αγαπά
να με κατέχει δεν θα θέλει σαν πραμάτεια,
ούτε σαν τρόπαιο να μ’ εκθέτει κυνηγιού,
θα ξέρει να ’ναι στο πλευρό μου
με την ίδια αγάπη
που εγώ θα είμαι στο πλάι του.

III
Η αγάπη του άντρα που θα μ’ αγαπά
θα ’ναι δυνατή σαν τον κορμό ερυθρίνας,
προστατευτική και στέρεη σαν εκείνην,
και καθάρια σαν Δεκέμβριου πρωί.

IV

Ο άντρας που θα μ’ αγαπά
δεν θ’ αμφιβάλλει για το χαμόγελό μου
ούτε απ’ τον όγκο θα τρομάζει των μαλλιών μου,
θα σέβεται τυ λύπη και σιωπή μου
και με χάδια θα μ’ αγγίζει στην κοιλιά σαν μια κιθάρα,
μουσική να ξεπηδάει και χαρά
από τα βάθη μέσα του κορμιού μου.

V

Ο άντρας που θα μ’ αγαπά
σε μένα θα βρίσκει
την αιώρα ν’ αποθέτει
τον βαρύ σωρό των ανησυχιών του,
τη φίλη που μαζί της θα μοιράζεται τα μυστικά τα πιο κρυφά του,
τη λίμνη όπου θα επιπλέει
δίχως το φόβο μήπως η άγκυρα του συμβιβασμού
την πτήση τού απαγορεύσει σαν θελήσει να γίνει πουλί.

VI
Ο άντρας που θα μ’ αγαπά
ποίηση θα κάνει τη ζωή του,
φτιάχνοντας την κάθε μέρα
με το βλέμμα του στραμμένο στο μέλλον.

VII
Μα πάνω απ’ όλα τούτα,
ο άντρας που θα μ’ αγαπά
την Πόλη πρέπει ν’ αγαπά,
όχι ως ιδέα αφηρημένη
βγαλμένη απ’ το μανίκι,
μα σαν κάτι συγκεκριμένο και απτό,
ενώπιον του οποίου θ’ αποδίδει έμπρακτα τιμές
και θα προσφέρει τη ζωή του αν χρειαστεί.

VIII
Ο άντρας που θα μ’ αγαπά
το πρόσωπό μου θ’ αναγνωρίζει μες στο ανάχωμα,
θα μ’ αγαπά γονατιστός στη γη
καθώς μαζί οι δυο θα βάλλουμε
κατά του εχθρού.

IX
Η αγάπη του δικού μου άντρα
θα αγνοεί το φόβο του δοσίματος,
ούτε θα τρέμει μην βρεθεί μες στη μαγία του έρωτα
σε μια πλατεία κατάμεστη απ’ τα πλήθη.
Θα μπορεί να φωνάζει «σ’ αγαπώ»
ή ψηλά στα κτίρια να το γράφει
υπερασπίζοντας το δικαίωμά του να νιώθει
το πιο όμορφο κι ανθρώπινο απ’ τα αισθήματα.

X
Η αγάπη του δικού μου άντρα
δεν θα του ξεγλιστρά στις κατσαρόλες
ή στις πάνες του μωρού,
θα ’ναι δροσερό αεράκι
διαπερνώντας σύννεφα ονείρων και περασμένων ημερών,
αδυναμίες που, αιώνες τώρα, μας κρατούσαν χωρισμένους
σαν όντα άλλου αναστήματος το καθένα.

XI
Η αγάπη του δικού μου άντρα
δεν θα μου κολλάει ετικέτες και ταμπέλες,
αέρα θα μου αφήνει ελεύθερο και χώρο,
τροφή ν’ αναπτυχθώ και καλύτερη να γίνω,
σαν μια Επανάσταση
που την κάθε μέρα κάνει
αρχή για μια νέα νίκη.



36. Κοιμάσαι (Te duermes)

Κοιμάσαι πλάι μου.
Σιωπηλά βυθίζεσαι σ’ εκείνον τον κόσμο
όπου εγώ μια οποιαδήποτε γνωστή σου μακρινή μπορώ να είμαι,
η παρέα σου στο παγκάκι του πάρκου ή η ερωμένη
που μόλις άφησες για να καταφύγεις σ’ εκείνη τη χώρα, όπου, αμοιβαία, στερούμαστε τις λέξεις.
Με συγκινεί να σε βλέπω να κοιμάσαι, βυθισμένον στα σεντόνια
παραδομένον στον ύπνο, αινιγματικά
κλεισμένον στο κορμί σου.
Θα κοιμηθώ κι εγώ και τότε ίσως ξυπνήσεις
κι ό,τι τώρα σκέφτομαι, σκεφτείς, ίσως
τυλιγμένη να με φανταστείς σε κάποιο δέντρο όλο κλώνια
απ’ αυτά που ξέρεις πως πολύ με συναρπάζουν και με πλησιάσεις αγγίζοντάς με,
αποτραβώντας με από τη σιωπή αυτής της στάσης
σαν ραδιόφωνο σβηστό, φέρνοντάς με ξανά προς το μέρος σου
προς τον έρωτα που ο ύπνος μας χάρισε.




37. Δέηση (Petición)

Την αγάπη να ντυθώ
που είμαι γυμνή —
που μοιάζω πολιτεία
ακατοίκητη,
από ήχους βουβή,
κι από τριγμούς τερετίζω,
φύλλο ξεραμένο, αναιμικό του Μάρτη.
Την ηδονή να τυλιχτώ
αφού στον κόσμο αυτό δεν ήρθα για τη λύπη
που φαρδιά μου πέφτει
σαν ρούχο ξένο.
Ξανά θέλω να νιώσω τη φλόγα,
την αλμύρα να ξεχάσω των δακρύων
–τις τρύπες στους κρίνους
και το χελιδόνι το νεκρό στο μπαλκόνι–.
Ξανά να με δροσίσει του χαμόγελου η αύρα,
κύμα όλο καμπύλες
θάλασσα πάνω στους βράχους της παιδικότητάς μου,
άστρο μες στα χέρια,
δάδα αιώνια του δρόμου προς τον καθρέφτη
όπου ξανά θα κοιταχτώ
ολόκληρη επάνω ως κάτω,
προστατευμένη
κρατημένη απ’ το χέρι,
απ’ το φως,
από χορτάρι καταπράσινο και υφαίστεια —
γεμάτα κολίβρια τα μαλλιά μου,
δάχτυλα, που βγαίνουν απ’ το κουκούλι πεταλούδες,
ο αέρας μπλεγμένος στα δόντια μου,
επιστρέφοντας στην τάξη του,
ένα σύμπαν κατοικημένο από κενταύρους.
Την αγάπη να ντυθώ
που ’μαι γυμνή.





 

38. Αυτό θα πει αγάπη (Esto es amor)

                         "Αυτό θα πει αγάπη− όποιος το ζει, το ξέρει"                    
                          (Lope de Vega)

Ο νους αρνείται τα όμορφα να ξεχάσει,
αρπάζεται απ’ αυτά και κάθε πόνο παραβλέπει,
με τρόπο μαγικό παραδομένος στο ωραίο.
Λόγια δε θυμάμαι για μπράτσα πλαδαρά,
παρά τη δική σου πάντα λεπτή μέση∙
θυμάμαι την απαλή, ακριβή, καθάρια διαφάνεια των χεριών σου,
τις λέξεις σου σε ένα χαρτί που βρίσκω παραπέρα,
την αίσθηση της γλύκας το πρωί.
Ωραίο γίνεται και το πεζό,
άμα η αγάπη το αγγίξει με του Φοίνικα τα φτερά,
στάχτη απ’ το τσιγάρο μου που είναι ο καπνός
μετά τον έρωτα,
ή ο κοινός καπνός,
ο αφαιρεμένος απαλά απ’ το στόμα δίχως λέξη,
γνωρίζοντας βαθειά πως ό,τι ο ένας, αυτό κι ο άλλος
όταν οι δυο σ’ αλλήλους ανήκουν.
Δεν σε καταλαβαίνω και θα ’θελα να σε μισώ,
θα ’θελα να μη νιώθω όπως τώρα
την κάψα των δακρύων μου στα μάτια
για όλον αυτόν τον χρόνο προς το κενό,
προς τον κόρο ασήμαντων ημερών,
που αθάνατες επιστρέφουν στην ηχώ μέσα του γέλιου σου,
και σ’ αγαπώ, τέρας αποκαλυπτικό της βίβλου των ημερών μου
και σε κλαίω, ποθώντας να μισήσω
κάθε τι που κάποτε μ’ έκανε να νιώσω
άνθος σπάνιο σε παράδεισο ανακτημένο,
όπου κάθε ευτυχία θα ήταν δυνατή,
και με πονάς στο σώμα το ευαίσθητο και ξηρό από χάδια,
εγκαταλειμένο ήδη μήνες στον ήχο των φιλιών,
λέξεων ψιθυριστών ή γέλιων την ώρα του μπάνιου.
Σε ποθώ με την αγριότητα του κάκτου μες στην έρημο
και ξέρω πως δεν θα ’ρθεις
ποτέ σου δεν θα ’ρθείς
και πως αν έρθεις, αδύναμη θα δειχτώ όπως δεν πρέπει,
κι αντιστέκομαι, μη γίνω βράχος,
Ταρπήιος,
ή Σπαρτιάτισσα που την ανήμπορη αγάπη της ρίχνει, να μη ζήσει,
και σε κρύβω και σε φυλώ μες στο σκοτάδι
και ανάμεσα στα γράμματα τα μαύρα των γραπτών μου,
γυρτά σαν λάβας ποταμό στις μπλε πάνω γραμμές του τετραδίου
που μου θυμίζουν πως η γραμμή είναι ευθεία,
αν και ο κόσμος καμπύλος
σαν των γοφών μου την γραμμή.
Σ’ αγαπώ και σ’ το φωνάζω όπου και να ’σαι,
κι ας μην ακούς
τη μόνη λέξη που μπορεί να σε σώσει απ’ την κόλαση
που κατεργάζεσαι, σαν τυφλός καταστροφέας
της πιο δικής σου, καταπιεσμένης τρυφεράδας
που εγώ γνωρίζω και που απ’ τη γνώση της
ποτέ πια δεν θα μπορέσεις να ξεφύγεις.
Και ξέρω πως η δίψα μου μονάχα με το ύδωρ το δικό σου ξεδιψά
και πως άλλος κανένας να μου δώσει να πιω δεν μπορεί,
ούτε αγάπη, ούτε έρωτα, ούτε κλαδί ανθισμένο
δίχως εγώ να τον μισήσω στην προσπάθειά του να σου μοιάσει,
και γι’ άλλες φωνές να ξέρω δεν θέλω
κι ας με πονά η νοσταλγία της στοργής
και της συζήτησης, βαθειάς και διεξοδικής, μεταξύ των δυο,
γιατί μονάχα εσύ κατέχεις τον κώδικα τον μυστικό
για το κλειδί των λέξεών μου
και μόνο εσύ μοιάζει να κατέχεις
τον ήλιο, το φεγγάρι, το σύμπαν της χαράς μου,
και για τούτο θα ’θελα να σε μισώ όπως δεν μπορώ,
όπως ξέρω πως ποτέ δεν θα μπορέσω
αφού με μάγεψες με το δισάκι σου γεμάτο με βοτάνια
και νοσταλγίες και σπίθα αναμμένη
και μακρόσυρτες σιωπές
και όμηρο θα με κρατάς των ηράκλειων χεριών σου
κι εγώ θα εξαϋλωθώ, Αφροδίτη θα γίνω σε μια θύελλα δαφνόφυλλων,
και το όζον στην ατμόσφαιρα, που νιώθει τον ερχομό της βροχής,
θα ξέρει πως πια δεν υπάρχουν σύννεφα,
ούτε εξάτμιση,
ούτε ποτάμια,
ότι ο κόσμος αποξηράθηκε
και πως ποτέ πια δεν θα βρέξει,
ούτε χιόνι θα υπάρξει ούτε κρύο ούτε παράδεισος
όπου κάποιο πουλί να σπάσει θα μπορέσει
του θρήνου τη σιωπή.


 
39. Θα παντρευτούμε χειμώνα (Nos casaremos en invierno)

Τώρα θα παντρευτούμε που βρέχει κατακλυσμιαία.
Εσύ κι εγώ και η γη, μαζί θα γιορτάσουμε
το χλωρό των κορμιών,
το φύλο των ανθών,
τη γύρη του γέλιου
κι όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού
που μπερδεμένα καταφτάνουν
στη στάλα μέσα της βροχής.
Χειμώνες θα σπείρουμε στην αγάπη
για να τη δούμε να βλασταίνει
στο ρυθμό των φυτών.
Τα σύννεφα θα σμίξουμε,
να γεννηθεί ο κεραυνός,
και η γης με το νερό ένα να γίνουν.
Θα παντρευτούμε με ουρανό συννεφιαστό,
ενώ βροντούνε οι οροφές
σαν πολυβόλα
και των βατράχων το τραγούδι
από τον κήπο αντηχεί
μαζί μ’ ακολουθία ιπτάμενων μυρμηγκιών.
Χωρίς σκιές, αγάπη μου, θα παντρευτούμε,
με το κεφάλι ακάλυπτο
σε μιαν αυλή υγρή
που γη μυρίζει,
δίχως άλλη δίψα
παρά την εδική γι’ αλλήλους,
με βρεγμένα ρούχα,
ενώνοντας των δυο τις υποχρεώσεις,
για να ’ρθεί η καταιγίδα
που όλα θα τα πλύνει,
σαν τη βροχή, αγάπη μου, καθώς θα παντρευτούμε. 



