20/12/11

Φεγγαροτρόπια...




















 Vicente Aleixandre

 Αγαπιόντουσαν


Αγαπιόντουσαν.
Πάσχιζαν στο φως, χείλη μπλαβά κατά το ξημέρωμα,
χείλη που βγαίνουν από μια νύχτα σκληρή,
χείλη μισάνοιχτα, αίμα∙ αίμα; Πού;
Αγαπιόντουσαν σε στρώμα πλεούμενο, μισό νύχτα, μισό φως.

Αγαπιόντουσαν όπως τα λουλούδια και τα αγκάθια τα βαθιά,
σ’ εκείνο το μπουμπούκι της αγάπης σε κίτρινο καινούργιο,
όταν τα πρόσωπα γυρίζουν μελαγχολικά,
φεγγαροτρόπια που μ’ εκείνο το φιλί γυαλίζουν.

Αγαπιόντουσαν τη νύχτα, καθώς τα σκυλιά στα βάθη
αλυχτούν κάτω απ’ τη γη και οι κοιλάδες τεντώνονται
σαν ράχες αρχαϊκές που ανακαινισμένες αισθάνονται
-χάδι, μετάξι, χέρι, φεγγάρι που φτάνει κι αγγίζει.

Αγαπιόντουσαν απ’ αγάπη στο χείλος του ξημερώματος,
ανάμεσα στις σκληρές πέτρες τις κλειστές της νύχτας,
σκληρές σαν τα σώματα, παγωμένα απ’ τις ώρες,
σκληρές σαν τα φιλιά από δόντι σε δόντι μονάχο.

Αγαπιόντουσαν τη μέρα, παραλία που ολοένα επεκτείνεται,
κύματα που, φτάνοντας στα πόδια, χαϊδεύουν τα βρύα,
σώματα που σηκώνονται απ’ τη γη και αιωρούμενα…
Αγαπιόντουσαν τη μέρα, πάνω στη θάλασσα, κάτω απ’ τον ουρανό.

Μεσημέρι απόλυτο, αγαπιόντουσαν τόσο μόνοι κι οικείοι,
θάλασσα άφταστη και νέα, αισθαντικότητα διάσπαρτη,
μοναξιά του έμψυχου, ορίζοντες απόμακροι
πλεγμένοι σαν σώματα μοναχικά που τραγουδούν.

Μες στην αγάπη. Αγαπιόντουσαν σαν φωτεινή σελήνη,
σαν αυτή τη θάλασσα τη στρογγυλή που περιρέει αυτό το πρόσωπο,
γλυκιά έκλειψη νερού, μάγουλο σκιασμένο,
όπου τα ψάρια τα ερυθρά πάνε κι έρχονται δίχως μουσική.

Μέρα, νύχτα, δειλινά, ξημερώματα, χώροι,
κύματα νέα, παλιά, φευγαλέα, αέναα,
είτε θάλασσα είτε γη, πλεούμενο, στρώμα, φτερό, κρύσταλλο,
μέταλλο, μουσική, χείλη, σιωπή, βλάστηση,
κόσμος, γαλήνη, η μορφή τους.
Αγαπιόντουσαν. Να το ξέρετε.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


*******************************

Se querían
 
Se querían.
Sufrían por la luz, labios azules en la madrugada,
labios saliendo de la noche dura,
labios partidos, sangre, ¿sangre dónde? 

Se querían en un lecho navío, mitad noche, mitad luz.
Se querían como las flores a las espinas hondas,
a esa amorosa gema del amarillo nuevo,
cuando los rostros giran melancólicamente,
giralunas que brillan recibiendo aquel beso. 

Se querían de noche, cuando los perros hondos
laten bajo la tierra y los valles se estiran
como lomos arcaicos que se sienten repasados:
caricia, seda, mano, luna que llega y toca. 

Se querían de amor entre la madrugada,
entre las duras piedras cerradas de la noche,
duras como los cuerpos helados por las horas,
duras como los besos de diente a diente solo. 

Se querían de día, playa que va creciendo,
ondas que por los pies acarician los muslos,
cuerpos que se levantan de la tierra y flotando... 
Se querían de día, sobre el mar, bajo el cielo. 

Mediodía perfecto, se querían tan íntimos,
mar altísimo y joven, intimidad extensa,
soledad de lo vivo, horizontes remotos
ligados como cuerpos en soledad cantando. 

Amando. Se querían como la luna lúcida,
como ese mar redondo que se aplica a ese rostro,
dulce eclipse de agua, mejilla oscurecida,
donde los peces rojos van y vienen sin música. 

Día, noche, ponientes, madrugadas, espacios,
ondas nuevas, antiguas, fugitivas, perpetuas,
mar o tierra, navío, lecho, pluma, cristal,
metal, música, labio, silencio, vegetal,
mundo, quietud, su forma. Se querían, sabedlo.



 Πρώτη δημοσίευση: Αφιέρωμα στη γενιά του '27 της ισπανικής ποίησης, Περιοδικό "Κουκούτσι" (τεύχος 3)


Δεν υπάρχουν σχόλια: