29/8/14

"Πέρσες"...


"Πέρσες"
 του Αισχύλου, 
σκην. Νικαίτης Κοντούρη, 
ΚΘΒΕ, 
2014
***************************************
Ο Αισχύλος, έχοντας αγωνιστεί στην πρώτη γραμμή στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, σε αντίθεση με το σύγχρονο Έλληνα που εξαντλεί τον πατριωτισμό του στο χειροκρότημα του "ίτε παίδες Ελλήνων", διακόπτοντας επιπλέον την παράσταση σε μια κρίσιμη στιγμή, περιγράφει στην τραγωδία του την πανωλεθρία που υπέστη ο στρατός των Περσών σε επανειλημμένη εκστρατεία του κατά των Ελλήνων. Λαός πλούσιος, με οργανωμένες δομές και υπό τις προσταγές ενός βασιλιά, απέναντι στους ολιγάριθμους, ασύντακτους και ελεύθερους Ίωνες, θα γίνει έρμαιο της αλαζονείας του ηγέτη του και της βούλησης των θεών. Έτσι, ο θρήνος του ηττημένου εχθρού γίνεται εμμέσως νικηφόρο άσμα και έπαινος των Ελλήνων για τη νίκη και την αυταπάρνησή τους. Κάτι το έμμεσο ή μάλλον ημιτελές χαρακτήριζε και τη σκηνοθεσία της Κοντούρη, δίνοντας την εντύπωση σε πολλές περιπτώσεις πως κάτι πάει να γίνει ή να ειπωθεί, το οποίο εν τέλει έμενε στη μέση. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε το στοιχείο της υπερβολής, έντονο για παράδειγμα τόσο στην απόδοση των συναισθημάτων της 'Ατοσσας, όσο και στην -άλλοτε υπερβολική και άλλοτε ανύπαρκτη- κίνηση του Αγγελιαφόρου, όπως και στην επίκληση του νεκρού Δαρείου. Το αποτέλεσμα είναι η πόζα, ενδεικτική της οποίας είναι ειδικά η σύλληψη της Άτοσσας, δεδομένου ότι το ρόλο ερμήνευσε άνδρας ηθοποιός. Άτοπη έως σκηνοθετικά λανθασμένη θεωρούμε την εμφάνιση του ολόγυμνου Ξέρξη. Η όποια μεταφορική λειτουργία καταρρίπτεται, το λιγότερο εφόσον πρόκειται για το βασιλιά των Περσών.
Γενικά υπήρχαν στοιχεία στη σκηνοθεσία που την δυναμίτιζαν και δεν της επέτρεπαν να έχει το αποτέλεσμα που θα μπορούσε. Ερμηνευτικά απολαύσαμε έναν έξοχο χορό, δεμένο μες στην πολυφωνία του και με ρυθμό, ο οποίος προκάλεσε ρίγη τόσο κατά την εξιστόρηση των δεινών των Περσών, όσο και στην αντίδραση των χαροκαμένων πατεράδων. Στο πρώτο συνέβαλε και η ερμηνεία του Αγγελιαφόρου από τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, αν και αρκετά ασταθής και άνιση. Από το χορό ξεχώρισαν ο Νικόλας Μαραγκόπουλος, ο Δημήτρης Καραβιώτης, ο Βασίλης Σπυρόπουλος και ο Γιάννης Χαρίσης. Από τις τρεις "Νύφες του πένθους", με καίριο ρόλο και λόγο στην παράσταση, ξεχωρίσαμε την Κλειώ-Δανάη Οθωναίου, για το βάρος και το ανάστημα, το ήθος που εμπορεί να εκπέμψει και κπέμπει σε μια τραγωδία, ακόμη με ένα βλέμμα, ακόμη και σε παρουσίαση ενός λεπτού. Όχι ιδιαίτερα πειστική η ερμηνεία του Σακελλαρίου. Μετέωρη η ερμηνεία του Φέρτη, με έναν επιβλητικά νηφάλιο Δαρείο, με άτονη, ωστόσο, και αμήχανη έξοδο. Ο δε Ξέρξης, τόσο σκηνοθετικά, όσο και ερμηνευτικά (Γιώργος Κολοβός), δεν ήταν μόνο αποτυχημένος, αλλά σωστή παρωδία. Το τσέλο του Θοδωρή Παπαδημητρίου έδενε αρμονικά (θρηνητικά) με το σύνολο. Εμβρόντητοι μείναμε από τα σκηνικά του Πάτσα, όχι λόγω ακαλαισθησίας
(αντιθέτως), αλλά επειδή τα ίδια είχε χρησιμοποιήσει στον περσινό "Αγαμέμνονα" και μάλιστα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο (επικλινής βάση, καταπακτές από όπου πέρυσι εμφανίζονταν μέλη του χορού και φέτος οι Νύφες, και η καταπακτή με το νερό για τον περσινό αγγελιαφόρο και τον φετινό Ξέρξη). Αισχύλος και εκείνος, αμφιβάλλουμε ωστόσο ότι αυτό συνιστά επαρκή δικαιολογία. Τον Μετζικώφ τον θεωρούμε μοναδικό και άφταστο στο είδος του, ωστόσο σκηνογραφικά η μια παράσταση συνιστά αντιγραφή της άλλης. Σπαρακτική η τελευταία σκηνή με τα διάσπαρτα κορμιά, και θα ήταν εξίσου σπαρακτική αν αυτά δεν ήταν γυμνά ή μισόγυμνα. Η σκηνοθέτις μοιάζει να επηρεάστηκε από την υπερβολική στάση του Ξέρξη, και αν όχι με ολέθρια, σίγουρα με ασαφή αποτελέσματα.

Έλενα Σταγκουράκη

28/8/14

Ελπίδα δεν υπάρχει καμιά...


















Idea Vilariño

Ελπίδα δεν υπάρχει καμιά

Ελπίδα δεν υπάρχει
τα πάντα πως θα φτιάξουν
ο πόνος πως θα πάψει
κι ο κόσμος πως θα ισιώσει.
Καμία εμπιστοσύνη
πως η ζωή θα στρώσει
του χάους τις στιγμές και
τα δόλια νεύματά της.
Κανένα αλέγκρο τέλος
ούτε φιλί διαρκείας
με δόσιμο και πάθος
προάγγελμα ευτυχίας.
Ούτε κι ένα δροσάτο
πρωινό όλο ευωδίες
ν’ αρχίσουμε κεφάτοι.
Πιο πιθανό ο πόνος
εκ νέου να εισβάλει
και τίποτα μην μείνει
χωρίς σκληρό σημάδι.
Θα πρέπει να αντέξεις
ολοένα ν’ αναπνέεις
το φως να υπομένεις
και το όνειρο να υβρίζεις∙
μαγείρεμα άνευ πίστης
γαμήσι άνευ πάθους
και μάσημα άνευ γεύσης:
για πάντα δίχως δάκρυα.


Μτφρ: Έλενα Σταγκουράκη

25/8/14

Πλανόδιον: από το χθες στο σήμερα...



ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ τοῦ 2012 τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ 26 χρό­νια καὶ 52 τεύ­χη στα­μά­τη­σε τὴν ἔκ­δο­σή του. Τὸ σκε­πτι­κὸ τοῦ στα­μα­τή­μα­τος τῆς ἔκ­δο­σης καὶ κά­ποι­ες ἄλ­λες σκέ­ψεις τοῦ ἐκ­δό­τη του μπο­ρεῖ ὁ ἀ­να­γνώ­στης τῶν γραμ­μῶν αὐ­τῶν νὰ δεῖ τό­σο στὴν ἀποχαιρετιστήριο εὐχαριστήρια ἐπιστολὴ τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ πρὸς τοὺς συν­δρο­μη­τές του, ὅ­σο καὶ στὴν συνέντευξή του πρὸς τὴν Ὄλ­γα Σελ­λᾶ στὴν Κυ­ρι­α­κά­τι­κη Κα­θη­με­ρι­νὴ τῆς 29ης Σε­πτεμ­βρί­ου 2013. Ἦ­ταν μιὰ ὥ­ρι­μη κί­νη­ση ποὺ ἀ­πο­δέ­σμευ­σε χρό­νο γιὰ ἄλ­λες πιὸ προ­σω­πι­κὲς δη­μι­ουρ­γι­κὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες τοῦ δι­ευ­θυ­ντῆ του, καὶ ταυ­τό­χρο­να —μο­λο­νό­τι κά­τι τέ­τοι­ο δὲν εἶ­χε προ­σχε­δια­στεῖ— ἔ­δω­σε τὴν εὐ­και­ρί­α σὲ μιὰ ὁ­μά­δα νε­ώ­τε­ρων τα­κτι­κῶν συ­νερ­γα­τῶν του νὰ τὸ «ἀ­να­βι­ώ­σουν» μὲ νέ­ο τί­τλο ποὺ ὡς συ­νέ­χεια πα­ρα­πέμ­πει στὸν κό­σμο τῶν ἀ­ξι­ῶν τοῦ πα­λιοῦ.
       Ἔ­τσι τὸ Νέ­ο Πλα­νό­διον μὲ ἐκ­δό­τη καὶ δι­ευ­θυν­τὴ τὸν Κώ­στα Κου­τσου­ρέ­λη καὶ συν­τα­κτι­κὴ ὁ­μά­δα τοὺς Γι­ῶρ­γο Βαρ­θα­λί­τη, Κων­σταν­τῖ­νο Που­λῆ, Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη καὶ Λε­ω­νί­δα Στα­μα­τε­λό­που­λο ἔ­κα­νε μέ­σα στὸν χρό­νο ποὺ δι­α­νύ­ου­με τὰ δύ­ο πρῶ­τα του βή­μα­τα. Μὲ τὰ δύ­ο μέ­χρι στιγ­μῆς τεύ­χη του τὸ Νέ­ο Πλα­νό­διον προ­ε­κτεί­νει ἐν­δυ­να­μώ­νον­τας τὶς κα­λύ­τε­ρες πλευ­ρὲς τοῦ πα­λιοῦ. Τὸ σο­βα­ρὸ δο­κί­μιο, τὸν προ­σω­πι­κὸ ἀ­νε­ξάρ­τη­το στο­χα­σμό, τὴν ἀ­δέ­σμευ­τη ἀ­πὸ τὰ συμ­βα­τι­κὰ ἤ­θη κρι­τι­κή, τὴν φι­λό­δο­ξη με­τά­φρα­ση. Οἱ πα­λαι­οὶ φί­λοι του ποὺ στὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τοῦ ἐ­ξω­φύλ­λου καὶ τὴν ἀπόχρωση τοῦ χαρ­τιοῦ, ὅ­πως καὶ στὸν λι­τό­τα­το ἐ­σω­τε­ρι­κὸ εἰ­κα­στι­κὸ δι­ά­κο­σμο, βλέ­πουν μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­ση τοῦ ἐν­τύ­που, θὰ ἄ­ξι­ζε νὰ πᾶ­νε πο­λὺ πί­σω στὸν χρό­νο καὶ νὰ δοῦ­νε τὴν αἰ­σθη­τι­κὴ τῶν πρώ­των τευ­χῶν τοῦ Πλα­νό­διου καὶ τοῦ συ­να­φοῦς ἔν τι­νι μέ­τρῳ πρὸς αὐ­τὸ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να, ποὺ προ­η­γή­θη­κε, γιὰ νὰ δι­α­πι­στώ­σουν ὅ­τι ἡ ση­μει­ο­λο­γί­α τῆς ἀ­να­δί­πλω­σης αὐ­τῆς εἶ­ναι μιὰ ἐ­ξει­κό­νι­ση τῆς ἐ­πί­τα­σης στὴν ἐ­πι­δί­ω­ξη τοῦ οὐ­σι­ώ­δους στὸν κό­σμο τῶν γραμ­μά­των.
       Ὁ ἀ­να­γνώ­στης ποὺ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο γνώ­ρι­σε κα­λὰ τὴ δο­μὴ τῆς ὕ­λης τοῦ πα­λαι­οῦ Πλα­νό­διου θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ὁ νέ­ος συ­νε­χι­στής του ἀ­κο­λου­θεῖ ἁ­δρο­με­ρῶς τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ συγ­κρό­τη­σή της, ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τας τὸ αἴ­σθη­μα τῆς συ­νέ­χειάς του ὡς ἐν­τύ­που σὲ βα­θύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο, ἐ­νῶ ὁ νέ­ος ὑ­πό­τι­τλός του Ἰ­δέ­ες. Κρι­τι­κή. Λο­γο­τε­χνί­α. δί­νει μὲ τὴν σω­στὴ σει­ρὰ σπου­δαι­ό­τη­τας τὸ ζη­τού­με­νο ἑ­νὸς σύγ­χρο­νου πε­ρι­ο­δι­κοῦ λό­γου ποὺ θέ­λει νὰ εἶ­ναι πράγ­μα­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.
       Ἡ αἰ­σθη­τό­τε­ρη δι­α­φο­ρὰ πρὸς τὸ πα­λιὸ εἶ­ναι ἡ ση­μαν­τι­κὴ —ἕ­ως τώ­ρα, του­λά­χι­στον— μεί­ω­ση τῆς πρω­τό­τυ­πης ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς ὕ­λης. Θυ­μᾶ­μαι τὸν Νί­κο Φω­κᾶ ποὺ μοῦ ἔ­λε­γε —σί­γου­ρα μὲ δό­ση ὑ­περ­βο­λῆς—πὼς ἡ πραγ­μα­τι­κὰ κα­λὴ ποί­η­ση μιᾶς χρο­νιᾶς ἀ­πὸ αὐ­τὴ ποὺ δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἢ μή­πως ἐν­νο­οῦ­σε μό­νον στὸ Πλα­νό­διον;…) δὲν θὰ ξε­περ­νοῦ­σε τίς… ἑ­φτὰ σε­λί­δες! Ἀ­να­λό­γως ἐ­πι­φυ­λα­κ­τι­κὴ γιὰ τὶς λο­γο­τε­χνι­κές ἐ­πι­λο­γές τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ἦ­ταν ἡ γνώ­μη τοῦ Γιά­ννη Βαρ­βέ­ρη – καὶ τὸ μό­νο ποὺ μὲ πα­ρη­γο­ροῦ­σε ὡς ἐκ­δό­τη, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ προ­σω­πι­κό μου αἴ­σθη­μα βε­βαι­ό­τη­τος γιὰ κά­ποι­ες ἐ­πι­λο­γές μου, ἦ­ταν ἡ σὲ με­γά­λο πο­σο­στὸ ἀ­δυ­να­μί­α τῶν φί­λων τῆς συν­τε­χνί­ας νὰ συμ­πέ­σουν στὰ κα­λά, τὰ μέ­τρια καὶ τὰ κα­κὰ κά­θε τεύ­χους!… Ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ ἄ­ρι­στα νὰ ἦ­ταν τὰ πρω­τό­τυ­πα ἕλ­λη­νι­κὰ ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα, δὲν θὰ ἔ­παυ­αν νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν τὸ πιὸ ἐ­ναλ­λά­ξι­μο καὶ δυ­νη­τι­κὰ ἀ­πο­κλί­νον ὡς πρὸς τὴν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἐν­τύ­που κομ­μά­τι τῆς ὕ­λης, ἀ­φοῦ εἶ­ναι τοῖς πᾶ­σι γνω­στὸ ὅ­τι τὴν συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ὑ­πο­γρα­φῶν μοι­ρά­ζε­ται ἐ­ναλ­λὰξ τὸ σύ­νο­λο σχε­δὸν τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἐν­τύ­πων τοῦ «χώ­ρου».
       Τὸ ἔρ­γο ποὺ ἔ­χει ἀ­να­λά­βει ὁ νέ­ος ἐκ­δό­της καὶ οἱ ἄ­με­σοι συ­νερ­γά­τες του δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου εὔ­κο­λο, ὄ­χι μό­νο δι­ό­τι προ­σέρ­χον­ται νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σουν στὰ γράμ­μα­τα μιὰ ὑ­πό­θε­ση πού, ἐ­νῶ ἀ­παι­τεῖ ὑ­ψη­λὴ ὑ­πευ­θυ­νό­τη­τα καὶ πνευ­μα­τι­κὸ μό­χθο, δυ­σκο­λεύ­ει τὶς συμ­βα­τι­κὲς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις (ἂν καὶ εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἡ στά­ση αὐ­τὴ ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πρό­σω­πο ἀν­τὶ τοῦ «ἀ­να­γνω­ρί­σι­μου» προ­φίλ ποὺ ἀ­γω­νι­ω­δῶς ἐ­πι­ζη­τoῦν σχε­δὸν οἱ πάν­τες), ἀλ­λὰ καὶ δι­ό­τι —πρὸς ἔ­παι­νόν τους— δὲν ἐ­ξαρ­τοῦν οἰ­κο­νο­μι­κὰ τὴν ἔκ­δο­σή τους πα­ρὰ μό­νον ἀ­πὸ τὶς προ­σω­πι­κές τους δυ­νά­μεις καὶ ἀ­πὸ ὅ­σους φι­λα­να­γνῶ­στες συμ­πα­ρί­σταν­ται —καὶ μέ­λει νὰ συμ­πα­ρα­στα­θοῦν— ὡς ἀγοραστὲς καὶ συν­δρο­μη­τές, κά­τι ποὺ πάν­τα συ­νέ­βαι­νε καὶ μὲ τὸ πα­λαι­ὸ Πλα­νό­διον.

***

       Ἐ­ὰν μὲ τὸ πρῶ­το του τεῦ­χος τὸ Νέ­ο Πλα­νό­διον ἔ­δω­σε ἕ­να κα­λὸ δεῖγ­μα τῶν προ­θέ­σε­ων καὶ τῶν δυ­να­το­τή­των του, μὲ τὸ δεύ­τε­ρο κα­τέ­θε­σε στὰ γράμ­μα­τά μας ἕ­να στι­βα­ρὸ τεκ­μή­ριο τῶν ἱ­κα­νο­τή­των του – ποὺ μοι­ραῖ­α θὰ «δι­κά­ζει» καὶ τὰ ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­να βή­μα­τά του… Φυ­σι­κὰ καὶ γιὰ τὰ ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ εἴ­δους ὑ­πάρ­χουν τὰ κα­λύ­τε­ρα καὶ τὰ λι­γό­τε­ρο κα­λὰ τεύ­χη. Μό­νον ἔ­τσι κα­τα­φέρ­νεις νὰ συ­νε­χί­ζεις…
       Ἐ­μεῖς τοῦ εὐ­χό­μα­στε νὰ ἔ­χει κά­θε φο­ρὰ ἔ­στω καὶ λί­γα ἀλ­λὰ πράγ­μα­τι οὐ­σι­α­στι­κὰ καὶ ση­μαν­τι­κὰ νὰ μᾶς πεῖ!

 Γιάννης Πατίλης
 17 Αὐγούστου 2014


Περισσότερα στο σύνδεσμο: http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/planodion-trechonteychos/
 

13/8/14

Τρωάδες...



 "Τρωάδες" 
του Ευρυπίδη, 
σκην. Θ. Μουμουλίδης, 
ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας/5η Εποχή Τέχνης

Ο κατ΄ εξοχήν θρήνος της αρχαιότητας για τη βεβηλωμένη τιμή, την ατιμασμένη εστία και την απωλεσμένη πατρίδα, σε μία αρκετά γκόθικ αποτύπωση, πολυσύνθετη, όχι όμως γι΄ αυτό και πλούσια. Το κάστρο της Τροίας έχει πέσει και φρικτή είναι η μοίρα που περιμένει τις Τρωάδες. Από αυτήν μάλιστα δεν εξαιρούνται οι γυναίκες της βασιλικής οικογένειας: η Κασσάνδρα ερωμένη του Αγαμέμνονα, η Πολυξένη θυσία στον τάφο του Αχιλλέα, η Ανδρομάχη σύντροφος του Νεοπτόλεμου και η Εκάβη δούλα του Οδυσσέα. Ο Μουμουλίδης σε γενικές γραμμές άφηνε το κείμενο να ακουστεί, αν και οι επεμβάσεις του κάποτε δυναμίτιζαν το αποτέλεσμα. Τέτοιες ήταν οι καρικατούρες κάποιων από τους χαρακτήρες, όπως του φαινομενικά άβουλου και υπερφίαλου Μενέλαου (με το αστειάκι τύπου επιθεώρησης ΄γιατί να μην ανέβω στο καράβι, πάχυνα και θα βουλιάξει;΄), του παράξενου Ποσειδώνα και του στρατιώτη που εισέρχεται στη σκηνή και εξέρχεται από αυτήν σφυρίζοντας αμέριμνα, ενώ στο ενδιάμεσο μιλάει με τρόπο γλαφυρό για τα πάθη των γυναικών της Τροίας. Ερωτήματα γεννά και η σύλληψη μιας Κασσάνδρας που αποδίδεται ως δαιμονισμένη από χθόνιες δυνάμεις παρά από το θεό της μουσικής, Απόλλωνα. Τα σκηνικά του Πάτσα εν είδει κελιού φυλακής δεν ικανοποίησαν παρά τον προφανή στόχο της παραπομπής στις σκλάβες και ανελεύθερες Τρωάδες. Το κείμενο καθιστά τη συγκεκριμένη οπτικοποίηση μάλλον περιττή. Προβληματικά και τα κοστούμια της Κοκκόρου με το γκόθικ στοιχείο, αλλά και τις τιράντες του Ποσειδώνα, τα λευκά γάντια της Αθηνάς, την εμφάνιση του Μενέλαου εν είδει στρατηγού από το Β΄ παγκόσμιο, την απαστράπτουσα ενδυμασία της Ελένης (να θυμίζει αδρά ύφος αρχαιοελληνικό) και το μαύρο, α λα Μen in black, παλτό του Ταλθύβιου. Εξίσου πληθωρικός και ο σχεδιασμός του ήχου από τον Λαμπρόπουλο και η μουσική του Θύμιου Παπαδόπουλου, αφού στη διάρκεια της παράστασης συνδυαζόταν το σόλο ακορντεόν επί σκηνής με το μελοποιημένο σύχρονο τραγούδι του χορού και τη μουσική υπόκρουση από τα μεγάφωνα. Αντιθέτως, πολύ καλές οι ερμηνείες, με πρώτη και καλύτερη τη δωρική Εκάβη της Κομνηνού, ακολουθούμενη από τη ζεστή Ανδρομάχη της Πρωτόπαππα, αν και θα θέλαμε ο διάλογός τους να μη θυμίζει δυο παράλληλους μονολόγους. Εξαιρετική η κορυφαία του χορού, Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, όπως και ολόκληρος ο χορός. Αναρωτιόμαστε πού να οφείλεται ο δισταγμός του κοινού στο χειροκρότημα. Να συμμερίζονταν και άλλοι την επιθυμία μας για μια τσιμπίδα που θα άρπαζε τους ηθοποιούς και θα τους τοποθετούσε ξανά στο έδαφος έχοντας ως δια μαγείας εξαφανίσει προηγουμένως οποιοδήποτε σκηνικό στοιχείο, τοποθετώντας τους ει δυνατόν με μονόχρωμα λιτά ενδύματα πάνω στο ίδιο το χώμα της τάφρου, με φόντο το χανιώτικο ενετικό τείχος; Αυτός μάλλον θα ήταν ο τρόπος και ο δρόμος προς την καρδιά.

 Έλενα Σταγκουράκη
 

6/8/14

Eduardo Galeano (2)...



Eduardo Galeano


Λίγα λόγια για τον πετυχημένο άνδρα

Δεν μπορεί να κοιτάξει το φεγγάρι δίχως να υπολογίσει την απόσταση.
Δεν μπορεί να κοιτάξει το δέντρο δίχως να υπολογίσει την αξία του ξύλου.
Δεν μπορεί να κοιτάξει έναν πίνακα δίχως να υπολογίσει την τιμή του.
Δεν μπορεί να κοιτάξει τον κατάλογο δίχως να υπολογίσει τις θερμίδες.
Δεν μπορεί να κοιτάξει έναν άνθρωπο δίχως να υπολογίσει το όφελος.
Δεν μπορεί να κοιτάξει μια γυναίκα δίχως να υπολογίσει τον κίνδυνο.





***

Λίγα λόγια για το φόβο


Η πείνα τρέφεται με φόβο. Ο φόβος της σιωπής ηχεί εκκωφαντικός στους δρόμους. Ο φόβος απειλεί:
Αν αγαπήσεις, θα κολλήσεις έιτζ.
Αν καπτνίσες, θα πάθεις καρκίνο.
Αν αναπνεύσεις, θα μολυνθείς.
Αν πιεις, θα τρακάρεις.
Αν φας, θα σου ανέβει η χοληστερίνη.
Αν μιλήσεις, θα μείνεις άνεργος.
Αν περπατήσεις, θα σου επιτεθούν.
Αν αρχίσεις να σκέφτεσαι, θα έχεις άγχος.
Αν αρχίσεις ν' αμφιβάλλεις, θα τρελαθείς.
Αν αρχίσεις να αισθάνεσαι, θα νιώσεις μοναξιά.



 ***



Λίγα λόγια για την ουτοπία


Βρίσκεται στον ορίζοντα, λέει ο Φερνάντο Μπίρι. Πλησιάζω δυο βήματα, κι εκείνη απομακρύνεται δυο βήματα. Περπατώ δέκα βήματα, κι ο ορίζοντας κάνει πίσω άλλα δέκα. Όσο κι αν προχωρήσω, δεν θα τη φτάσω ποτέ. Σε τι χρησιμεύει η ουτοπία; Γι' αυτό ακριβώς: για να προχωρούμε.



Από το βιβλίο: "Οι λέξεις ταξιδεύουν", μτφρ Ισμήνη Κανσή
 

3/8/14

Eduardo Galeano (1)...


Eduardo Galeano


Λίγα λόγια για τη λέξη

Στη γλώσσα γκουαρανί "νιε ε" σημαίνει "λέξη", αλλά και "ψυχή". Οι Ινδιάνοι Γκουαρανί πιστεύουν πως όσοι λένε ψέματα ή σπαταλάνε τις λέξεις προδίδουν την ψυχή.



***

Λίγα λόγια για το ανθρώπινο σώμα


Η Εκκλησία λέει: Το ανθρώπινο σώμα είναι αμαρτία.
Η επιστήμη λέει: Το ανθρώπινο σώμα είναι μια μηχανή.
Η διαφήμιση λέει: Το ανθρώπινο σώμα είναι εμπόριο.
Το ίδιο το σώμα λέει: Εγώ το γιορτάζω.



***

Το αόρατο πρόσωπο


Όλα κι όλοι έχουμε πρόσωπο κι ένα σημάδι. Ο σκύλος, το φίδι, ο γλάρος, εσύ κι εγώ, όσοι ζούμε, όσοι έζησαν, οτιδήποτε περπατά, σέρνεται ή πετά: όλοι έχουμε πρόσωπο και κάποιο σημάδι. Αυτό πιστεύουν οι Μάγια. Πιστεύουν επίσης ότι το αόρατο αυτό σημάδι είναι περισσότερο σημαντικό απ' ό,τι το ίδιο το ορατό πρόσωπο. Σε αναγνωρίζουν από το σημάδι σου. 




***

Ανοιχτό παράθυρο στη θάλασσα


Δεν μπορεί να μείνει πουθενά στάσιμη. Η μοίρα των βουνών και των δέντρων είναι να έχουν ρίζες, όμως η θάλασσα, όπως κι εμείς, είναι καταδικασμένη στον πλάνητα βίο. Θαλασσινές πινελιές: όσοι ζούμε κοντά στη θάλασσα, είμαστε φτιαγμένοι κι απ' αυτήν, πέρα από το χώμα. Και το νιώθουμε, κι ας μην το ξέρουμε, όταν αρμενίζουμε από καφενείο σε καφενείο, στα κύματα των δρόμων της πόλης, ή ταξιδεύουμε, μέσα στην ομίχλη, προς το λιμάνι ή το ναυάγιο που μας περιμένει απόψε.





Από το βιβλίο: "Οι λέξεις ταξιδεύουν", μτφρ Ισμήνη Κανσή

27/7/14

Ιππόλυτος...



"Ιππόλυτος"
του Ευρυπίδη
σκην. Κονιόρδου
Επίδαυρος 2014

Κατάμεστο απ' άκρη σ' άκρη το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου για έναν "Ιππόλυτο" με βασικά χαρακτηριστικά το μέγεθος και την έκταση. Μια φιλόδοξη σκηνοθεσία από την Κονιόρδου, με τα πάγια χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, τη ζωντανή μουσική επί σκηνής, την παραπομπή σε ανατολίτικους πολιτισμούς και το ιαπωνικό δράμα, αλλά και πλήθος ετερόκλητων στοιχείων που μάλλον επιβάρυναν παρά διάνθιζαν την παράσταση. Έτσι, στο πρώτο μέρος δεν αποφεύχθηκε μια χαλάρωση από έναν ρυθμό αργό, ο οποίος όμως εντάθηκε στο δεύτερο μισό. Έξοχη η ερμηνεία του Πάνου, ενώ περισσότερο από κάθε άλλη φορά μας έπεισαν ο Κουρής και ο Σαράντης. Αυτός ο τελευταίος απέδωσε ουσιαστικά τον πρώτο πρωταγωνιστικό του ρόλο. Πολύ αδύναμη η ερμηνεία της Φριντζήλα, ενώ εκείνη της Κονιόρδου μάς άφησε αμφίθυμους, κυρίως λόγω της σκηνοθετικής σύλληψης για μια 'ακροβατική' απόδοση της τρέλας του έρωτα. Αντίστοιχα με τη σκηνοθεσία, ανομοιογενή στοιχεία συνδύαζαν τα κοστούμια (από διαφορετικές εποχές), αλλά και η μετάφραση, η οποία περιελάμβανε διαφoρετικά γλωσσικά ύφη (register), έως και πρωθύστερα σχήματα. Έτσι, πέρα από τον υψηλό λόγο, συναντούσαμε φράσεις όπως "τη γλώσσα μου να χαλαρώσω", "ξεκουμπίσου", "'μου ρχεται να βάλω τα κλάματα", "κακομοίρη", "την βούρλιξε", ενώ έγινε και λόγος για τα "βιβλία" που διδάσκουν τον έρωτα. Εξαίρετος ο χορός των ανδρών ως ομόψυχη και αλληλέγγυα ομήγυρη. Έξοχα τα σκηνικά του Μαντζούκη που συνέδεαν την ορχήστρα με το τμήμα πίσω από την σκηνή, το οποίο εντάχθηκε, μαζί με την περιβάλλουσα φύση, αρμονικά και εύστροφα στην παράσταση, φροντίζοντας για μια εντυπωσιακή έναρξή της και το διαχωρισμό σε βασίλειο των θνητών και βασίλειο των αθανάτων με τη λήξη της. Ο πλούτος και ο σύνθετος χαρακτήρας του έργου αποδίδεται με μια πλούσια και σύνθετη σκηνοθεσία. Η παράσταση (και θα επαναλάβουμε εδώ ό,τι είχαμε πει και για τη "Φλαντρώ") επιβάλλεται για λόγους θεατρικής και αισθητικής καλλιέργειας. 'Εχουμε συνειδητοποιήσει ότι η Κονιόρδου συνεχίζει την παράδοση των μεγάλων δασκάλων του θεάτρου και πως αυτή η τελευταία δεν σταματάει στον Κουν;

*Η παράσταση είναι αφιερωμένη στον Αλέξη Διαμαντόπουλο.