40. Πόσο βαραίνει η αγάπη

Νύχτα κατασκότεινη
τυφλή στους καιρούς
άγουρη σαν φεγγάρι
μετά βίας ορατό μες στις πυγολαμπίδες.

Τα ίχνη ακολουθώ των βημάτων μου,
την οδυνηρή επιστροφή στο χαμογέλιο∙
με ανακαλύπτω στην κορφή, διακριτή
ανάμεσα σε δέντρα στρεβλωμένα.

Ξέρω πως μια μέρα
και πάλι θα ορθωθούν
οι πρόσφατα βλαστημένοι μίσχοι
της ερυθρής καρδιάς μου,
και τότε, ίσως
τη φωνή μου ακούσεις την τυφλωτική
σαν το τραγούδι των Σειρήνων —
συνειδητή θα σου γίνει
η μοναξιά,
τη στάχτη μου θα ενώσεις,
τον πηλό που σου προσέφερα,
και τότε ίσως μάθεις
η αγάπη πόσο βαραίνει
η σκληρυμένη.

Ο Θεός είπε
Είπε ο Θεός:
Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν.
Στη χώρα τη δική μου
εκείνος που τον πλησίον του αγαπά
στα ζάρια παίζει τη ζωή του.




41. Έρωτας όλο φρούτα

Άσε με να σκορπίσω
στο φύλο σου μήλα
το νέκταρ από μάγκο,
τη σάρκα από φράουλες—
το σώμα σου, όλα τα φρούτα μαζί.
Σ’ αγκαλιάζω και τρέχουνε τα μανταρίνια∙
σε φιλώ κι απ’ όλα τα σταφύλια αναβλύζει
ο οίνος ο κρυφός της καρδιάς τους
που το στόμα μου βρέχει.
Η γλώσσα μου νιώθει στα μπράτσα σου
των πορτοκαλιών το γλυκό χυμό,
και στα πόδια σου το ρόδι
τους προκλητικούς του σπόρους κρύβει.
Άφησέ μου τη σοδειά των φρούτων του νερού
που οι πόροι σου παράγουν με ιδρώτα —
Άντρα μου εσύ από λεμόνια και ροδάκινα,
δώσε μου να πιω πηγές γεμάτες με λευκόσαρκα και μπανάνες,
τσαμπιά ολόκληρα κεράσια.
Το σώμα σου, ο απολεσμένος παράδεισος
εκείνου που ποτέ ξανά κανείς Θεός
δεν θα μπορέσει ν’ αποδιώξει.




42. Σοφία Μοντενέγρο, ετών 60 

Τι φίλη εκείνη
που ένα απόγευμα Αυγούστου
στον τάφο σε συνοδεύει της μητέρας σου,
ακούγοντάς σε να μιλάς για την πολύπλοκη αγάπη
που ένιωσες γι’ αυτήν την απούσα παρουσία
και με μια της κίνηση, ίδιόν της γνώρισμα
κίνηση τόσο δική της
που όσοι την αγαπούμε γνωρίζουμε πως της ανήκει
σταυρώνει τα πόδια, κοιτάζει τριγύρω
από την τσάντα βγάζει ένα τσιγάρο
σου προσφέρει κι εσένα
και βολεύεται πάνω στην ταφόπλακα
σαν σε πολυθρόνα
για να συζητήσει γλυκειά, σοφή και δυνατή
για τη φύση της γυναίκας
και για τις άλλες τις γυναίκες
τις μανάδες που καθέναν γεννούν
κι επιστρέφουν στη γη φορτίζοντάς την με τα ερωτήματά τους
και για τις δικές μας
τις πάντοτε παρούσες
και για όσους γνωρίζουν τι παράξενη χημική αντίδραση
και τι μακρά διαδοχή συνεννοήσεων και παρανοήσεων
προκάλεσαν σ’ εκείνες τις φίλες, σαν εμάς τις δυο που
καθόμαστε να καπνίσουμε πάνω στους τάφους τους
και να τις μνημονεύσουμε δίχως σερεμόνιες
μα με την αγάπη την πιο μεγάλη
που κόρες μονάχα μπορούν να νιώσουν
συνένοχες κι ανεξιλέωτες.

Τα αμαρτήματα της φίλης μου Σοφίας
συμπορεύονται ασφαλώς με τη ζωή μου
κι εκτείνονται μακρύτερα από εκείνο το απόγευμα ─
μαζί της πέρασα νύχτες ολόκληρες χορεύοντας φλαμένκο
με το ξημέρωμα να μας βρίσκει πάνω στα τραπέζια
ιστορίες ερώτων σαν αστέρια με πολλές και μυτερές αιχμές
μαγγανείες που θα έλυναν τις πιο δύσκολες εξισώσεις απογοήτευσης
την επιμονή σε πάθη αδύνατα
που όντας τέτοια
γίνονταν αιτία πειραγμάτων και αντιδράσεών της
καθώς εκείνη με κάψα διονυσιακή
και φιλήδονη δίψα
τον κόσμο μπορεί ν’ ανασυστήσει σε μια νύχτα
και μόνη της ν’ αντροπαλέψει ενάντια σε απαισιόδοξους και ορθολογιστές
ξεστομίζοντας λέξεις, ίδιες του Ποσειδώνα τρίαινες
που καταριώνται τη θάλασσα.

Έτσι είναι η γυναίκα αυτή:
σεισμός υποθάλλασιος, υπόγειος, τυφώνας
για τους μικρόψυχους και τους μετρίους.
Μάντισσα μελωδική
αμέτρητων ακόμη μαχών
που μένουνε να κερδηθούν.



43. Αντριάνα

Αντριάνα
ίσως να μη μάθουμε ποτέ
ούτε εσύ, ούτε εγώ,
ποια σπλάχνα σε γέννησαν στο φως
ποια νύχτα σκοτεινή σ’ έβγαλε στην αγκαλιά μου.
Α!, πλάσμα μου εσύ, επιλεγμένο απ’ όλα τα πλάσματα,
το κλάμα σου σαν πηγή ώς τα μάτια μου ανεβαίνει
Το αδάμαστο ένστικτο να σε προστατέψω με κυριεύει
και σ’ αγκαλιάζω αποδιώχνοντας όνειρα κακά
σφίγγοντάς σε στην καρδιά μου
λες και, επιζήσασες ναυαγίου,
η μια από την άλλη μοναχά να εξαρτιόμασταν.

Τι μυστήριο αυτή η κύηση της αγάπης σου, Αντριάνα,
Με τη γέννησή σου αναπτύχθηκες στην κοιλιά μου.







44. Δε διαλέγεις

Δε διαλέγεις τη χώρα όπου γεννιέσαι,
μα τη χώρα  όπου γεννιέσαι την αγαπάς.

Δε διαλέγεις το χρόνο για να ’ρθείς στον κόσμο,
μα οφείλεις τη σφραγίδα ν’ αφήσεις του καιρού σου.

Κανένας δεν μπορεί την ευθύνη του να παρακάμψει.

Κανένας δεν μπορεί μάτια κι αφτιά να κλείσει,
να χάσει τη μιλιά και τα χέρια του να κόψει.

Όλοι έχουμε ένα χρέος να εκπληρώσουμε στον έρωτα,
μια ιστορία να γεννήσουμε
ένα στόχο να φτάσουμε.

Δεν επιλέξαμε τη στιγμή που ήρθαμε στον κόσμο —
Τώρα μπορούμε να φτιάξουμε τον κόσμο
όπου θα γεννηθεί και θα μεγαλώσει
ο σπόρος που μέσα μας κουβαλούμε.




45. Σπάσε τη σελήνη


Σπάσε τη σελήνη στα δυο σου χέρια,
κομμάτια κάνε την
κι αλείψου τη σκόνη της, λεπτή και μαύρη.

Ας φυλαχτούμε από σύμβολα
και όνειρα,
ας καλυφτούμε απ’ την απόγνωση
στο αδιαπέραστο μέσα τσόφλι της πραγματικότητας.

Ας δεχτούμε τη μέρα ως μέρα
τη νύχτα ως νύχτα,
διαπερνώντας το χρόνο
με ορθωμένο τ’ ανάστημα και τα μάτια στεγνά∙
γιατί ο νους δεν ειναι κύρης της ζωής
ούτε και οι πόθοι νόμοι —
χρέος μας η υποταγή στο ήθος και την τάξη,
η ένδυση του φορητού χαμόγελου,
το σφίξιμο της καρδιάς σε μια γροθιά,
και η αποδοχή της θυσίας.



46. Κι ο Θεός μ’ έπλασε γυναίκα

Κι ο Θεός μ’ έπλασε γυναίκα,
με μαλλιά μακριά,
μάτια,
μύτη και στόμα θηλυκά.
Με καμπύλες
και πτυχώσεις
και κοιλώματα απαλά
ορύσσοντάς με εντός,
κάνοντάς με εργοτάξιο ανθρωπίνων όντων.
Περίτεχνα έπλεξε τα νεύρα μου
κι ισορρόπησε με προσοχή
των ορμονών μου το πλήθος.
Το αίμα μου παρασκεύασε
και με τούτο με κέντησε,
το κορμί μου ολόκληρο
με αίμα να γεμίσει —
έτσι γεννηθήκαν οι ιδέες,
τα όνειρα,
το ένστικτο.
Όλα όσα απαλά δημιούργησε,
λαξεύοντάς τα με πνοές,
σκαλίζοντάς τα με αγάπη,
αυτά τα χίλια κι ένα πράγματα που με κάνουν γυναίκα όλες τις μέρες,
που για χάρη τους ξυπνάω υπερήφανη
όλα τα πρωινά
κι ευλογώ το φύλο μου.




47. Παλάτια στην άμμο 

Γιατί δεν μου είπες πως έφτιαχνες
εκείνο το παλάτι στην άμμο;

Τόσο όμορφα θα ’ταν
να μπαίναμε απ’ την μικρή του την πύλη,
τους διαδρόμους να διατρέχαμε τους αλμυρούς,
στην κορνίζα να σε προσμένω κοχυλιών,
μιλώντας σου απ’ το μπαλκόνι
με το στόμα γεμάτο αφρό, λευκό και διάφανο,
σαν τις λέξεις μου,
τις λέξεις αυτές τις λάγνες που σου μιλώ,
και που δεν έχουν άλλο, παρά το βάρος
του αέρα ανάμεσα στα δόντια μου.

Τόσο ωραίο ν’ ατενίζεις τη θάλασσα...

Τόσο όμορφη θα ’ταν η θάλασσα
απ’ το δικό μας παλάτι στην άμμο,
γλείφοντας το χρόνο
με την τρυφεράδα
τη βαθειά κι απύθμενη του νερού,
παραλλάσσοντας τις ιστορίες που μας διηγούνταν,
όταν –παιδιά– δεν ήμασταν παρά ένας και μόνο πόρος
ανοιχτός στη φύση.

Τώρα το νερό παρέσυρε το αμμουδένιο παλάτι σου
με την πλημμυρίδα.

Παρέσυρε τους πύργους,
τις τάφρους,
την πύλη απ’ όπου θα ’χαμε περάσει
με την άμπωτη,
τη στιγμή που η πραγματικότητα είναι μακριά
κι ακόμη υπάρχουν παλάτια από άμμο
στην ακτή...




48. Σιρόκος

Σουσάμι άνοιξε.
Άνοιξε την μπλούζα σου Σαλώμη.
Τούτος ο αέρας ο ζεστός
αφυπνίζει σκηνές βεδουίνων στην έρημο
χωρούς της κοιλιάς
στήθη στητά και μυτερά
σαν μαχαίρια
υπό το βλέμμα το ανδρικό.
Από την έρημο Μοχάβε
αφήνεται να φτάσει ο Σιρόκος
παίρνοντας το απόγευμα το δρόμο για τη θάλασσα.
Πού να κρυφτεί πια;
Σηκώνει σαματά από χαρτιά,
γλάροι εφήμεροι που ξεπουπουλιάζονται
πάνω στο ξύλο του πατώματος.
Δεν αρκεί που η μέρα αποχωρεί
περνώντας απ’ το κέντρο του δειλινού.
Μέχρι κι αυτή η λάμπα του γραφείου φωτίζει επιθετική
καθώς τα δόντια της μπήγει στο γόνατό μου.
Όφελος κανένα απ’ το αργόσυρτο λουτρό
τα μαλλιά που στάζουν
το ανάλαφρο το ρούχο.
Η έρημος σαρώνει τις κόγχες μου τις ρινικές
και στο στέρνο μου πληθαίνουνε οι θίνες κι οι κάκτοι.



49. Κάποιοι ποιητές

Σαν καρνέ ανοιχτά,
γεμάτα ραντεβού,
καταφθάνουν σε συναντήσεις
αφήνοντας να πέφτουν ονόματα, έργα, ημερομηνίες
σαν τρόπαια,
εκβιάζοντας τη λογική
ως τις έσχατες συνέπειες.

Έτσι επιθυμούν να μας πλάσουν κατά τα γούστα τους
κάποιοι ποιητές∙
την παλαιά, ακολουθώντας, πατερναλιστική παράδοση
επιχειρούν κηδεμονίες,
αφού αδυνατούν να αιχμαλωτίσουν
τον ανέμο, τον καρπό τον απαγορευμένο,
τη μυστηριώδη γονιμότητα
των δικών μας ποιημάτων.



50. Εμβατήριο (Canto de guerra)

Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και στη μάχη ούτε ανακωχή θα υπάρχει
ούτε ανάπαυλα για εμβατήρια
μα ποίηση από τη σκοτεινή οπή
της κάνης των τουφεκιών.

Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και θα χαθούμε στα αναχώματα
σκάβοντας το μέλλον στα φουστάνια της Πατρίδας
συγκρατώντας στην κόψη της καρδιάς και της φωτιάς
τις ορδές των βαρβάρων
που καιροφυλακτούν να πάρουν ό,τι αγαπούμε κι ό,τι είμαστε.

Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
κι εγώ θα τυλιχτώ την ανίκητη σκιά σου,
σαν λέαινα ανήμερη
θα προφυλάξω τη γη των παιδιών μου
και κανείς δεν θ’ ανακόψει τη νίκη ετούτη
οπλισμένη μέλλον απ’ άκρη σ’ άκρη.

Και αν ακόμη δεν βλεπόμαστε
και ώσπου να μπορέσουν να σβηστούνε οι αναμνήσεις,
σου τ’ ορκίζομαι για χάρη σου,
σου τ’ ορκίζομαι αγκαλιάζοντας τη Νικαράγουα
σαν βρέφος που θηλάζει:

Δεν θα τους περάσει, αγάπη μου,
η νίκη είναι δική μας!



51. Αποχωρισμός σε καιρό πολέμου (Despedida en tiempos de guerra)

Μου γέμισες τα σωθικά γιορτή.
Μου αφιέρωσες κάθε μέρα και από ποίημα.
Μου κέντησες πεταλούδες στα μαλλιά.

Κρούστα έγινες στο δέρμα μου
—μαχαίρι οδυνηρό εσύ του έρωτα που αφήνει γεια—
και τώρα υγραίνονται τα μάτια μου στη σκέψη σου
και νιώθω τις φλέβες μου νερό να ξεχειλίζουν
και το αίμα μου να ψάχνει να σε βρει.

Μαζί μου θα μείνεις,
σύντροφε, εραστή, αδερφέ μου.

Μαζί μου, την ερημιά μου να ζεσταίνεις
και τις ώρες τις σκληρές του πολέμου.

Θα μείνεις στα κόκαλά μου χαραγμένος
σαν σφαίρα εύστοχη που το δρόμο γνωρίζει
ώς το κέντρο μου.

Εγώ θα σε φορώ στα ρούχα μου,
στις φόρμες εργασίας,
στο πανωφόρι το μπλε,
στην κουβέρτα·
θα σε φορώ σαν φυλαχτό
σαν πέτρα μαγική για το κακό.

Θα σε φορώ σαν ετούτα τα συγκρατημένα δάκρυα,
τώρα που πια δεν απομένει χρόνος
μήτε χώρος
για το κλάμα.



52. Το αίμα των άλλων (La sangre de otros)

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
εγώ που είμαι ακόμη ζωντανή
εγώ που επέζησα για να κλάψω, να γελάσω,
να φωνάξω Λεύτερη Πατρίδα ή Θανή
πάνω σ’ ένα καμιόνι
τη μέρα που αποφτάσαμε στη Μανάγουα.

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών,
κοιτάζω τα μυρμήγκια στο γρασίδι,
τα ξυπόλητά μου πόδια,
τα δικά σου ολόισια μαλλιά,
πλάτη γερμένη πάνω απ’ τη συνάθροιση.
Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
και νιώθω πως το αίμα τούτο
που μ’ αυτό αγαπηθήκαμε,
δεν μας ανήκει.



53. Η στοργή των λαών (Ternura de los pueblos)

Σου έλεγα πως η αλληλεγγύη
είναι η στοργή των λαών.
Σου το έλεγα μετά το θρίαμβο,
μετά τους δύσκολους καιρούς μέσα σε μάχες
και σε θρήνους—
τώρα, καθώς αναθυμούμαι πράγματα που έγιναν πέρα μακριά,
τότε που όλα δεν ήταν παρά όνειρο και όνειρο, στον ύπνο και στον ξύπνιο,
δίχως κούραση καμιά, ποτέ, στην τροφοδότηση του ονείρου,
ώσπου έπαψε να ’ναι όνειρο, ώσπου αντικρίσαμε σημαίες κοκκινόμαυρες
―στ’ αληθινά― να κυματίζουν πάνω από σπίτια και σπιτάκια και παράγκες
και δέντρα του δρόμου, σκεπτόμενοι όσα αξιωθήκαμε να ζήσουμε
κι έμοιαζαν γρίφο υπερμεγέθη από οργή κι από φωτιά,
από αίμα και ελπίδα…



54. Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό (Yo fui una vez una muchacha risueña)

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό
που με το γέλιο του όργωνε
ολόκληρη δική του πολιτεία.
Υπήρξα κάποτε ποιήτρια
γεννώντας ποιήματα καινούργια
σαν οι άλλοι γεννούν παιδιά
να τα διδάξουνε,
να τα ευχαριστηθούνε.
Υπήρξα κάποτε μητέρα δυο πολύτιμων κοριτσιών,
βαδίζοντας σίγουρη για την ευτυχία μου,
τον άνεμο προκαλώντας και τα πράγματα.
Τώρα,
είμαι η γυναίκα που δεν γνωρίζει τη γη όπου ζει,
δίχως αγάπη, δίχως γέλιο, και δίχως Νικαράγουα,
είμαι η ποιήτρια
που γράφει στα κρυφά
σε στιβαρά γραφεία και ξενώνες,
είμαι το κορίτσι που θρηνεί
κάτω απ’ την ομπρέλα
σαν η ανάμνηση το δαγκώνει,
είμαι η μάνα που νοσταλγεί τη χαρά των κοριτσιών της.
Τώρα,
είμαι το τραγούδι της βροχής, της νοσταλγίας―
είμαι όλη μια απουσία.




55. Απεργία (Huelga)
Θέλω μια απεργία να συμμετέχουμε όλοι.
Μια απεργία από χέρια, πόδια και μαλλιά,
μια απεργία να γεννιέται μες στο σώμα του καθένα.

Θέλω μια απεργία

από εργάτες από περιστέρια
από σοφέρ από λουλούδια
από τεχνικούς από παιδιά
από γιατρούς από γυναίκες.

Θέλω μια απεργία μεγάλη,
που να φτάνει ώς την αγάπη.

Μια απεργία, όλα να τα σταματάει,

το ρολόι τα εργοστάσια
τα φυτώρια τα σχολεία
τα λεωφορεία τα νοσοκομεία
τις λεωφόρους τα λιμάνια.

Μια απεργία από μάτια, από χέρια και φιλιά.
Μια απεργία να επιτρέπει την ανάσα,
μια απεργία να γεννάει τη σιωπή
για ν’ ακούγονται του τύραννου τα βήματα σαν φεύγει.



56. Τι είσαι, Νικαράγουα; (¿Qué sos Nicaragua?)
Τι είσαι
παρά ένα τριγωνάκι γης
χαμένο καταμεσής του κόσμου;

Τι είσαι
παρά το πέταγμα πουλιών
πολύχρωμων μωμώτ
μίμων πολύγλωσσων
και κολιβρίων;

Τι είσαι
παρά το κελάρυσμα ποταμών
που πέτρες μεταφέρουνε λαμπρές και λείες
ίχνη αφήνοντας νερού στα βουνά;

Τι είσαι
παρά στήθη γυναικεία φτιαγμένα από πηλό,
λεία, μυτερά, απειλητικά;

Τι είσαι
παρά το θρόισμα των φύλλων σε δέντρα υπερμεγέθη
πράσινα, πολύκλαδα, γεμάτα περιστέρια;

Τι είσαι
παρά πόνος και σκόνη και κραυγές το δειλινό,
– «γυναικείες κραυγές, σαν σε γέννα»-;

Τι είσαι
παρά γροθιά σφιγμένη και στο στόμα σφαίρα;

Τι είσαι, Νικαράγουα,
και τόσο με πονάς;



57. Φορείς οραμάτων (Los portadores de sueños)
Οι προφητείες όλες
γράφουν για το τέλος του κόσμου.

Όλες οι προφητείες προμηνύουν
πως ο άνθρωπος ο ίδιος το δικό του τέλος θα επιφέρει.

Μα οι αιώνες και η ζωή που ολοένα ανανεώνεται
γέννησαν ακόμη μια γενιά —
τη γενιά εκείνων που αγαπούν και ονειρεύονται∙
άνδρες και γυναίκες που δεν προσβλέπουνε στου κόσμου το τέλος,
μα στη δημιουργία ενός κόσμου, γεμάτου πεταλούδες και αηδόνια.

Από παιδάκια έφεραν το σημάδι της αγάπης.
Πίσω απ’ την όψη τους την καθημερινή
κρατούσαν φυλαγμένη τη στοργή και τον ήλιο του μεσονυχτίου.
Οι μανάδες τους τα έβρισκαν να κλαίνε για ένα νεκρό πουλί
και αργότερα, πολλούς απ’ αυτούς, τους έβρισκαν το ίδιο
νεκρούς σαν τα πουλιά.

Τα όντα αυτά συμβίωσαν με διάφανες γυναίκες
και τις άφησαν να κυοφορούνε μέλι, και με γιους ν’ ανθοφορούνε
μέσα από χαδιών χειμώνα.

Αυτά έγιναν κι έτσι πλήθυναν στον κόσμο οι φορείς των οραμάτων,
άγριες επιθέσεις δεχόμενοι απ’ τους φορείς προφητειών
που για καταστροφές μιλούσαν.
Τους είπανε φαντασιόπληκτους, ρομαντικούς, ουτοπιστές,
τους λόγους τους τους είπανε ξεπερασμένους
―και πράγματι ήταν τέτοιοι αφού η μνήμη του παράδεισου
στου ανθρώπου την καρδιά έχει παλιώσει―.
Όσοι πλούτη συγκεντρώνανε, τους έτρεμαν,
και καταπάνω τους έριχναν στρατούς,
μα οι φορείς των οραμάτων έκαναν έρωτα όλες τις νύχτες
κι ολοένα ο βλαστός τους ξεπρόβαλλε απ’ τις κοιλιές των γυναικών
που όχι μονάχα έφεραν οράματα μα και τα πλήθαιναν,
διαδίδοντάς τα και μιλώντας γι’ αυτά.

Με τον τρόπο αυτό αναπαρήγε ο κόσμος τη ζωή του
όπως αναπαρήγε εκείνους που εφηύραν τον τρόπο
του ήλιου τη λάμψη να παύσουν.

Οι φορείς των οραμάτων επέζησαν σε παγετούς,
μα σε κλίματα θερμά έμοιαζαν να ξεπετάγονται
σαν γενιά αυτοφυής.
Ίσως οι φοινικιές, οι γαλανοί ουρανοί, οι βροχές οι καταρρακτώδεις
σε τούτο να ’χανε ανάμειξη,
μα η αλήθεια είναι πως σαν μέλισσα εργάτρια
το είδος τους ολοένα ονειρευότανε και δημιουργούσε όμορφους κόσμους,
κόσμους αδελφωμένους, με άντρες και γυναίκες
με τον έναν ν’ αποκαλεί τον άλλο σύντροφο
που δίδασκαν αλλήλους ανάγνωση και
σε θανάτους από κοινού παρηγορούνταν,
αλλήλους φρόντιζαν, πρόσεχαν κι αγαπούσαν,
ο ένας τον άλλο στον τρόπο της αγάπης βοηθούσε
και στην προστασία της ευτυχίας.

Ευτυχείς ήταν στον κόσμο τους από ζάχαρη κι ανέμους,
κι απ’ όλα τα μέρη κατέφταναν άλλοι για να διαποτιστούν απ’ την ανάσα τους
κι απ’ την καθάρια ματιά τους,
και προς όλα τα μέρη σκόρπιζαν εκείνοι που τους γνώρισαν
φέροντας και οι ίδιοι οράματα, οραματιζόμενοι καινούργιες προφητείες
που για χρόνους θα μιλούσανε με πεταλούδες και μ’ αηδόνια
και που ο κόσμος δεν θα τέλειωνε μ’ εκατόμβες.
Αντιθέτως, οι επιστήμονες θα σχεδίαζαν
γέφυρες, κήπους, παιχνίδια εκπληκτικά
για να κάνουν πιο γλυκειά την ευτυχία του ανθρώπου.

Είναι επικίνδυνοι – εκτύπωναν οι μηχανές
Είναι επικίνδυνοι – διακήρυτταν οι πρόεδροι στους λόγους τους
Είναι επικίνδυνοι – μουρμούριζαν οι πλάστες του πολέμου.

Πρέπει να αφανιστούν – εκτύπωναν οι μηχανές
Πρέπει να αφανιστούν – διακήρυτταν οι πρόεδροι στους λόγους τους
Πρέπει να αφανιστούν – μουρμούριζαν οι πλάστες του πολέμου.

Οι φορείς των οραμάτων τη δύναμή τους την γνώριζαν,
γι’ αυτό δεν απορούσαν∙
ήξεραν ακόμη πως η ίδια η ζωή τούς είχε γεννήσει
για να τη σώσουν απ’ το θάνατο που προμήνυαν οι προφητείες.
Γι’ αυτό τη ζωή τους υπερασπίζονταν και με το θάνατο ακόμη.
Γι’ αυτό καλλιεργούσαν κήπους οραμάτων
εξάγοντάς τους με γιγάντιους ιμάντες πολύχρωμους.
Οι προφήτες του σκότους περνούσαν μερόνυχτα ολόκληρα
φρουρώντας περάσματα και δρόμους
ψάχνοντας αυτά τα επικίνδυνα φορτία
που ποτέ τους δεν κατόρθωναν να παγιδεύσουν
γιατί εκείνος που δεν έχει μάτια να οραματιστεί
δεν βλέπει οράματα ούτε μέρα ούτε νύχτα.

Και στον κόσμο εξαπλώθηκε κύμα μέγα οραμάτων
που οι έμποροι θανάτου δεν μπορούν να σταματήσουν.
Παντού υπάρχουνε φορτία με γιγάντιους ιμάντες
που μόνο αυτό το νέο γένος των ανθρώπων μπορεί να δει,
αφού ο σπόρος των οραμάτων δεν ανιχνεύεται
γιατί είναι φυλαγμένος μες σε κόκκινες καρδιές
ή σε ρούχα φαρδιά εγκυμοσύνης
όπου εμβρυακοί οραματιστές θορυβούν μες στις κοιλιές
που τους φιλοξενούν.

Λένε πως μετά τη γέννησή τους
η γη άνοιξε διάπλατα έναν ουρανό με ουράνια τόξα
και τη γονιμότητα φύσηξε στις ρίζες των δέντρων.

Εμείς μονάχα ξέρουμε πως τους έχουμε δει.
Ξέρουμε πως η ίδια η ζωή τους γέννησε
για να τη σώσουν απ’ το θάνατο που προμήνυαν οι προφητείες.




58. Γαλάζια Κυριακή στο Λος Άντζελες (Domingo azul en Los Ángeles)
Γαλάζια Κυριακή.
Δρόμοι της θλίψης μου. Το αυτοκίνητο στρίβει στη γωνία.
Γρήγορη οδήγηση, μουσική.
Η ζωή. Οι στροφές. Οι ανηφόρες και οι κατηφόρες. Κι όλ’ αυτά προς τι;
Προς τι η αναπνοή;
Το σώμα; Η άνοδος και η κάθοδος.
Η συνομιλία. Η συναυλία του Βίκτορ Ερνάντες Κρους.
Η θλίψη της Σεσίλιας.
Λος Άντζελες ξένο. Πόλη ξένη. Πρόσωπα άγνωστα.
Κοιτάζω στον καθρέφτη, η γυναίκα πίσω καπνίζει. Μόνη.
Όπως εγώ. Η πόλη αυτή θρονιάζεται στον αμφιβληστροειδή μου
με τους κήπους της και τους ψηλούς της φοίνικες πλάι στη θάλασσα.
Οι άποροι, και εκείνοι που όλους τους πόρους διαθέτουν.
Εύθραυστα ανθρώπινα όντα. Τόσο εύθραυστα. Τόσο μόνα.
Να ’ναι άραγε θλιμμένα; Ή να φταίει η Κυριακή με τους άδειους δρόμους της;
Ή να φταίω πάλι εγώ με τη ματαιότητα που με κατατρέχει; Η αναζήτηση
του νοήματος. Έχουν νόημα άραγε όλ’ αυτά; Να είχαν κάποτε;
Ο αγώνας. The struggle. Όλοι αγωνιζόμενοι.
Ο άνδρας με την πινακίδα στη γωνία:
“I need 100.00 to buy a house
and a car.” Χαμογελά.
Γελά με την ίδια του την επιγραφή.
Ποια η διαφορά ανάμεσα σ’ εκείνον και σε μένα;
Εγώ στο αυτοκίνητό μου. Μόνη.
Εκείνος με την κινητή του οικία, το καροτσάκι του σούπερ μάρκετ.
Το παγκάκι στο πάρκο όπου πότε-πότε κοιμάται. Μόνος.
Ο σερβιτόρος που βγαίνει στο δρόμο να καπνίσει. Αργεντίνος.
Αυτή η πόλη δεν έχει πατρίδα. Ανήκει στους εκπατρισμένους.
Γι’ αυτό μ’ αρέσει. Ίσως να μ’ αρέσει γι’ αυτό.
Ίσως αυτή να ’ναι η μόνη της αξίωση.
Το μόνο που τη σώζει από τα εγκλήματα την αφθονία
και τη λήθη. Οι φοίνικες. Η ομίχλη του πρωινού.
Η μυρωδιά της θάλασσας από μακριά. Οι πατινέρ
στα πεζοδρόμια του μόλου. Τα κορίτσια με τα ωραία κορμιά τους μαυρισμένα.
Η παραλία με τους μυς. Η Βενετία. Απομίμηση της άλλης. Κανάλια. Γέφυρες.
Πάπιες που τρέχουν πίσω από ψίχουλα στην άκρη του πάρκου.
Από το σπίτι μου βλέπω τα βουνά της Σάντα Μόνικα.
Το πράσινο πέρα μακριά. Τους λόφους του Μπέβερλυ Χιλς. Τα βουνά
του Σαν Γκάμπριελ (ψήλωσαν κάμποσο
στον τελευταίο σεισμό). Η κόρη μου η Αντριάνα διαβαίνει αυτούς
τους δρόμους. Πηγαίνει στο προνήπιο, στην 4η λεωφόρο. Έχει συνηθίσει
τον κόσμο που περνάει βιαστικός, δίχως να κοντοσταθεί, τα χαμόγελα
των περαστικών, το πάρκο Λίνκολν.
Μονάχα εγώ φαίνεται να μην συνηθίζω τους αυτοκινητόδρομους, τον ψυχρό
θόρυβο των πραγμάτων, τη θλιβερή σιωπή του κόσμου.
59. Κόντρα στην ελπίδα (Contra toda esperanza)
Ετούτες τις μέρες
που ο κόσμος όλος τρέμει την εντροπία
κι αναδιπλώνεται,
γίνονται όλο και πιο επίπονες
οι δημόσιες αισιόξες προβλέψεις.

Ενδείξεις δεν υπάρχουν που να ενισχύουν
την κυοφορία ανέμων
που θα μας κατηύθυναν σε ηπείρους άγνωστες γεμάτες βλάστηση
ή λέξεων ενθαρρυντικών που θα εξηγούσαν αμοιβαίες προσβολές.
Αντιθέτως: οι καιροί συγκεντρώνουν αποδείξεις ενάντια σε κάθε πιθανότητα ισορροπίας.

Εκατοντάδες τα όντα που πεθαίνουν
ενόσω άλλοι νοιάζονται απαθείς για τις δικές τους αγωνίες
— πατώντας κουμπιά, θεατές πάνω σε μαλακά καθίσματα—
Μια κοινωνία voyeurs
που ευλογεί την αφθονία της.
—Τα αγοράκια στο εμπορικό κέντρο
πυροβολούν και συγκεντρώνουν πόντους συνθλίβοντας
[εχθρούς φανταστικούς.
Εξελιγμένες τεχνικές αναπαράγουν μακελειά σε αίθουσες
[κινηματογραφικές με αναρίθμητες οθόνες.

Εν μέσω απληστίας
γυναίκες και άντρες διαλύουν τη βεβαιότητα του αναπόφευκτου θανάτου
την πλάτη γυρνώντας στη μοίρα τη συλλογική,
ενώ αρπάζονται από μια ευτυχία φευγαλέα κι ελάχιστη.

Βρέχει στα ανθρωπάκια με τις ομπρέλες, όπως στον πίνακα του Μαγκρίτ.
Καθένας αποκρούει όπως–όπως τον καυτό ήλιο
Καθένας με την ψευδαίσθηση πως επιβιώνει
και πως είναι περιττό να ονειρεύεται βροντόφωνα.

Ποιήτρια μες στη μοναξιά μου.
Μάρτυρας ενός κόσμου αισχρού,
σέρνομαι με τα βαριά φτερά μου ώς την κορφή
απ’ όπου θα ριχτώ σαν άλλος Ίκαρος, πάλι και πάλι,
γιατί ίσως
γιατί μάλλον
γιατί δεν παραιτούμαι.





60. Μάστιγες του 21ου αιώνα (Plagas en el siglo XXI)
Ιράκ. Η βόμβα εκρήγνυται καταμεσής του δρόμου. Κορμιά τινάζονται στον αέρα.
Ο βομβιστής αυτοκτονίας φωνάζει τη στιγμή της έκρηξης: Μέγας ο Αλλάχ.
Ο Βορειοαμερικάνος στρατιώτης. Ο ροδαλός, ξανθός νεαρός αφήνει τα λεκτρονικά
και πιάνει τα πολυβόλα στη Φαλούχα. Μπαίνει στη μάχη σε ρυθμό
heavy metal. Ρομπότ, με στολή παραλλαγής. Θώρακας προστατευμένος, ενώ
μέλη ακρωτηριασμένα κυλιούνται στους δρόμους της Βαγδάτης.
Πόσοι κιόλας οι νεκροί;
Πόση πείνα σε Νιγηρία και Τανζανία;
Πόσα σήμερα τα νεκρά από AIDS παιδιά;
Στη Νέα Υόρκη οι πασαρέλες λανσάρουν τις τάσεις της μόδας για το φθινόπωρο.
Γυναίκες παραγγέλνουν στο διαδίκτυο πανωφόρια και τζην
που στοιχίζουν όσο ο ετήσιος προϋπολογισμός πέντε σχολείων μαζί
σε οποιαδήποτε χώρα του Τρίτου Κόσμου.
Η αφθονία των μητροπόλεων εξακουλουθεί.
Τα τεράστια καταστήματα ανοίγουν τις πύλες τους
στο αδάμαστο κύμα των καταναλωτών
Ανύπαρκτες οι ελεύθερες θέσεις στάθμευσης στα εμπορικά.
Σήμερα, εξήντα χρόνια από τη Χιροσίμα
οι βόμβες καταχωνιάζονται στα σακίδια φοιτητών
που λόγο καλύτερο δεν έχουν να ζουν
παρά να πεθάνουν δημόσια.
Η ταυτότητά τους αποκαλύπτεται στις ειδήσεις των οχτώ
Πρόσωπα υγιή μελαχρινά δίχως δέσμευση καμιά που να τα συγκρατεί
Ο ουρανός πολλά υποσχόμενος
Παρθένες καρτερούν με τραγούδια και σώματα γυμνά.
Κάτω στη γη, αντιθέτως, η ντροπή της εξάρτησης,
της μετανάστευσης και της εξώθησης της μητρικής γλώσσας στην ανάμνηση.

Οι μανάδες, μαύρες, κλαίνε με τους τίτλους πολυσέλιδων εφημερίδων
με ανακοινώσεις κάθε χρώματος.
Η παγκοσμιοποίηση καταρρίπτει τα σύνορα
σαν στρατός κατακτητής που εισβάλλει δίχως σφαίρες
στην κάνη εμπρός της απληστίας και με το look καλοθρεμμένου.
Όσοι δεν έχουνε, κλέβουνε, και τον μεγαλύτερο κλέφτη
τον βραβεύει η κοινότητα με την ψήφο της.

Τρέμει του ποιητή ο παλμός θέλοντας να καταγγείλει
Ποιος τις λέξεις του ν’ ακούσει, απ’ όσους αγνοούν αυτά που πρέπει να ειπωθούν;
Όλοι είμαστε στο κόλπο. Σήμερα με τα ιστολόγια, τα γραφεία,
και την καθημερινή δημόσια καταγγελία των αηδιαστικών
τα πάντα είναι γνωστά.
Και όμως, τίποτε πια δεν προκαλεί αηδία. Η αηδία, αξία παρωχημένη.
Σε οποιοδήποτε φαρμακείο, σε οποιοδήποτε κατάστημα ενοικίασης ταινιών
πωλείται το φάρμακο για τη λήθη θανάτων βίαιων
ή και άλλων, λιγότερο φαντασμαγορικών. Οι ανώνυμοι δίνουν τη ζωή τους
δίχως νεκρικές πομπές, δίχως νεκρολογίες ή τους ύμνους κανενός.
Απαγορεύεται η φωτογράφιση φερέτρων και κορμιών ακρωτηριασμένων.
Οι πόλεμοι οι σημερινοί είναι άσηπτοι μέσα στον τρόμο τους
Τα σημάδια τους ανάλαφρα σαν τον καπνό που παρασύρει ο άνεμος
Τα πτώματα δεν μυρίζουν πια ψοφίμι
πνιγμένα όπως είναι μες στ’ αρώματα λοσιόν σκανδαλωδώς ακριβών
που υπόσχονται αιώνια ομορφιά και αντιγήρανση.
Η βιομηχανία δεν παύει να προσφέρει νεότητα.
Όμως μονάχα οι γέροι θέλουνε να ξαναγίνουν νέοι.
Οι νέοι δεν ξέρουν τι να θελήσουν.
Δεν υπάρχει πια εκείνος που προχωρεί σαν τον Σωκράτη
θέτοντας ερωτήματα απρεπή στην αγορά.
Ίσως τον κόπο πια να μην αξίζει η διερώτηση.
Ίσως να μην υπάρχουν πια καν ερωτήματα.


61. Φτάνοντας με το αεροπλάνο στη Νικαράγουα
(Llegada por avión a Nicaragua)

Του ανέμου το τραγούδι με καλωσορίζει
Νύχτα στη Μανάγουα
Τόσοι και τόσοι που από αγάπη πέθαναν
διασχίζουν κρυφά το σκοτάδι.
Από την πόλη αναδύεται ένας ψίθυρος
που γίνεται αεράκι
και κινεί των δέντρων τα κλαδιά
Από το αεροπλάνο
η πόλη μοιάζει με ουρανό κατάφωτο από αστέρια που λαμπυρίζουν.
Η μικρή μητρόπολη εκτείνεται σε χρώμα μπλε και ώχρας
σαν ουρανός που προεκτείνεται στη γη
–για ποιον να λάμπουνε τα φώτα της Μανάγουας;–
Από αέρος έχω δει τις νύχτες σε τόσες και τόσες πόλεις
μα καμιά σαν ετούτη δεν βλεφαρίζει
Είναι τα κλαδιά, σκέφτομαι
Οι αμυγδαλιές και οι βελανιδιές στις αλέες
λικνίζουν τα χέρια τους πάνω απ’ τη φωταψία
και προκαλούν την ψευδαίσθηση που ψάχνω να ξεδιαλύνω
από τη θέση μου στο αεροπλάνο που πίσω ξανά με φέρνει
στο θάμπος του παρελθόντος μου.
Εδώ κάποτε εξεγέρθηκε ολόκληρος λαός σαν γροθιά
για να πάρει το μέλλον του στα χέρια του.
Όλα ετούτα ξαποσταίνουν στο μυαλό μου καθώς το αεροπλάνο προσγειώνεται.
Εκεί, σ’ εκείνον τον τομέα του αεροδρομίου, προσγειώθηκα μια μέρα
επιστρέφοντας από την εξορία και τη ζωή μιας απάτριδος.
Ετούτη η ίδια άσφαλτος με υποδέχτηκε
όταν, σε καιρό πολέμου και ανάγκης,
το διάδρομο φώτιζαν φανάρια.
Μικρές λάμπες πετρελαίου υποδείκνυαν με το φως τους την πορεία
σαν μεταφορά, λυπηρή, μαγευτική, μα γεμάτη προκλήσεις
Τόσο παρελθόν στην καρδιά μου σωρεύεται
που κάποτε νιώθω πως χώρος δεν υπάρχει για το παρόν
πολύ λιγότερο για ένα παρόν άσαρκο και πλαδαρό,
αυτό το παρόν δίχως παρουσία,
ένα παρόν όπου η απουσία αυτού που υπήρξε
είναι η μαύρη τρύπα σε αυτόν τον ουρανό που εκτείνεται
εκεί όπου ξαποσταίνει το boeing που με φέρνει.

Την ώρα της επιβίβασης σ’ αυτό το αεροπλάνο
είδα τους φορτωτές του να γελούν
σχολιάζοντας τους όγκους αποσκευών που θα ’πρεπε κάπως να τοποθετήσουν.
Πλησιάζοντας κανείς στην έξοδο του αεροπλάνου στην πτήση για Μανάγουα
γνωρίζει πως έχει φτάσει σ’ άλλη χώρα.
Οι επιβάτες ορεξάτοι και πάντα φορτωμένοι
Συνωστίζονται στην πόρτα κατά την επιβίβαση
λες και τρέμουν μην απομείνουν δίχως θέση ως τιμωρία που δεν ήταν πρώτοι την ουρά.Οι γυναίκες ταξιδεύουν όμορφες και επιμελώς στολισμένες,
αφού ξέρουν πως ολόκληρη η οικογένεια θα περιμένει να τις παραλάβει,
περίεργη για το ταξίδι,
για το αν έχουν αλλάξει, αν έχουν ίσως ομορφύνει, αν φορούν ρούχα καινούργια.

Πάντοτε σκέφτομαι τον Κορτάσαρ
και την περιγραφή του ταξιδιού του στη χώρα των κρονόπιος,
εκείνων των γλυκών ενοίκων της αθωότητας και του αυθορμητισμού.
Η Νικαράγουα, λοιπόν, χώρα των κρονόπιος.
Γνωρίζεις πως έχεις φτάσει πριν καν φτάσεις
απ’ όλα ετούτα τα σημάδια που περιγράφω
και που μέσα μου μονάχα την αγάπη και τη νοσταλγία αυξάνουν
για εκείνην την αναίδεια
με την οποία οποιοσδήποτε,
μη θέλοντας να διαβεί ατέλειωτους διαδρόμους σε αεροδρόμιο ξένο,
ζητά ένα καροτσάκι αναπηρικό.
Όταν φτάνουν τα αεροπλάνα απ’ τη Μανάγουα
οι υπάλληλοι σχηματίζουνε ουρά περιμένοντας τους επιβάτες
καθένας και μ’ ένα καροτσάκι αναπηρικό
λες και το αεροπλάνο κατέφθανε από μια χώρα αναπήρων.
Χαμογελώ
και φαντάζομαι τη γυναίκα που θα περιγράφει στη γειτόνισσα
τη στρατηγική που θ’ ακολουθήσει για να διασχίσει ένα αεροδρόμιο
δίχως να κάνει βήμα η ίδια ή να νοιαστεί για το οτιδήποτε.
Τον καιρό της επανάστασης πολλοί χειροκροτούσαν
όταν οι ρόδες έτριζαν στην άσφαλτο κατά την προσγείωση.
Σήμερα κανείς πια δεν χειροκροτεί μα η έξαψη παραμένει αδιάπτωτη.
Ελάχιστοι φτάνουν τόσο ενθουσιώδεις στην πατρίδα τους όσο οι συντοπίτες μου
Ελάχιστοι ταξιδιώτες γίνονται σήμερα δεκτοί με τέτοιο χαλασμό
από τις οικογένειες που στριμώχνονται πάνω στο τζάμι της αίθουσας
στην παραλαβή των αποσκευών
Όλοι τους εκεί, στέλνοντας φιλιά, σηκώνοντας τα χέρια μόλις δουν το πολυαναμενόμενο πρόσωποεκείνον ή εκείνην που προβάλλει μισοκρυμμένη πίσω από αμέτρητες πελώριες βαλίτσες
απαρέγκλιτα γεμάτες με δώρα για όλους.

Φτωχή είναι η χώρα μου
μα λάμπει σαν ουρανός πεσμένος κατά τύχη πάνω στη γη,
ουρανός σαν ριχτάρι απαλό
γλυκό και παιχνιδιάρικο, σαν μωρό παιδί στην αγκαλιά.




62. Ωδή στην προκολομβιανή Νικαράγουα (Oda a un país güegüense)
Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς.

Η χώρα αυτή τα κρύα πόδια της αποθέτει στο στέρνο μου
μ’ ένα πρόσωπο, προσωπείο απαραγνώριστο στην παραμόρφωση της χλεύης.
Με αναγκάζει να εκλιπαρώ τον άνεμο να μου εξηγήσει την αδηφαγία τούτης της
[απάτης
τη φθορά, την αρπαγή, τη μυρωδιά της σήψης που κάποτε αναδίνουν
ακόμη και τα λουλούδια της τα πιο λαμπρά.

Η χώρα αυτή γνωρίζει πως δεν θέλω τα πονεμένα σωθικά της ν’ αντικρίσω,
τα πληγιασμένα σπλάχνα της, τις ουλές από πληγές μυριάδες
τα ίχνη από δόρατα αιχμηρά και μαχαιριές θαμμένες.

Η χώρα αυτή με κάνει να μισώ που οι αισθήσεις μου δεν ξεχωρίζουνε
και σβήνουνε τις ζοφερές οπτασίες πριν εκείνες με αγγίξουν:
πλάτες δαρμένες που στενάζουνε σαν στόματα,
πρόσωπα βασανισμένα, εγκαταλειμμένα απ’ την ελπίδα.

Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα.

Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα.

Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες.
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο.
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου.

Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει,
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει.



63. Ξενιτεμοί (Migraciones)
Έρχεται η ζωή και μας πιάνει απ’ τα μαλλιά
Βγάζει η γλώσσα της μαλλιά να μας χλευάζει
να γελάει μαζί μας
Να ’μαι εδώ, επιστρέφω στην εστία,
σαν ένα άψυχο κορμί
Η ψυχή έμεινε πίσω
στη χώρα τη μικρή όπου το όνομά μου
ακούει τον αντίλαλό του
κι όπου εγώ είμαι εγώ
Η αγάπη, ο κόσμος, μας μετατακινούν
σαν πουλιά αποδημητικά
μα υπάρχουνε κι εκείνοι που φτάνουνε απαθείς στις νέες τους οικίες
στα ήσυχα λημέρια και τους βοσκότοπους
όπως υπάρχουμε και οι άλλοι, που ποτέ δεν αναχωρούμε
παρά μονάχα κινούμαστε μες στου ταξιδιού τις ιεροτελεστίες
κι επιβιβαζόμαστε σε αεροπλάνα, σε αυτοκίνητα και λεωφορεία,
σακατεμένοι, με την αίσθηση του διαμελισμού
Ξενιτεμοί κατοικούν τον κόσμο
των χαμένων αναμνήσεων και ανθρώπων μισών,
άγλωσσων, καταδικασμένων σε νοσταλγία
Σύντομα πολύ θα βρίσκομαι στο μέρος όπου η ουσία μου
τον κύκλο θα κλείνει που σχηματίζει η οικογένειά μου
Μα ούτε εκείνοι ούτε εγώ θα κατέχουμε αλλήλους εξ ολοκλήρου
αφού γεωγραφία ολόκληρη θα με χωρίζει απ’ τη μόνη ζωή
όπου μ’ αναγνωρίζω.

64. Χριστούγεννα (Navidad)
Αντίθετα απ’ τον καιρό που ήμουν παιδί
και περίμενα τον Santa Claus
φορτωμένο ένα σάκο όλο δώρα
να κατέβει από τα κεραμίδια του σπιτιού
απ’ τις υδροροές,
ενήλικη πλέον επιθυμώ
έναν Άγιο Νικόλα μ’ ένα σάκο
που να μπορεί μακριά να πάρει
τις ήττες, τους θανάτους και τους πολέμους
που μας άφησε ετούτη η χρονιά.





65. Βαρύ φορτίο (Carga cerrada)
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρυσα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.

Η Νικαράγουα, η αγάπη μου,
το κοριτσάκι μου που ατίμασαν,
σηκώνεται, τη φούστα στρώνει
κραυγάζει, γίνεται θαραλλέα και έξαλλη
με ψέμα μοιάζει πόσο θόρυβο ξεσηκώνει και πόσο αντιστέκεται
σε αεροπλάνα, ορυχεία, πιράνχας, βρωμόλογα αγγλόφωνα
λογύδρια για το πώς να σκύβει το κεφάλι
μα εκείνη αντιδρά ξεφεύγει παίρνει τους δρόμους
και ιδού περνά ο Στρατηγός η αυλή του τα όπλα
οι πράσινες σειρές προελαύνουν σπέρνοντας
κατασκευάζοντας μηχανές ζάχαρης
ποτάμια γάλακτος σπίτια σχολεία
ανέμους που παρασύρουν το φόβο
γεννιόμαστε για τούτο
γελάμε για κείνο
με τα δόντια σφιχτά προχωρούμε η οργή και η ελπίδα
δεν μας αφήνουν δεν τις αφήνουμε
ούτε σ’ ήλιο ούτε σε σκιά
χώρα μικρούτσικη μα ευσυνείδητη
Νικαράγουα, δόρυ εσύ εξακοντισμένο, θαραλλέο, επίμονο, φοράδα
βοσκοτόπια στην Τσοντάλες όπου η Ναντίνε ονειρεύεται ίππους δυνατούς
και ονειρευόμαστε σιντριβάνια
εργοστάσιο ολόκληρο έχουμε ονείρων
όνειρα κατά συρροή για τους άπιστους
κανείς δεν φεύγει από εδώ χωρίς μια γρατζουνιά στη συνείδηση
κανείς δεν περνά δίχως κάτι να του συμβεί
χώρα των τρελών, πεφωτισμένων, ποιητών και ζωγράφων συνάμα
σάρκα και οστά του λαού που βεβαιώνεται και σφάλλει
που δοκιμάζει και δοκιμάζει ξανά

Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς
Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα
Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα
Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου
Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει

Μανάγουα,
αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
αφήνουν σε βοϊδάμαξες
δέντρα κομματιασμένα
με κατεύθυνση ανώνυμες νεκρικές πυρές.
Σκοτεινοί διαβάτες περπατούν στις ακτές
περιδιαβαίνοντας ακούσιους θανάτους
Στη γωνία
ο άντρας ανεμίζει τα εισιτήρια μέρα μεσημέρι
Από αργόσυρτα λεωφορεία
ξεχύνεται ο κόσμος σαν σμήνος
πόδια μπερδεύονται με ράμφη πουλιών
που κρέμονται ατυχή, σαστισμένα
Με δυσκολία ανοίγει δρόμο
η άμμος το τσιμέντο
Ο εργάτης δένει μαντήλι στο μέτωπο
της μεσημβρίας
Το ταξί των χιλιάδων επισκευών
κυλά πάνω στο ακανόνιστο καουτσούκ
Αφηρημένος ο οδηγός σταματά
όπου νομίζει εκείνος καλύτερα
Αλάτι στην πληγή
η πόλη των χιλιάδων πεζών
δίχως προβλεπόμενα γι’ αυτούς περάσματα
Τα αυτοκίνητα με ταχύτητα ιλίγγου
η γυναίκα με το παιδί διασχίζει το δρόμο
κλείνει τα μάτια
είναι τόσο αβέβαιη η άφιξη απέναντι
Μα και η αβεβαιότητα ακόμη γίνεται συνήθεια
Πρέπει να τρέξουν. Το παιδί πέφτει πάνω στο παρμπρίζ
με τα ρούχα βρεγμένα και βρώμικα
προσποιούμενο αδιαφορία για τα υποτιμητικά βλέμματα
Η υπέργηρη με το χαρτόνι πάνω στο στήθος
δείχνει πρόσωπο και πόδια
φαγωμένα από την πείνα, την επετεία
Αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
Λαβύρινθοι για να μην κοιτάς
Μαλακά καθίσματα, ραδιόφωνο
κλιματισμός και κινητό τηλέφωνο
Για άλλες η ζωή είναι άλλη
Τα σιντριβάνια. Τα φώτα νέον.
Ρούμι «Φλορ ντε Κάνια», Κόκα-Κόλα, μπύρα «Βικτώρια».
Τσιγάρα. Η ροτόντα των εξαρτήσεων.
Πίσω ο ναός περιμένει τη μέρα που θα κρυφτεί
σε φοινικόδασος
Στο εκτυφλωτικό κέντρο αγορές και ψώνια
Αργότερα προσευχή για όσους δεν μπόρεσαν να φτάσουν
το φωτισμένο κατώφλι του εμπορικού
Βολική η προσευχή. Ο ναός δροσερός και ήσυχος
Ούτε κλάματα ακούγονται, ούτε φρένα, ούτε το παιδί το χτυπημένο.