Έλενα Σταγκουράκη
27.07.2014

24/7/14

Το χρονικό μιας αμαρτίας...



ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Απολογισμός της πρώτης θεατρικής περιόδου επί θητείας Χατζάκη στο Εθνικό, στο δεύτερο τεύχος του "Νέου Πλανοδίου" που από σήμερα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία.

Ε.Σ.

21/7/14

Φιλοκτήτης...



«Φιλοκτήτης»
του Σοφοκλή
σκην. Κώστας Φιλίππογλου
Επίδαυρος 2014

Το θέμα –το μόνο θέμα όλων των τραγωδιών και όλων των αιώνων– 
είναι η πληγή. Γύρω από μιατρομερή ανθρώπινη πληγή 
η ανθρωπότητα ξαστοχάκαι η Ιστορία περιμένει. 
Σαν όρνιο.» Θανάσης Τριαρίδης

«Η πληγή μου ζητά συνοδοιπόρο» εξομολογείται ο Φιλοκτήτης και μοιάζει να μην απευθύνεται μονάχα στο Νεοπτόλεμο, μα να προσπέφτει στο ίδιο το κοινό της τραγωδίας. Πώς όμως, που «οι άνθρωποι υποφέρουν, βασανίζουν ο ένας τον άλλο, πληγώνουν και πληγώνονται, και κανένα ποίημα, κανένα θεατρικό έργο δεν μπορεί να διορθώσει ένα λάθος που έγινε κάποτε και με τα χρόνια κατάντησε αθεράπευτη πληγή»*; Να βρήκε ο σημερινός Φιλοκτήτης τους συνοδοιπόρους που αναζητούσε;

Οι Αχαιοί εγκαταλείπουν το Φιλοκτήτη, μαζί με το δηλητηριασμένο –από το δάγκωμα φιδιού– πόδι του, στη Λήμνο και βάζουν πλώρη για την Τροία. Παρέρχονται δέκα χρόνια, και το αποτέλεσμα εξακολουθεί αβέβαιο. Χρησμός τούς πληροφορεί πως χωρίς το τόξο του Φιλοκτήτη, ιερό κληροδότημα του Ηρακλή, η νίκη είναι αδύνατη. Καθότι «γλυκός καρπός η νίκη», ο γιος του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμος, πείθεται από τον τετραπέρατο Οδυσσέα να τον βοηθήσει να αποσπάσει το τόξο με δόλο. Ύστερα από πολλές μεταπτώσεις και αμφιταλαντεύσεις του έντιμου κι ευσυνείδητου Νεοπτόλεμου και την παρέμβαση του «από μηχανής» Ηρακλή, ο Φιλοκτήτης θα τους ακολουθήσει στην Τροία ως μόνος δυνατός κάτοχος του τόξου. Η συμβολή του μάλιστα στη νίκη των Αχαιών, δηλαδή στο κοινό καλό, θα τον λυτρώσει από το βραχνά του και την κακοφορμισμένη πληγή του, μήνυμα που συνδέει άμεσα το ατομικό με το συλλογικό καλό. Ο Φιλοκτήτης, ο Ηρακλής, ο Οδυσσέας είναι «ήρωες, θύματα, θεοί και άνθρωποι, πρόσωπα συμπαγή, απόλυτα πεπεισμένα πως καθένα έχει το δίκιο με το μέρος του, πάντα πρόθυμοι να επαναληφθούν και να επαναλάβουν τα λάθη τους»*. Έτσι, στον Φιλοκτήτη του, ο Σοφοκλής θεματοποιεί την ανθρώπινη πλευρά των ηρώων του τρωικού πολέμου, φωτίζοντας όλες τις αδυναμίες τους. Ό,τι και να κάνει όμως κανείς, όσο και να προσπαθήσει, «το μέρισμά του στη ζωή καρπώνεται», τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Η σκηνοθετική απόδοση της σοφόκλειας τραγωδίας από τον Φιλίππογλου υπήρξε γοητευτική, παρά κάποιες ενστάσεις. Σημαντικότερο ίσως στοιχείο της ήταν η χρήση και μεταφορά ενός χαρακτηριστικού, ίδιου του κινηματογράφου, στο θέατρο, δηλαδή η ανύψωση κάθε φορά και είσοδος σε πρώτο πλάνο του εκάστοτε ομιλητή/χαρακτήρα. Εξίσου καίρια ήταν και η διαρκής αναζήτηση της ισορροπίας και της αρμονίας, γεγονός στο οποίο τα σκηνικά του ΜακΛέλλαν, με αυτά τα ταλαντευόμενα μαδέρια πάνω σε μεταλλικές βάσεις, συνέβαλαν καίρια. Λειτουργικός ο πρόλογος εκτός ορχήστρας. Έντεχνες και δυνατές εικαστικά σκηνές. Έξοχη σύλληψη η πρόσληψη του μηνύματος του «από μηχανής» Ηρακλή μέσω σκορπισμένων φυλλαδίων. Αντιθέτως, υβριστική υπήρξε για το χώρο της Επιδαύρου η μικροφωνική εγκατάσταση, όπως και το φουτουριστικό μουσικό φόντο. Ένα από τα στοιχήματα εξάλλου στο συγκεκριμένο χώρο είναι να επιτευχθεί ο στόχος δίχως εξωτερικά τεχνικά μέσα. Υπερβολική η είσοδος του έρποντος στη σκηνή Φιλοκτήτη. Άτοπα τα κωμικά στιγμιότυπα.

Η απόδοση του έργου στη νέα ελληνική από τον Γιώργο Μπλάνα υπήρξε εξόχως λυρική, αναδεικνύοντας το κείμενο και επιτρέποντας την απόλαυσή του. Εξαιρετικά τα λιτά και ολοένα εκ νέου διαμορφούμενα σκηνικά του ΜακΛέλλαν, όπως και οι φωτισμοί του Βλασόπουλου.

Αναφορικά με τους ηθοποιούς, οι ερμηνείες δεν μας έπεισαν, θυμίζοντάς μας κάμπιες που, αν και είχαν τη δυνατότητα να γίνουν πεταλούδες, τελικά δεν τα κατάφεραν. Άνευρος ο Νεοπτόλεμος του Χειλάκη –περιμέναμε μια περισσότερο βιωμένη ερμηνεία, για την οποία γνωρίζουμε πως είναι ικανός–, αβαθής ο Οδυσσέας του Μαρκουλάκη, και εντελώς μπαρόκ ο Φιλοκτήτης του Μαρμαρινού. Η ερμηνεία αυτού του τελευταίου κυμαινόταν μεταξύ αυταρέσκειας, στόμφου και γλυκερής μεμψιμοιρίας: ένα «αχ!» αβίωτο και ρητορικό, απέναντι σε ένα συναισθηματισμό που μόνο ήρωα αρχαίας τραγωδίας δεν θυμίζει. Δεδομένου ότι θεωρούμε πως ο Μαρμαρινός δεν ανήκει στην κατηγορία των ηθοποιών που ακολουθεί τυφλά και απόλυτα τις σκηνοθετικές οδηγίες, δίχως να βάλει ο ίδιος μέρος του εαυτού του και της κοσμοθεωρίας του στο ρόλο, όπως και ότι εντοπίσαμε έντονο το προσωπικό στοιχείο στον Φιλοκτήτη του, φρονούμε ότι φέρει εξίσου με τον σκηνοθέτη την ευθύνη του συγκεκριμένου ρόλου. Με άλλα λόγια, αν οι ερμηνείες ήταν καλύτερες, η παράσταση θα απογειωνόταν και θα μιλούσαμε για το γεγονός του φετινού καλοκαιριού.

Η ευωδία του πεύκου από την εξαγνιστική βροχή που είχε προηγηθεί και ο γεμάτος αστέρια ουρανός μπορεί να μην απάλυναν τον πόνο του Φιλοκτήτη, παρηγόρησαν όμως τους θεατές από τη σκέψη πως «η μόνη μας συντροφιά (είναι) κάποιοι παράλογοι θεοί».

* Σήμους Χήνυ

Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 20.07.2014


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Φρέαρ" (http://frear.gr/?p=5943) 


17/7/14

Νέο Πλανόδιον, τεύχος 2...




ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 


Οι «Υπερασπίσεις της ποίησης» στις μέρες μας είναι κάτι παραπάνω από συχνές. Πολύ σπανίως ακούγεται η άλλη πλευρά. Σ’ αυτήν την πλευρά,  όχι στους προμάχους, αλλά στους «πολέμιους» και τους επικριτές της σύγχρονης ποίησης, δίνει τον λόγο το πολυσέλιδο «Θέμα» του ΝΠ2. Πέντε πολύκροτα Αναθέματα κατά ποιητών, κατά της εσωστρέφειας, της αυταρέσκειας και της παρακμής της τέχνης τους σήμερα, όλα διάσημων συγγραφέων, όλα στο είδος τους κλασσικά και πολυσυζητημένα. Γράφουν κατά σειρά δύο πεζογράφοι (ο Γερμανός Άλφρεντ Νταίμπλιν και ο Πολωνός Βίτολντ Γκομπρόβιτς), ένας ποιητής (ο Άγγλος Φίλιπ Λάρκιν), ένας κριτικός (ο Αμερικανός Τζόζεφ Επστάιν), και ένας ακόμη ποιητής και δοκιμιογράφος (ο επίσης Αμερικανός Ντέηνα Τζόια). Προλογίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

Ο Φάκελος Λογοκλοπή του ΝΠ1 προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και σχόλια, έντυπα και διαδικτυακά. Στο ΝΠ2 καταγράφουμε τον απόηχο της συζήτησης. Με νέα εκτενή του παρέμβαση, ο Νάσος Βαγενάς υπερασπίζεται τη θεωρία του ότι λογοκλοπή από ξενόγλωσσο ποιητικό κείμενο είναι εξ ορισμού αδύνατη, στην οποία του είχαμε ασκήσει κριτική. Εκτός από τη δική μας απάντηση, το τεύχος φιλοξενεί τρία ακόμη κείμενα πάνω στο ζήτημα – του Αργύρη Χιόνη (αδημοσίευτη επιστολή του 1990), του Γιάννη Πατίλη καί του Ντίνου Σιώτη.

Ακόμη, στο ΝΠ2:
–      Ο Χρήστος Μποκόρος, με αφετηρία την πρόσφατη έκθεσή του στο Μουσείο Μπενάκη, εξιστορεί την προσωπική του απόπειρα «να εικονίσει τα στοιχειώδη μας ζητούμενα». Ένας βαθύς αναλογισμός πάνω στον ρόλο της ζωγραφικής, «τέχνης των σταθερών εικόνων», τον καιρό αυτόν «της ταχύτητας και της ακατάπαυστης ανανέωσης».

–      Ο Γιώργος Βαρθαλίτης σε μια πρωτότυπη ποιητική ανθολογία παρουσιάζει και αποτιμά το έργο των σημαντικότερων Ελλήνων Μεταφραστών του Μεσοπολέμου. Οι αποδόσεις τους, αποφαίνεται, «είναι οι καλύτερες που έγιναν ποτέ στη γλώσσα μας».

–      Ο Νικόλας Σεβαστάκης θέτει το ερώτημα αν μπορούμε «Να ξεχάσουμε τον ολοκληρωτισμό;» και διερευνά τις πολιτικές και θεωρητικές χρήσεις του όρου από τα αυταρχικά καθεστώτα του 20ού αιώνα ώς τις μέρες μας.

–  Ο Γιώργος Πινακούλας αναρωτιέται αν «Υπάρχει νεοελληνικό μυθιστόρημα» και ανατρέχοντας διεξοδικά στις κοινωνικές και αισθητικές προϋποθέσεις του είδους εξηγεί γιατί η δική του απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική.

–   Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος ημερολογιακώ τω τρόπω μας αφηγείται τις εκδοτικές περιπέτειες μιας παπαδιαμαντικής μετάφρασης: της περίφημης Ιστορίας της  Ελληνικής Επαναστάσεως του Τόμας Γκόρντον.

–   Ο Δημήτρης Αρμάος ανασκοπεί τη μακρά παράδοση της αντικαβαφικής κριτικής και διαπιστώνει το πέρασμά της από την «μικροψυχία» στην «πρόοδο».

Από τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, στο ΝΠ2 δημοσιεύονται οι «Πατρίκιοι και Πληβείοι», ένας κύκλος ποιημάτων του Δημήτρη Καρακίτσου, καθώς επίσης διηγήματα της Ηρώς Νικοπούλου («Η ανακάλυψη του Μάινα») και του Ανδρέα Κεντζού («Ιερώνυμος»).

Στις μόνιμες στήλες, ο Γιάννης Πατίλης παρουσιάζει «Τρεις ερωτικές επιστολές προς τον Μίμη Φωτόπουλο»· ο Στιχάκιας, ο Χανς Μάγκνους Εντσενμπέργκερ, ο Ιγουασάκι Γιαταρό, ο Γιώργος Βαρθαλίτης και ο Φίλιπ Λάρκιν, καθένας με τον τρόπο του, σατιρογραφούν· ο Κωνσταντίνος Πουλής και ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος αντιλέγουν πάνω στο ζήτημα της πολιτικής βίας με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα· η Έλενα Σταγκουράκη αποτιμά το πρώτο έτος της θητείας του Σωτήρη Χατζάκη στο Εθνικό Θέατρο αλλά και τις προκαταβολικές αντιδράσεις εναντίον του· ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ο Δημήτρης Αρμάος, ο π. Ευάγγελος Γκανάς, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, ο Θάνος Γιαννούδης και ο Κωνσταντίνος Πουλής κρίνουν την πρόσφατη βιβλιοπαραγωγή.


ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ
Ιδέες. Κριτική. Λογοτεχνία.
εξαμηνιαία επιθεώρηση
τ. 2 | καλοκαίρι 2014


13/7/14

Προμηθέας δεσμώτης...



Επίδαυρος με πανσέληνο...

"Προμηθέας δεσμώτης" 
του Αισχύλου, 
σκην. Έκτ. Λυγίζος, 
Φεστιβάλ Επιδαύρου 2014

*******************

Το παιχνίδι μαθητών κυριολεκτικά πάνω στον Προμηθέα. Ή: Η αναζήτηση του αενάως μαθητευόμενου στη ζωή ανθρώπου πάνω στο μέτρο και τις αξίες της ύπαρξης, στη γνώση, την προσφορά, την ενοχή, τη μεταμέλεια, ερχόμενος αντιμέτωπος με την ενηλικίωση. Θαυμάσιοι σκηνοθετικοί οβολοί ως προς την απόλυτη αξιοποίηση του χώρου και των ηχητικών δυνατοτήτων του (μαγικός ο αντίλαλος από τους απέναντι λόφους που επέστρεφε την κραυγή για τον Προμηθέα, όπως και το καταληκτικό fade out), δίχως όμως απόκλιση από την τρέχουσα τάση ενός θεάτρου σωματικού, με μπόλικα υπονομευτικά κωμικά στιγμιότυπα. Η Γουλιώτη δικαιώνεται στην Επίδαυρο ως άλλη πρωθιέρεια, ο χώρος αυτός μοιάζει να της ταιριάζει περισσότερο από κάθε άλλον. Ο Λυγίζος υποκριτικά επαρκής και σκηνοθετικά ταπεινός (και μπράβο του!), σε μια παράσταση δίχως δεδηλωμένο πρωταγωνιστικό ρόλο και με τη δυαδικότητα ως βασική συνθήκη, συνθήκη που πείθει για τη δυαδική απόδοση των χαρακτήρων. Σε κάθε περίπτωση, μια ενδιαφέρουσα θεατρική εμπειρία.

Λεπτομέρειες σύντομα στο "Φρέαρ".

Έλενα Σταγκουράκη

8/7/14

Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή... (2)

 
























Ερωτικά επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας


Αδέσποτο

― Γεια σου, κοριτσάκι.
― Γεια σου κι εσένα, φίλε.
― Ποια 'ν' αυτή που πάει μπροστά;
― Και σένα τι σε νοιάζει;
― Έχω λόγο που ρωτώ.
― Η αφέντρα μας είναι.
― Να ελπίζω ή όχι;
― Θέλεις κάτι, δηλαδή;
― Μια νύχτα μόνο.
― Και δίνεις τι;
― Χρυσάφι.
― Ωραία! Πόσο;
― Να, δες, τόσο!
― Άσε, δε γίνεται!


*****************

Μακηδόνιος Υπατικός

"Τα λέμε αύριο", μου λες, "αύριο",
μα αυτό το αύριο πού' ν' το; Δεν έρχεται
η μία αναβολή έπεται της άλλης!
Τέτοια λόγια χαρίζεις, άδωρη, οληώρα
σ' αυτόν που σε ποθεί... ενώ... ενώ στους άλλους...
σ' όλους δεν προφταίνεις να κάνεις δώρα!
Τον πιστό σου άνθρωπο -εμένα-
τον πιστό σου τον περιφρονείς τον φίλο,
κι από ψωριάρη χειρότερα τον έχεις
σκύλο, "Τα λέμε το βραδάκι",
μου λες· "το βραδάκι τα λέμε".
Το βραδάκι, ναι, μα πες μου αλήθεια εσύ
των γυναικών το βραδάκι αλήθεια τι είναι...
Γεράματα είναι -να σου το πω εγώ-
γεράματα γιομάτα αμέτρητες ρυτίδες...



********************


Μακηδόνιος Υπατικός

Μιαν ωραία εσπέρα ήρθες στο σπίτι μου... -πού να τολμήσω
ο δόλιος να ελπίσω εγώ τέτοιαν ευτυχία... τόσο που σε ποθούσα!
Ένιωσες, φαίνεται, τον πόθο πού 'τρωγε, καλή, τα σπλάχνα μου
κι ήρθες εδώ να μου σαλέψουν τα φτωχά μυαλά
και να μου θαμπωθεί η φαντασία μου όλη
και να τρομάξω, ο καημένος... -να μην ξέρω πια τι κάνω.
Ίσαμε τ' άπατα των βυθών της σειέται μου η καρδιά
και η ψυχή μου στα κύματα θαλασσοπνίγεται της Κύπρης.
Στη στεριά -αχ- έχω τώρα καταντήσει ναυαγός
και θέλω κάτι να κάνεις, σε παρακαλώ, για να με σώσεις:
δέξου με, κόρη καλή, και δέσε με ξανά μες στο λιμάνι σου,
για να 'χω αραξοβόλι. 



Απόδοση στη νέα ελληνική: Γιώργος Κεντρωτής