Τι τύχη να ’σαι νεκρός, Κάρλος Φονσέκα,
τι τύχη που η γη σ’ αγκαλιάζει και τυφλώνει
και κανείς Ναζωραίος θρασύς δεν θα πει
Δεύρο έξω και περιπάτει
Και που φράση μόνο ποιητική είναι εκείνη του Θωμά
πως στους νεκρούς ανήκεις που ποτέ δεν πεθαίνουν.
Στο Μοταστέπε το γρασίδι σβήνει τ’ αρχικά του ΜΕΑΣ*
μα είναι περισσότερα όσα έχουν σβηστεί, πολύ περισσότερα
Η στάχτη τόσων οραμάτων σηκώνεται σήμερα σε κυκλώνες
πάνω στο ίδιο πάντοτε και άγριο πράσινο της Νικαράγουας
και όμως είναι κάτι ακόμη πέρα από τα οράματα
που έγινε καπνός
που χάθηκε και που μας ακολουθεί την κάθε μέρα με αυτήν τη βρώμα ψοφιμιού.
Μακάρι οι τερμίτες να μην σου το μαρτυρήσουν
ο κόσμος να σε ντύνει παρά τη φτώχεια του
και να σε προστατεύει ακόμη κι από εμάς τους ίδιους

Πού να κρύψω τη χώρα αυτή της ψυχής μου
για να μην μου την χτυπήσει κανένας πια;
Νικαράγουα λαβωμένη στάζεις λάσπη
απ’ τις πληγές τις ανοιχτές της καρδιάς σου.
Ποιος θα σε γιατρέψει χώρα μικρή;
Ποιος θα σε προστατέψει;
Ποιος μετά τη χολή, τη βροντή
γλυκά θα σου τραγουδήσει να σε ηρεμήσει
για ν’ αποκτήσεις πάλι πίστη
και σηκωθείς στα πράσινα βουνά σου
για ν’ αντικρίσεις τον ορίζοντα;
Γη μου εσύ της φωτιάς και του νερού
που μίλησες με φωνή βραχνή χώρας διαβολεμένης
Σσσσς, σιώπησε πια χωρούλα κουρασμένη από το κλάμα.
Ποιος θα τραγουδήσει νανούρισμα στη Νικαράγουα;
Πάμε, όλοι μαζί.
Ας φέρουμε διαφάνεια
σ’ αυτή τη χώρα τη δική μας
την κουρασμένη απ’ το κλάμα.
Κοιμήσου Νικαράγουα
Κοιμήσου καρδιά μου
Κοιμήσου εσύ χώρα μου
Αγάπη γλυκειά μου.




66. Ως προς το ρήμα «βρίσκομαι» (Del verbo estar)
Η ποίηση βρίσκεται μακριά
όπως το σπίτι το παλιό με το κτήμα
που, φυλαγμένο στα παιδικά μου χρόνια,
λάμπει αθώο
όλο τοίχους λευκούς και κολώνες ψηλές από ξύλο ευγενές
Ο γλυκός κόσμος που γύρεψα να διαπλεύσω με το σάλιο μου
και με της φωνής μου την ανάσα να τυλίξω
έχασε την ψευδαίσθηση της αγνότητας
Όσο ζω
οράματα άλλα εισβάλλουν με τη βία
στην υδάτινη τροχιά που τα εγκλωβίζει
και τ’ ανυψώνει πενθώντας στη συνείδησή μου
Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου
βρίσκεται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;

Έτσι ένα πρωινό του καλοκαιριού
σηκώνομαι ξυπόλητη ξεχτένιστη
και τις σκάλες κατεβαίνω με τα γυαλιά στα χέρια
για το πρωινό και τις εφημερίδες
Οι λέξεις πλάι στο ψωμί και το βούτυρο
γεμάτες αγωνία
Ενώ οι σελίδες της οικονομίας ανακοινώνουν τον εμπορικό θρίαμβο
κάποιας πάλι τελευταίας τεχνολογίας,
οι τίτλοι επαναλαμβάνουν τη μονότονη απαρίθμηση νεκρών
περιγράφοντας πότε τη μια πότε την άλλη αθλιότητα.
Γυρίζω τις σελίδες αλείφοντας τη μαρμελάδα πορτοκάλι στο φρυγανισμένο ψωμί.
Ψίχουλα πέφτουν πάνω στη φωτογραφία της γυναίκας
που κραυγάζει στην πλατεία της Βαγδάτης πλάι στο νεκρό παιδί της.
Πιστέψτε με όταν λέω πως ο πόνος αυτός δεν μου είναι αδιάφορος
και ας με κάνει να γελώ ο λευκός, γλυκός σκυλάκος μου στον κήπο
που μικρός όπως είναι και μαλλιαρός
καταδιώκει μάταια φρενήρης το κολίμπρι
που πριν μια στιγμή ακόμη ξαπόσταινε πάνω στις λευκές ανθισμένες καμέλιες
και ας πίνω μια γουλιά απ’ τον καφέ γυρίζοντας σελίδα
για να διαβάσω για μια κοπέλα που σκοτώθηκε σε τρομοκρατική επίθεση
σε ιαματικά λουτρά στην Αίγυπτο. Μια κοπέλα 27 ετών,
γεννημένη στο Λας Βέγκας, η μόνη που τα μέσα αναφέρουν λεπτομερώς
αφού είναι Αμερικάνα, ξανθιά, όπως και να ’χει μια γυναίκα νέα που χαμογελά μ’ αυτοπεποίθηση
πλάι στο φίλο της σε μια πρόσφατη φωτογραφία από τις διακοπές, όπου και σκοτώθηκε.
Η σελίδα των Απόψεων της New York Times φιλοξενεί άρθρο
για το Νταρφούρ, μια λέξη που ο πρόεδρος Μπους
ακόμη δεν κατορθώνει να προφέρει σωστά.
Ο αθρογράφος επισημαίνει τις ώρες που αφιέρωσαν τα μέσα στη δίκη του Michael Jackson
και στο ειδύλλιο του Μπραντ και της Αντζελίνας.
Το NBC έστειλε κάμερες στην Αφρική για μια συνέντευξη με τον Μπραντ,
αλλά το Νταρφούρ, με το σφαγιασμό χιλιάδων, δεν μοιάζει άξιο αποστολής
[δημοσιογραφικής ομάδας.
Διαβάζω ότι νοσοκομείο στο Κλήβλαντ ενέκρινε επιτέλους την ιατρική διαδικασία
για την πρώτη μεταμόσχευση προσώπου.
Ζητείται δότης, κάποια οικογένεια που δεν θα τρέμει στην όψη του προσώπου του θανόντος
πάνω στο ξένο σώμα άλλου ανθρώπου.

Ο καφές κρυώνει.
Πάει και το ψωμί,
μαύρο ψωμί, ολικής άλεσης, πιο υγιεινό από το λευκό.
Η ποίηση βρίσκεται μακριά.
Απ’ την άλλη όψη θαρρείς του φωτός που εγώ άλλοτε ρουφούσα, διψασμένη για ομορφιά.
Πώς γίνεται να συνεχίσεις να ζεις;
Με τι ψυχή, υποχρεωμένη να δέχεται την αντίφαση
βολεύομαι σ’ έναν γαλάζιο ουρανό, σ’ ένα καλοκαίρι μαγικό σ’ αυτήν την ακτή της θάλασσας, σ’ αυτό το σκυλάκο με τα καπρίτσια του,
στην εκλεκτή αδιαφορία που μετατρέπει την ατομική μικρότητα σε καταφύγιό της;

Την ώρα την πιο απέλπιδη της ανθρωπότητας
ξεγλιστρώ απ’ τη νυχτικιά μου
κι αφήνω να τρέξει πάνω στο δέρμα μου νερό
με την ελπίδα πως μέσα του θα διαλυθώ.





67. Στον κομαντάντε Μάρκος (Al comandante Marcos)
Ο θόρυβος απ’ τα σκάγια μάς έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.
Η πόρτα της ζωής σου άξαφνα κλειστή
στο ξύλο που σε κοιμίζει και σε βυθίζει στα σπλάχνα της γης.

Δεν μπορώ να πιστέψω το θάνατό σου,
έτσι δίχως αποχαιρετισμό,
μόνο εκείνο το μακρινό προαίσθημα της νύχτας εκείνης, ―θυμάσαι;―
σαν έκλαψα με μανία βλέποντάς σε κοιμισμένο,
αναγνωρίζοντάς σε ως πουλί αποδημητικό
σε γοργή φυγή απ’ τη ζωή.

Ύστερα,
σαν έφυγες,
σαν τον κίνδυνο άρπαξες απ’ τα μαλλιά,
κι ήξερα πως σε περιστοιχίζουνε άγρια σκυλιά,
να πιστεύω άρχισα πως είσαι ακατανίκητος.
Πώς να πιστέψω το τέλος των χεριών σου,
των ματιών σου, των λόγων σου;
Πώς να πιστέψω το τέλος το δικό σου, αφού εσύ ήσουν κάθε αρχή,
η σπίθα, η πρώτη εκπυρσοκρότηση, το «άρξατε πυρ»,
τα σχέδια, η ηρεμία;

Και όμως, να τη! η είδηση στην εφημερίδα
και η φωτογραφία σου που με κοιτά δίχως να με βλέπει
και αυτή η οριστική η αίσθηση της απουσίας σου
να με διατρέχει απαρηγόρητη εντός,
αφήνοντας πίσω πολύ των δακρύων το μέτωπο,
να ρίχνεται στις φλέβες μου,
να ξεχύνεται σε κάθε ίνα του κορμιού μου.

Περνάει ο χρόνος
και ολοένα μεγαλώνει του ονόματός σου το κενό,
περνούν τα λεπτά τα ηλεκτρισμένα απ’ το άγγιγμά σου,
από το ρυθμικό τραγούδι της καρδιάς σου,
από όλα όσα τώρα κολυμπούν μες στο μυαλό μου
και σε φέρνουν και σε πάνε σαν πλημμυρίδα και άμπωτη
μιας παλίρροιας αίματος,
όπου βλέπω το κόκκινο του πόνου και της οργής
και γράφω, δίχως να μπορέσω να γράψω γι’ αυτό το θρήνο τον ατέλειωτο,
στρογγυλό και κυκλικό σαν και το σύμβολό σου,
και να φανταστώ αδυνατώ το τέλος σου,
παρά νιώθω μονάχα με τη δύναμη της αγκαλιάς,
της βροχής,
των αλόγων σε φυγή,
την αρχή σου.


68. Η Αμερική στο ιδίωμα της μνήμης 
(América en el idioma de la memoria)
Ι.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρισα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.


ΙΙ.
Τους Θεούς μας κρύψαμε,
τους μύθους μας,
κάτω απ’ την πορφύρα των αγίων τους.
Αναπλάσαμε τη γλώσσα τους
την ξανακάναμε δική μας,
τη βάλαμε να πει την κατακλυσμική βροχή
και το γλυκό τραγούδι της φλογέρας,
το ύψος των Άνδεων,
και το τροπικό το δάσος του Αμαζόνιου.
Αλλάξαμε τα ονόματά μας για να επιβιώσουμε,
μα τον κόσμο τον ονομάσαμε
με κώδικες και κωδικούς που ώς και τα τώρα παραμένουν ακατανόητοι.
Θέλησαν το δέρμα μας ν’ αλλάξουν,
όμως αλείψαμε κακάο στα γονίδιά τους
για να διακρίνουμε την καθαρή σοκολάτα
απ’ την καμένη:
άντρες και γυναίκες από σοκολάτα
αποίκησαν εκ νέου την Ήπειρο
της Βροντής και της Απόγνωσης.

Εκ νέου δημιουργήσαμε τις υπέροχές μας πόλεις
Μεξικό, Μπουένος Άιρες, Λίμα και Ρίο
και φυλάξαμε στα βάθη των κανατιών μας
τη σοφία της υποταγμένης μνήμης μας.

ΙΙΙ.
Δεν θριαμβεύσαμε.
Ήμασταν αθώοι και μιλούσαμε στη Γη με σεβασμό,
όπως αρμόζει σε φιλοξενούμενους και όχι σε οικοδεσπότες.
Τη Ζωή θυσιάζαμε στον θεό Ήλιο,
ενώ εκείνοι αντιθέτως στο χρυσό,
που μονάχα τον μιμείται.
Η Γη ήταν συνεργός μας.
Την τιμούσαμε και τη γιορτάζαμε.
Εκείνοι τη Γη δεν την αγαπούσαν,
την ξεγύμνωναν λες και τους ανήκε,
όπως ξεγύμνωναν κι εμάς
λες κι εμείς να τους ανήκαμε το ίδιο.
Μας ανάγκασαν τις λέξεις τους να μιλούμε
και τα ρούχα τους να ντυνόμαστε.
Μας ανάγκασαν τον Θεό να λατρεύουμε
που εκείνοι οι ίδιοι είχαν σταυρώσει.
Ούτε και απ’ την ενοχή τους για τη σταύρωση αυτή γλιτώσαμε
αφού μας έλεγαν πως και για δική μας χάρη πέθανε
και πως με τη ζωή μας έπρεπε να πληρώσουμε
για το αμάρτημα ν’ αγνοούμε κάτι τέτοιο.

IV.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τις κραυγές τους.
Το κάψιμο των γεννητικών οργάνων τους,
τον πόνο σε γέννες μιγαδικές,
τα παιδιά από βιασμούς.
Δεν μπορούσαμε στα παιδιά πια να δώσουμε
ονόματα κάκτων, δέντρων, λουλουδιών κι αστερισμών.
Μάθαμε το χρόνο να μετρούμε με τα μέτρα τους
και στις μέρες δώσαμε ονόματα ξένα.

V.
Ποιοι είμαστε;
Ποιοι είναι εκείνοι, οι άντρες και οι γυναίκες δίχως γλώσσα,
που δέχονται τη χλεύη για το χρώμα τους,
τα πόδια τους, τα φτερά και τα κοσμήματά τους;
Για να μην γνωρίζουμε άλλους από τους δικούς τους κώδικες,
έκαψαν τους δικούς μας σε θεόρατες πυρές.
Η ποίηση και η ιστορία μας, τα χρονικά των λαών μας
γέμισαν με καπνό τις κόγχες των ματιών μας
και με δάκρυα τα σωθικά μας γέμισαν.
Πήραν φωτιά οι ζωγραφικές μας δουλεμένες με προσοχή από γραφείς
πήραν φωτιά οι μύθοι μας που μας έκαναν αυτό που ήμασταν.
Πώς θρηνούσαν οι γέροντες στις αλάνες
βλέποντας των προγόνων τους τα ονόματα να καίνε!
Αχ! Νύχτα εσύ μακρά, νύχτα εσύ πικρή της στάχτης!
Νύχτα που μας άφησες δίχως χέρια,
δίχως γλώσσα, δίχως μνήμη!

VI.
Η Γη μάς έσωσε, το αίμα, το χρώμα των φρούτων,
η ζάλη του ανέμου στους γκρεμούς του Μάτσου Πίτσου.
Όλα τα πήραν, τα κατείχαν, μα η Γη εξακολουθούσε να μας τραγουδά,
οι καταρράκτες του Ιγουαζού, η λίμνη Τιτικάκα, ο ποταμός Ορινόκο, οι πεδιάδες,
η λίμνη Ατιτλάν, το ηφαίστειο Μομοτόμπο, οι αρχαίες πρωτεύουσες Τικάλ και Κοπάν.
Η Γη γνώριζε το δικό μας άγγιγμα —
τα ηφαίστεια μάς μιλούσαν — οι ποταμοί μάς ξέπλεναν τα δάκρυα,
και η ζούγκλα μάς έκρυψε.
Εκείνους η νοσταλγία τούς αποτέλειωνε.
Ο χρυσός εισέπραττε την τιμή του. Σκοτώνονταν τώρα αναμετάξυ τους.
Βυθίζονταν τα καράβια τους. Τους αρνούνταν τα παιδιά τους.
Στις κοιλιές των γυναικών μας έσβηναν.
Τα γονίδιά τους έβραζαν στο κακάο
και στους απογόνους τους δεν έβλεπαν πια τους εαυτούς τους.

VII.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τα γέλια τους.
Υπομονετική η υπομονή,
η αντίσταση.
Αιώνες ολόκληροι σιωπής κι αναμονής.
Ο καιρός κύλησε σε σπείρες,
αναβαίνοντας από τις ερήμους της Παταγονίας,
διασχίζοντας τις Άνδεις, τις οροσειρές, την τροπική υγρασία,
και τις όχθες με τους βούβαλους.
Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων καταστρέφει τον κόσμο του.
Η πείνα, η βία, σκάβουν τούνελ κάτω απ’ τα πόδια του,
υποσκάπτουν τα θεμέλια των ξενικών ειδώλων.

Τα μάτια της Αμερικής προσμένουν την επιστροφή του Κετσακόατλ
—του φτερωτού όφεως—

Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Όνειρα που ποτέ τους δεν κοιμούνται.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:



– Κετσάλ: Πολύχρωμο, εντυπωσιακό ιερό πουλί των Αζτέκων και των Μάγια.
– Τενοτστίτλαν: Ακμάζουσα πόλη-κράτος, πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων στο σημερινό Μεξικό
– Κάρλος Φονσέκα: Ιδρυτής του ΜΕΑΣ
– ΜΕΑΣ: Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας



********************************************************************



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια»

Συνέντευξη της Τζοκόντας Μπέλλι στη Σιλβίνα Φριέρα

Στο Λος Άντζελες βρέχει καταρρακτωδώς. Με την επιθυμία θαρρείς να σαρώσουν και να πληγώσουν ό,τι αγγίζουν, οι σταγόνες ηχούν πεισμωμένες. Μέσα σε αυτόν τον υδρόβιο κόσμο στον οποίο μετατρέπεται τώρα η πόλη, μια αστραπή σχίζει τον ουρανό κάπου μακριά. Το τοπίο διαλύεται εμπρός στα μάτια της Νικαραγουανής συγγραφέα, Τζοκόντας Μπέλλι, εν είδει θαρρείς αποχαιρετισμού. Η καταιγίδα όμως ξεσπάει επίσης μες στην ψυχή της, τώρα που πακετάρει το σπιτικό της, βιβλία και διάφορα αντικείμενα, προκειμένου να επιστρέψει μόνιμα πλέον στη Νικαράγουα, τη «χώρα κάτω από το δέρμα» της, την ηφαιστειακή, σεισμική, επαναστάτρια. Ενόσω συνηθίζει στην ιδέα της μετακόμισης, γράφει ένα μυθιστόρημα που χρόνια ολόκληρα κλωθογύριζε στο μυαλό της και που «επιτέλους», όπως η ίδια αναφέρει με τον οικείο κι εγκάρδιο τόνο της, «έλαβε σάρκα και οστά, ώστε να θέλει να βγει τρέχοντας στο φως».

Όταν η σπίθα της ποίησης τη διαπέρασε το 1970, χαρίζοντάς της στίχους όπως «Ο άντρας που θα μ’ αγαπά/ το πρόσωπό μου θ’ αναγνωρίζει μες στο ανάχωμα,/ θα μ’ αγαπά γονατιστός στη γη/ καθώς μαζί οι δυο θα βάλλουμε/ κατά του εχθρού» ή «ώσπου μέσα μου να εισβάλλεις/ με τη δύναμη του ιλίγγου/ και με το πήγαινε να με κατακλύζεις και το έλα σου/ σαν θάλασσα ανήμερη,/ ώσπου ν’ απομένουμε οι δυο μας ιδρωμένοι τεντωμένοι/ στων σεντονιών πάνω την άμμο» η τοτινή κοινωνία της Νικαράγουας, σκανδαλισμένη από το γεγονός πως μια γυναίκα τολμούσε να γράψει για «υπογάστρια και υγρασίες», την κατηγορούσε πως υπερβολικά έχει εξυμνήσει «του κορμιού τα μυστήρια», το φύλο, τον ερωτισμό και την πιο μύχια ηδονή.

Και πάλι γύρω στα 1970, μια «γρατζουνιά στη συνείδηση», η δικτατορία του Σομόσα, δεν της επέτρεψε να μείνει αμέτοχη, κι έτσι συμμετείχε στην αντίσταση, αρχικά ως μυστική πράκτορας του «Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας» (FSLN). Καταδιωκόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες, εξορίστηκε στο Μεξικό, την Κόστα Ρίκα και την Κούβα. Επέστρεψε στην πατρίδα της με το θρίαμβο της Επανάστασης των Σαντινίστας, τον Ιούλιο του 1979. Θα ξεκινούσε, τότε, μια περίοδος ανάληψης σημαντικών πολιτικών αξιωμάτων, ώσπου το 1994, τέσσερα χρόνια μετά την εκλογική ήττα, απεχώρησε από το κόμμα. Σε ένα ποίημά της με τόνο ανάλαφρο, όπου δηλώνει πως «δεν διαθέτει τα πόδια της Σίντυ Κρώφορντ», παραδέχεται πως το πρόσωπό της, από συνήθεια, έχει πάψει πλέον να της αρέσει, πως το στόμα της παραμένει αξιοπρεπές, «πάνω απ’ όλα αισθησιακό», και πως το σύνολο σώζεται τελικά με τη βοήθεια της αφάνας που έχει για μαλλιά. Θα ’πρεπε να προσθέσει βέβαια κανείς πως διατηρεί αυτήν τη σπίθα αχαλίνωτης νεότητας στα μάτια της, μάτια όλο εγρήγορση και προσοχή, στραμμένα στον ανασασμό της ανθρωπότητας.

Κατά πόσο υπήρξε «εξελιγμένος» ο χρόνος της ποιητικής δημιουργίας; Μπορεί να σκεφτεί κανείς πως ένα μυθιστόρημα απαιτεί περισσότερο χρόνο και προσπάθεια, και όμως δίνετε την εντύπωση πως αφήνετε τους στίχους να αναπαυθούν και ύστερα επιστρέφετε σε αυτούς ξανά και ξανά, ώσπου να εγχαραχτούν για τα καλά.

— Κοίταξε, το μυθιστόρημα δομείται πάνω σε μια εξωτερική πραγματικότητα. Κάτι συμβαίνει. Αφηγείται μια ιστορία. Πρέπει κανείς να ’ναι ζογκλέρ για να συγκρατεί όλον αυτόν τον κόσμο στο μυαλό του, τα τοπία, τους χαρακτήρες. Η ποίηση, αντιθέτως, συνιστά μια ματιά στο εσωτερικό τοπίο και πρέπει να αφεθεί να υπάρξει. Εγώ αφήνω το συναίσθημα να βγει στην επιφάνεια και ύστερα απαλείφω ό,τι δεν βοηθά το ποίημα να παραμείνει στρογγυλό, να ζήσει σαν κύτταρο μέσα στην ίδια του τη μεμβράνη. Το δύσκολο σε αυτήν τη διαδικασία είναι να μην χαθεί ο αυθορμητισμός. Και αυτό κάποτε σημαίνει πως πρέπει απλά να αφήσεις το ποίημα να υπάρξει. Εγώ είμαι ποιήτρια, όχι πανεπιστημιακός. Αυτό που με ενδιαφέρει, δεν είναι η τελειότητα, αλλά η ποίηση. Γι’ αυτό δεν δουλεύω τα ποιήματα σε υπερβολικό βαθμό και γι’ αυτό θεωρώ πως πρόκειται για ποιήματα προσβάσιμα, τα οποία ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να κατανοήσει και να ευχαριστηθεί.

Σε προηγούμενη συνέντευξή σας είχατε πει πως γίνατε γνωστή, εντός εισαγωγικών, όταν στα είκοσί σας γράψατε ερωτική ποίηση, τόσο αισθησιακή, που προκάλεσε σκάνδαλο. Τι φοβάται ο κόσμος όταν μια γυναίκα γράφει, για παράδειγμα, πως «το Big Bang ήταν ο αρχέγονος οργασμός» ή πως «ώς και το φύλο μου ακόμη εκρήγνυται σαν χειροβομβίδα», για να αναφέρουμε λίγους μόνο στίχους;

— Είναι απίστευτο πως σε τέτοιους καιρούς εξακολουθεί να συνιστά είδηση το γεγονός ότι μια γυναίκα γράφει ερωτική ποίηση. Οι επιστολές του Τζέημς Τζόυς στη Νόρα Μπαρνάκλ δεν είναι μόνο ερωτικές, αλλά πορνογραφικές και σκατολογικές, και όμως κανείς δεν του κολλάει ταμπέλα γι’ αυτό. Εγώ, αντιθέτως, κυκλοφορώ με την επιγραφή στο κούτελο. Αδιαφορώ. Την κουβαλώ μάλιστα με τιμή και καμάρι, αφού πιστεύω πως ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενωτικός, δεν διαχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Επιπλέον τον θεωρώ πηγή ισχύος της γυναίκας και δημιουργικό πυρήνα της ζωής. Η σεξουαλικότητα κι ο αισθησιασμός είναι στοιχεία υπέροχα, και εμείς οι γυναίκες τα βιώνουμε με ένα σώμα που διαρκώς μας υπενθυμίζει πως είμαστε όντα με σώμα κι όχι μόνο πνεύμα. Και αυτό είναι κάτι που έχουν προσπαθήσει πολύ να μας αποσπάσουν. Προσπάθησαν να μας ενοχοποιήσουν για την ομορφιά μας, για τον ερωτισμό μας. Εμείς είμαστε το ανθρώπινο Big Bang και γι’ αυτό, όμοια με την ατομική βόμβα, μας φοβούνται και προσπαθούν να μας έχουν υπό έλεγχο. Και όμως, ο θηλυκός «έρως» είναι θεμελιώδης για τη ζωή. Ελπίζω κάποια μέρα η ανθρωπότητα να ανακαλύψει πως οι γυναίκες μπορούμε να φωτίσουμε τον κόσμο με αυτήν την ατομική ενέργεια που διαθέτουμε, γιατί θα τη χρησιμοποιήσουμε προς όφελός της. Ωστόσο έχουν σπαταλήσει τόσο χρόνο να μας τρέμουν και να μας καταπιέζουν, που συχνά ώς και εμείς οι ίδιες καταπίνουμε το παραμύθι πως η σεξουαλικότητά μας είναι επικίνδυνη. Και τότε επιδιώκουμε την κάθαρση, αρνούμενες αυτό που είμαστε. Στην ποίησή μου εγώ εξυμνώ το γυναικείο κορμί, όπως και όλην την ηδονή, τον πόνο και το θαύμα, για τα οποία αυτό είναι ικανό.

Για να χρησιμοποιήσω στίχους σας, εξακολουθούν να σας λένε «Σώπαινε. Άλλο μη μιλάς για υπογάστρια κι υγρασίες. (…) Όπου να ’ναι εγγόνια θα ’χεις.»;

— Όχι, κανείς πια δεν μου λέει κάτι τέτοιο (γέλια). Νομίζω πως πλέον περιμένουν από μένα να μιλήσω, πράγμα που δείχνει πως ακόμη και οι πιο βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις, κυρίως όταν έχουν ριζώσει πάνω στην υποκρισία και σε ψεύτικους τρόπους, μπορούν να αλλάξουν. Υπάρχει κάτι το απελευθερωτικό, μου φαίνεται, όταν κάποιος είναι σε θέση να φωτίσει με ομορφιά αυτό που συχνά υποφωτίζουν οι κοινοτοπίες ή βρωμίζουν οι χυδαιότητες. Ενάντια σε όσους επιδιώκουν να αισθανόμαστε ένοχες, εγώ προτείνω ένα όραμα άλλο: το όραμα της γυναίκας που γνωρίζει πως το να είναι γυναίκα συνιστά προνόμιο και όχι μειονέκτημα. Είναι ανάγκη, άνδρες και γυναίκες να αντικρίσουμε αλλήλους δίχως φόβο, απολαμβάνοντας τη διαφορετικότητά μας.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη της πορείας σας στην ποίηση προσχωρήσατε στο Μέτωπο των Σαντινίστας. Πώς τράφηκαν αυτές οι εμπειρίες; Τι προσέφερε η ποιήτρια στην αντάρτισσα και με ποιο τρόπο ο πολιτικός αγώνας αναμειγνυόταν στους στίχους;

— Ο αγώνας ενάντια στη δικτατορία του Σομόσα ήταν ηρωικός, επικός. Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια. Για μένα η Νικαράγουα ήταν ανέκαθεν αγάπη παθιασμένη. Η χώρα μου μού μιλά με ηφαίστεια, με αγκαλιάζει με δέντρα, με ποτίζει με βροχές κατακλυσμικές. Να γράφω ποίηση για τη χώρα μου, το λαό μου, τη γενναιότητα και το ήθος, με τα οποία αγωνίστηκε κι εξακολουθεί να αγωνίζεται, είναι κάτι που βγαίνει αυθόρμητα από τα μύχια του είναι μου. Πιστεύω πως σχετίζεται με την ανάγκη μου για ενότητα. Δεν ξέρω γιατί έχουμε τη μανία να διαχωρίζουμε την ψυχή από το σώμα, την αγάπη για έναν άνθρωπο από την αγάπη για την πατρίδα, τη ζωή από την πολιτική. Ζωή για μένα σημαίνει να μπορώ να τα βιώνω όλα αυτά ως ενιαίο σύνολο.

Τι είναι η Νικαράγουα για εσάς; Εξακολουθεί να σας πονάει πολύ η χώρα σας, όπως γράφετε σε ένα από τα ποιήματά σας;

— Αχ, πώς να σου το πω. Η Νικαράγουα για μένα είναι ο άντρας μου, με όνομα γυναικείο. Είναι η χώρα κάτω από το δέρμα μου, είναι το εσωτερικό μου πλήθος. Δεν μπορώ παρά να πω το ίδιο που έχω γράψει σε τόσα ποιήματα και κείμενά μου: είναι το κέντρο μου. Όταν, επιστρέφοντας με το αεροπλάνο στη Νικαράγουα, αναγνωρίζω από το παράθυρο το τοπίο, νιώθω πως η ψυχή επιστρέφει στο σώμα μου. Προφανώς και με πονά: με πονά το πόσο λίγο έχουμε προοδεύσει έπειτα από τόσες προσπάθειες. Με πονά που πρόκειται, όπως λέει μια φίλη, για τη χώρα του Σίσυφου, εκείνου που οι θεοί τιμώρησαν καταδικάζοντάς τον να κουβαλάει μια τεράστια πέτρα ώς την κορφή ενός βουνού, μοναχά για να διαπιστώσει φτάνοντας στην κορυφή πως η πέτρα θα κατρακυλήσει κι εκείνος θα πρέπει να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Με πονά η υλική φτώχεια ενός λαού, ο οποίος από άποψη ανθρωπιάς είναι μοναδικά πλούσιος. Γι’ αυτό όμως και με παρηγορεί η Νικαράγουα: γιατί πέρα απ’ όλα αυτά, παραμένει μια χώρα θρεπτική, γεμάτη γέλιο και όρεξη για ζωή.

Περάσατε λοιπόν από την ευφορία της επανάστασης στην απογοήτευση της πραγματικότητας. Σας βοήθησε η συγγραφή να ξορκίσετε την απογοήτευση; Και αν ναι, επαρκεί από μόνη της ως μέτρο ή χρειάζεστε κι άλλου είδους «δραστηριοποίηση»;

— Θεωρώ την απογοήτευσή μου φυσιολογική, ωστόσο δεν πρόκειται για απογοήτευση εξαιτίας της χώρας, παρά εξαιτίας της τσιγκουνιάς της πολιτικής. Η συγγραφή με βοηθάει, καθώς μου επιτρέπει να φαντάζομαι λύσεις και δυνατότητες, αλλά και να συμβάλω στο μέτρο των δυνατοτήτων μου στον δημόσιο διάλογο και στην αναζήτηση περαιτέρω τρόπων για τη χάραξη μιας πορείας, η οποία τώρα μοιάζει ασαφής. Η δραστηριοποίηση παραμένει απαραίτητη, είναι πάντοτε αναγκαία στη Λατινική Αμερική, και καθένας πρέπει να βρει το δικό του τρόπο να δραστηριοποιείται υπό τις νέες αυτές συνθήκες, οι οποίες τουλάχιστον δεν τον υποχρεώνουν ευτυχώς να πάρει τα όπλα.

Με αφορμή το ερώτημα «Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου έγκειται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;» στο ποίημά σας «Ως προς το ρήμα ‘βρίσκομαι’», ερωτώ: Τι βλέπει σήμερα η Τζοκόντα Μπέλλι στην άλλη όψη της ποίησής της;

— Στο ποίημα αναφερόμουν στο ότι με το πέρασμα του χρόνου μαθαίνει κανείς να βλέπει όχι μόνο την εκτυφλωτική ιδέα της ουτοπίας, αλλά και να κατανοεί τη δυσκολία που ενέχει η διατήρηση της συνέπειας στην καθημερινότητα. Μαθαίνει να κατανοεί πως το καλό και το κακό συνυπάρχουν μέσα μας. Αυτό που συμβαίνει τώρα με την ποίησή μου είναι πως δεν φοβάμαι να έρθω αντιμέτωπη με αυτήν τη σκοτεινή πλευρά που ενυπάρχει στο είδος μας. Δεν φοβάμαι να κατονομάσω το κακό –είτε αφορά την αριστερά είτε τη δεξιά– γιατί οι καλές προθέσεις δεν οδηγούν πάντοτε σε καλές πράξεις. Στο όνομα δε της επανάστασης και των πιο υψηλών ιδανικών έχουν διαπραχθεί φρικαλεότητες και μεγάλες αδικίες.

Γιατί μοιάζει όμως στο ποίημα «Μάστιγες του 21ου αιώνα» να κερδίζει έδαφος ο σκεπτικισμός, αφού όπως γράφετε εκεί «τίποτε πια δεν προκαλεί αηδία. Η αηδία, αξία παρωχημένη» και «δεν υπάρχει πια εκείνος που προχωρεί σαν τον Σωκράτη θέτοντας ερωτήματα απρεπή στην αγορά»;

— Γιατί είναι λυπηρό να αναγνωρίζει κανείς αυτό το είδος κρούστας που δημιουργείται στη συνείδηση, αρχής γενομένης από την αδιαφορία. Οι στίχοι αυτοί δεν ήταν προϊόν σκεπτικισμού, παρά μιας βαθειάς θλίψης για καταστάσεις όπως αυτή στο Ιράκ. Τόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν εκεί κι εξακολουθούμε να ζούμε σαν να μην συνέβη τίποτε. Υπάρχουν τέτοιες περιστάσεις, όμως υπάρχουν και άλλες, όπως η αντίδραση μετά το σεισμό στην Αϊτή, όπου ο κόσμος αποδείχθηκε αλληλέγγυος, προσφέροντας χρήματα και βοήθεια. Ως ποιήτρια δεν μπορώ παρά να αντιδρώ απέναντι σε τέτοιες καταστροφές, άλλοτε απορώντας και άλλοτε ελπίζοντας.

Δεν είναι παράδοξο που σε αυτό το ποίημα γράφετε ότι ίσως δεν αξίζει πια τον κόπο η διερώτηση, ενώ η συγκεκριμένη ενότητα ποιημάτων σας, τα πολιτικά, βρίθει ερωτημάτων;

— Πότε-πότε λέω ψέματα στον εαυτό μου (γέλια). Φυσικά και αξίζει τον κόπο η διερώτηση. Η ποίησή μου θέτει πολλά ερωτήματα γιατί επιδιώκει να συνδιαλαγεί με τον αναγνώστη και να τον προκαλέσει να αναμειχθεί.

Κάπου αναφέρεστε στον Σέσαρ Βαγιέχο. Ποια η σημασία της ποίησής του στη ζωή σας και με ποιους άλλους ποιητές συνδιαλέγεται η δική σας ποίηση;

— Ο Βαγιέχο είναι ποιητής δύσκολος. Δεν με επηρεάζουν όλα όσα έχει γράψει στον ίδιο βαθμό. Κάποια ποιήματά του είναι πολύ σκοτεινά, σχεδόν απροσπέλαστα, ενώ άλλα μοιάζουν με αστραπή, έτσι που όταν τα διαβάζεις νιώθεις να φωτίζεται ο ουρανός. Δεν θα σου αναφέρω όμως όλους τους ποιητές με τους οποίους συνδιαλέγομαι γιατί δεν θα μας έφταναν οι σελίδες της εφημερίδας (γέλια).

Ορτέγα: Τα μέσα και ο σκοπός. Ποιος ο απολογισμός σας για το έργο του Ντανιέλ Ορτέγα;

— Τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε ο Ντανιέλ Ορτέγα για την επανεκλογή του είναι νόμιμα, όπως νόμιμη είναι και κάθε βουλή που λαμβάνει υπόψη της τις αδικίες και την ανάγκη κυριαρχίας του λαού. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι άλλο είναι τα λόγια και άλλο οι πράξεις, και ότι η κυβέρνηση του Ντανιέλ Ορτέγα υποκινείται από μια βούληση μακιαβελική που ισχυρίζεται πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Η κυβέρνησή του δεν θέλει τη δημοκρατία, αλλά τη δυνατότητα να αποφασίζει η ίδια ποιο είναι το κοινό συμφέρον και, εν ανάγκη, να το επιβάλει. Πρόκειται για μια κυβέρνηση που τρέμει την υγιή κριτική, τους πνευματικούς ανθρώπους και την ελευθερία των κυβερνουμένων, και η οποία ενεργεί μυστικά και ύπουλα εναντίον οποιουδήποτε τολμήσει με τον τρόπο του να φέρει αντίρρηση. Δυστυχώς, ο Ορτέγα επαναλαμβάνει τα σφάλματα των δικτατοριών του παρελθόντος, μόνο που αυτή τη φορά το πράττει με εξαγγελίες «επαναστατικές». Και όμως, ρέπει προς τον αυταρχισμό και επιδιώκει να συγκεντρώσει τόσο την οικονομική, όσο και την πολιτική ισχύ στο πρόσωπο το δικό του, της συζύγου του και της οικογενείας του. Είναι άνθρωπος φιλόδοξος και ανασφαλής, με πολλά σκοτεινά σημεία στο χαρακτήρα του. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης των Σαντινίστας, οι επικεφαλής ήταν εννιά. Τώρα η εξουσία συγκεντρώνεται στον ίδιο και την οικογένειά του, μια οικογένεια, τα μέλη της οποίας ποτέ δεν έζησαν ως απλοί πολίτες. Ο Ορτέγα πέρασε τη ζωή του ολόκληρη στην πολιτική. Υπήρξε πρόεδρος κι επικεφαλής, υποστηριζόμενος πότε από το Κράτος και πότε από το κόμμα. Αγνοεί την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες της Νικαράγουας, ενώ αυτά που θεωρεί πως θέλει ο κόσμος δεν προκύπτουν από εμπειρία, αλλά από μια νοοτροπία τύπου οδηγιών χρήσης. Μια νοοτροπία παρωχημένη, που παραβλέπει πως οι κοινωνικές αλλαγές προϋποθέτουν ελευθερία και συναίσθηση, και όχι προεδρικά διατάγματα. Με αυτά δε τα τελευταία, όχι μόνο βρήκε τον τρόπο να ζητήσει την επανεκλογή του –πράγμα που το Σύνταγμά μας απαγορεύει–, αλλά και να καταπατήσει κάθε νομική και ηθική αρχή του κράτους της Νικαράγουας.

«Εφημερίδα»
Αργεντινή, 4 Φεβρουαρίου 2010

****

Γεννημένη σε προνομιακό περιβάλλον στη Μανάγουα της Νικαράγουας, η Τζοκόντα Μπέλλι αφιερώθηκε στον αγώνα των Σαντινίστας και στη λογοτεχνία. Έχει δημοσιεύσει πολυάριθμα βιβλία πρόζας και ποίησης, όπως και μυθιστορήματα. Της έχει απονεμηθεί πλήθος βραβείων, από το «Βραβείο της Μικρής Βιβλιοθήκης Seix Barral» και το «Βραβείο Σορ Χουάνα Ινές ντε λα Κρους» στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Γκουανταλαχάρας, ώς το «Παράσημο του Τάγματος των Ιπποτών» από το γαλλικό κράτος (2013) και το πιο πρόσφατο «Βραβείο Αντρές Σαμπέλια» της Χιλής (2014).

Δεν υπάρχουν σχόλια: