18/10/14

Σαν γελάει ο Ναζίμ...




  












Pablo Neruda

Ιδού ο Ναζίμ Χικμέτ

Ο Ναζίμ,
έχοντας μόλις βγει από τις φυλακές,
μου χάρισε το πουκάμισό του
κεντημένο με κλωστή χρυσοκόκκινη
σαν και την ποίησή του.

Κλωστή από αίμα τουρκικό
είναι οι στίχοι του,
μύθοι σωστοί,
με πανάρχαιες πτυχώσεις, ευθείες ή καμπύλες,
σαν σπαθιά ή γιαταγάνια·
οι απόκρυφοι στίχοι του,
γραμμένοι για να αντιμετωπίσουν
όλου του μεσημεριού το φως,
σήμερα μοιάζουν με κρυμμένα όπλα,
γυαλίζουν κάτω απ’ τα πατώματα,
καρτερούν μες στα πηγάδια,
κάτω απ’ το αδιαπέραστο σκοτάδι
των σκιερών ματιών
του λαού του.
Απ’ τα δεσμά του πρόβαλε
για να γίνει αδερφός μου
και μαζί να διαπεράσουμε
τα χιόνα της στέπας
και την αναμμένη νύχτα
με τους ίδιους τους δικούς μας λύχνους.

Ιδού το πορτρέτο του,
η μορφή του να μην ξεχαστεί:

Ψηλός
σαν πύργος
υψωμένος στη γαλήνη της όχθης
και πάνω ψηλά
δυο παραθύρια:
τα μάτια του
με το φως της Τουρκίας.

Περιπλανώμενοι
συναντήσαμε
γη στέρεη κάτω απ’ τα πόδια μας,
γη εποικισμένη
από ήρωες και ποιητές,
τους δρόμους της Μόσχας,
το γεμάτο φεγγάρι που στα τείχη άνθιζε,
τα κορίτσια που αγαπήσαμε,
τον έρωτα που λατρέψαμε,
τη χαρά,
τη δική μας, τη μόνη μας σέχτα,
την απόλυτη ελπίδα που μας ένωνε,
και πάνω από όλα
τον αγώνα
των λαών,
μια στάλα και άλλη στάλα,
στάλες της ανθρωποθάλασσας,
τους στίχους του και τους στίχους μου.

Μα
πίσω απ’ τη χαρά του Ναζίμ
υπάρχουν γεγονότα,
γεγονότα σαν μαδέρια
η σαν κτιρίων συστάδες.
Χρόνια
σιωπής και φυλακής.
Χρόνια
που δεν κατόρθωσαν
να δαγκώσουν, να μασήσουν, να καταπιούνε
την ηρωική του νιότη.

Μου διηγιόταν
πως για πάνω από δέκα χρόνια
του άφηναν στο κελί του
το φως αναμμένο
τη νύχτα ολάκερη και τώρα
ξεχνά ακόμη κάθε νύχτα,
ακόμη και στην ελευθερία,
το φως του αναμμένο.
Η χαρά του
ρίζες έχει μαύρες,
βυθισμένες στην πατρίδα του
σαν άνθος του βούρκου.
Γι’ αυτό και
σαν γελάει,
σαν γελάει ο Ναζίμ,
ο Ναζίμ Χικμέτ,
δεν είναι σαν να γελάς εσύ:
λευκότερο είν’ το γέλιο του,
μέσα του γελάει το φεγγάρι,
το αστέρι,
το κρασί,
η γης που δεν πεθαίνει,
το ρύζι όλο χαιρετίζει το γέλιο του,
ο λαός του όλος τραγουδά με το δικό του στόμα.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


11/10/14

"Σύρτις" από το Πλανόδιον...




Μιὰ Νέα Σειρὰ καλαίσθητων βιβλίων
ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις
 
ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ


Οἱ δυὸ ὑπεύθυνοι τῆς σειρᾶς Ἀ.Κ. Χριστοδούλου καὶ Γιάννης Πατίλης σχεδίασαν μιὰ νέα σειρὰ λογοτεχνικῶν βιβλίων μὲ στόχο τὸ ξαναζωντάνεμα τοῦ βιβλίου σὰν ἔργου τέχνης, σὲ μιὰ ἐξαιρετικὰ ἀντίξοη ἐποχὴ ποὺ δὲν προσφέρεται καθόλου σὲ χίμαιρες. Ὡστόσο παρὰ τὸ ἀντίδικο πνεῦμα τῶν καιρῶν, ἡ σειρὰ τύπωσε ἑπτὰ βιβλία, ἀκολουθώντας τὴ χιλιόχρονη παράδοση τῆς μικρογράμματης ἑλληνικῆς πολυτονικῆς ὀρθογραφίας, μὲ ὡραῖα τυπογραφικὰ στοιχεῖα τῆς παλιᾶς μονοτυπίας, εἰδικὰ σχεδιασμένα γιὰ αὐτὴν τὴ σειρά, ἀξιοποιώντας τὶς θαυμαστὲς δυνατότητες τῆς ἠλεκτρονικῆς σελιδοποίησης καὶ τὶς ἐκπληκτικὲς ἀποδόσεις τῆς ψηφιακῆς ἐκτύπωσης. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε διπλὰ εὐχάριστο γιὰ τοὺς ὑπεύθυνους τῆς σειρᾶς, γιατὶ καὶ τὰ ἑπτὰ βιβλία, ποὺ παρουσιάζονται λεπτομερειακὰ στὸν συνημμένο (σὲ μορφὴ pdf) κατάλογο, φέρουν ἔκδηλα τὰ χαρακτηριστικὰ βιβλίων/ἔργων τέχνης (μὲ κοσμήματα, προμετωπίδες, ἀρχιγράμματα κλπ. καὶ μὲ σελιδοποίηση τῆς κάθε ἀράδας καμωμένη στὸ χέρι), καὶ ἐπίσης γιατὶ εἶναι σὲ ὅλους προσιτὰ λόγῳ τῶν ἐξαιρετικὰ χαμηλῶν τιμῶν τους, ὅπως μπορεῖ νὰ διαπιστώσει ὁ ἐνδιαφερόμενος ἀναγνώστης ἀπὸ τὶς τιμὲς ποὺ ἀναφέρονται στὸν κατάλογο. Περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὴν πολιτικὴ καὶ τὴ φιλοσοφία τῆς Σύρτεως, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης φυλλομετρώντας ἠλεκτρονικὰ τὸν κατάλογό της [συνημμένο ἐδῶ ἢ ἀπὸ τὸ ἱστολόγιο Ἱστορίες Μπονζάι], ποὺ ἔχει στηθεῖ κι αὐτὸς μέσα στὸ ἴδιο καλλιτεχνικὸ πνεῦμα της.
 

Ο κατάλογος εδώ.


9/10/14

Ο έφορος και οι κόρες...



"Ο έφορος και οι κόρες" 
της Μαρίας Τρανού, 
σκην. Κλεώνη Φλέσσα, 
Θέατρο του Νέου Κόσμου, 
Οκτώβριος 2014

************************************************************
Ότι εν έτει 2014 θα γραφόταν πρωτότυπο θεατρικό έργο με θέμα την οικονομική κρίση και τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα σε δεκαπεντασύλλαβο, ιαμβικό και ομοιοκατάληκτο, ομολουγένως, δεν το περιμέναμε. Και μάλιστα, έναν δεκαπεντασύλλαβο ζωντανό, γεμάτο χιούμορ και παρόν. Κάποτε η συγγραφέας περιέπιπτε βέβαια στο ατόπημα της χρήσης τύπων της καθαρεύουσας, άλλοτε ως διευκόλυνση και άλλοτε ως κάτι αναπόφευκτο, όπως και στη μείξη γλωσσικών στοιχείων του σήμερα και του χθες με συμπερίληψη ξένων ή ξενόφερτων όρων. Ωστόσο, και αν ακόμη δεν καταδεικνύεται έτσι ο γλωσσικός μας πλούτος, σίγουρα αποδεικνύεται η δυνατότητα χρήσης αυτού του παραδοσιακού μέσου για κάτι τόσο επίκαιρο. 

Δύο γυναίκες, έχοντας χάσει τα πάντα και μην υπομένοντας την οικονομική εξαθλίωση, καταφεύγουν σε ένα δάσος στο βουνό, όπου δέχονται την επίσκεψη του εφόρου: ως ευσυνείδητος υπάλληλος, έχει σταλεί από το κράτος για να φορολογήσει τα λιγοστά χορτά και μανιτάρια που αυτές συλλέγουν για την επιβίωσή τους. Έτσι, με μια ρυθμική σάτιρα καυτηριάζεται ο παραλογισμός των αριθμών, των νόμων και των αποφάσεων, χωρίς να παραλείπεται ούτε η τρομοκρατία με τη σαφή αναφορά στους... "Πυρήνες". Ένα ελάχιστο, μα εξίσου απολαυστικό, δείγμα:

"Μα ευχαρίστως, άρχοντα, αν το 'χεις συ για δίκιο
και το σκουτί το μοναχό πάρ' το αν είναι αντρίκιο,
μα σπίτι κι assets που μας λες, δεν έχουμε καλέ μου,
λογαριασμούς σε τράπεζες, offshore, και άλλα πλούτη
δεν τα 'δαμε ούτε σ' όνειρο! Τι λογική είναι τούτη;"


Για τη σκηνοθέτιδα οι απαιτήσεις ήταν υψηλές, δεδομένης της μονοτονίας του ρυθμού, κίνδυνος που ελλοχεύει πάντα, αλλά και της απομάκρυνσης του σημερινού κοινού από τον δεκαπεντασύλλαβο. Η Φλέσσα όχι μόνο ανταπεξήλθε στην πρόκληση, ώστε η παρακολούθηση του κειμένου να γίνεται απρόσκοπτα, αλλά συνέβαλε επιπλέον στην απόλαυση του έργου, όπως και η εξαιρετική δουλειά της σκηνογράφου, Αρτέμιδος Φλέσσα. Η τελευταία μετέφερε τον θεατή σε ένα ονειρικό-παραμυθικό χώρο, φροντίζοντας τόσο για ουσιαστικές ανάσες μεταξύ των σκηνών, όσο και για την οπτική απόλαυση του έργου, μέσα από το στρωμένο με πεσμένα φύλλα έδαφος, την εμφάνιση ζώων, αλλά και σκηνικών στοιχείων σε μινιατούρα. Στον ονειρικό χαρακτήρα συνέβαλε καίρια και η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου.

Όσο για τους ηθοποιούς, έλαμψε η Ιζαμπέλλα Κυριαζή με καταπληκτική ευχέρεια σε άρθρωση, τονισμό και εκφραστικότητα, ενώ απολαυστικά ψυχρός στο ρόλο του 2ου εφόρου ήταν ο Βασίλης Τσιγκριστάρης. Καλός με αδυναμίες ο 1ος έφορος του Κώστα Σιλβέστρου, ενώ αδύναμη ήταν η ερμηνεία της Σοφίας Μανώλη.

Μια παράσταση φτιαγμένη με πολλή αγάπη και μεράκι, ενδεικτικά του οποίου είναι τόσο το ιδιαίτερα καλαίσθητο βιβλίο-πρόγραμμα που περιλαμβάνει το έργο και χώρο για σημειώσεις του αναγνώστη-θεατή (!), όσο και η όμορφη έκπληξη που περιμένει τον κάθε θεατή στη θέση του...

Έλενα Σταγκουράκη
09.10.2014


6/10/14

Στην ώρα σου...
























Jaime Sabines

31. 

Θα ’πρεπε να σε είχα γνωρίσει δέκα χρόνια νωρίτερα ή δέκα χρόνια αργότερα.
Έφτασες όμως στην ώρα σου.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


**********************


XXXI

Debí haberte encontrado diez años antes o diez años después. 
Pero llegaste a tiempo.

3/10/14

Μάρτυρες να μην υπάρχουν...

























Jaime Sabines

Τλατελόλκο 1968

3.

Θα ’πρεπε να πλύνουν όχι μόνο το οδόστρωμα – μα και τη μνήμη.
Θα ’πρεπε τα μάτια να βγάλουν σε όλους εμάς που είδαμε,
και τους συγγενείς να δολοφονήσουν,
κανείς να μην θρηνεί, μάρτυρες να μην υπάρχουν.
Μα το αίμα ρίχνει ρίζες
και σαν δέντρο μεγαλώνει με το χρόνο.
Το αίμα στο τσιμέντο και στους τοίχους
σαν φυτό αναρριχητικό – μας στιγματίζει,
μας βρέχει με ντροπή, με ντροπή και με ντροπή.

Τα στόματα των νεκρών μάς φτύνουν
με αίμα αιώνιο, βουβό.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


***********************

Tlatelolco 68

3.

Habría que lavar no sólo el piso: la memoria.
Habría que quitarles los ojos a los que vimos,
asesinar también a los deudos,
que nadie llore, que no haya más testigos.
Pero la sangre echa raíces
y crece como un árbol en el tiempo.
La sangre en el cemento, en las paredes,
en una enredadera: nos salpica,
nos moja de vergüenza, de vergüenza, de vergüenza.

Las bocas de los muertos nos escupen
una perpetua sangre quieta.


30/9/14

Με όλην της νύχτας τη σιωπή...

 


















Jaime Sabines

Το όνομά σου

Προσπαθώ να γράψω το όνομά σου στο σκοτάδι. Προσπαθώ να γράψω πως σε αγαπώ. Προσπαθώ να πω στα σκοτεινά για όλα ετούτα. Κανείς δεν θέλω να μάθει, κανένας να με δει στις τρεις τα χαράματα το δωμάτιο να διατρέχω απ’ άκρη σ’ άκρη, ίδιος τρελός, γεμάτος από σένα, ερωτευμένος. Φωτισμένος από σένα, τυφλωμένος από σένα, γεμάτος από σένα, να σε απλώνω σε λόγια και γραφή. Το όνομά σου προφέρω με όλην της νύχτας τη σιωπή, το κραυγάζει η φιμωμένη καρδιά μου. Ξανά και ξανά το όνομά σου λέω, το επαναλαμβάνω, ακούραστα το καλώ, μες στη βεβαιότητα πως πάλι θα ξημερώσει.


 Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη


*****************

Tu nombre


Trato de escribir en la oscuridad tu nombre. Trato de escribir que te amo. Trato de decir a oscuras todo esto. No quiero que nadie se entere, que nadie me mire a las tres de la mañana paseando de un lado a otro de la estancia, loco, lleno de ti, enamorado. Iluminado, ciego, lleno de ti, derramándote. Digo tu nombre con todo el silencio de la noche, lo grita mi corazón amordazado. Repito tu nombre, vuelvo a decirlo, lo digo incansablemente, y estoy seguro que habrá de amanecer.

autógrafo

28/9/14

Τα Σάββατα του Νέου Πλανοδίου...





Το περιοδικό ΝΠ ξεκινά μια σειρά εκδηλώσεων που με συχνότητα μια φορά τον μήνα, πάντοτε μεσημέρια Σαββάτου, θα φιλοξενούνται στο ωραίο νεοκλασσικό των ιστορικών εκδόσεων ΑΓΚΥΡΑ επί της οδού Σόλωνος 124.

Πρώτη συνάντηση:
Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014
στις 12.00 το μεσημέρι.

Στο α' μέρος, η ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ παρουσιάζει το 2ο τεύχος μας που κυκλοφορεί και ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ την ανθολογία των "Μεταφραστών του Μεσοπολέμου" που περιλαμβάνεται στην ύλη του.

Στο β' μέρος, ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ και ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ συζητούν για τα "στοιχειώδη": την τέχνη, την κρίση και το όνειρο μιας "λιτής ευημερίας".

Συντονίζει η Έλενα Σταγκουράκη.

 

26/9/14

"Μες στη δίνη ανίκανων με άριστες προθέσεις..."
























Jaime Sabines

Τι στο διάολο μπορώ να κάνω…

Τι στο διάολο μπορώ να κάνω με τέτοιο γόνατο,
με αυτό το πέλμα, τόσο μεγάλο και λεπτό,
με τα χέρια μου, τη γλώσσα μου
και τα ισχνά μου μάτια;
Τι μπορώ να κάνω μες σε αυτήν τη δίνη
ανίκανων με άριστες προθέσεις;
Τι να κάνω με έξυπνους φαυλεπίφαυλους
και κορίτσια γλυκά που δεν θέλουν τον άντρα μα τον ποιητή;
Τι μπορώ ανάμεσα σε ένστολους ποιητάρηδες
με εύσημα της ακαδημίας ή του κομμουνισμού;
Τι, ανάμεσα σε εκποιητές, πολιτικούς
και θεράποντες ψυχών;
Τι στο διάολο μπορώ να κάνω, Ταρούμπα,
αφού άγιος δεν είμαι, ούτε ήρωας, ούτε συμμορίτης,
ούτε της τέχνης λάτρης,
ούτε φαρμακοποιός,
ούτε επαναστάτης;
Τι μπορώ να κάνω, αφού όλα τα μπορώ,
μα διάθεση δεν έχω, άλλο να κάνω,
από το να κοιτάζω
και να κοιτάζω;


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*******************

 Qué putas puedo hacer

 ¿Qué putas puedo hacer con mi rodilla,
con mi pierna tan larga y tan flaca,
con mis brazos, con mi lengua,
con mis flacos ojos?
¿Qué puedo hacer en este remolino
de imbéciles de buena voluntad?
¿Qué puedo con inteligentes podridos
y con dulces niñas que no quieren hombre sino poesía?
¿Qué puedo entre los poetas uniformados
por la academia o por el comunismo?
¿Qué, entre vendedores o políticos
o pastores de almas?
¿Qué putas puedo hacer, Tarumba,
si no soy santo, ni héroe, ni bandido,
ni adorador del arte,
ni boticario,
ni rebelde?
¿Qué puedo hacer si puedo hacerlo todo
y no tengo ganas sino de mirar y mirar?


23/9/14

Δεν είναι ότι πεθαίνω από έρωτα...



















Jaime Sabines

Δεν είναι ότι πεθαίνω από έρωτα

Δεν είναι ότι πεθαίνω από έρωτα, πεθαίνω από σένα.
Από εσένα πεθαίνω, αγάπη μου, και από έρωτα για σένα,
από δική μου επείγουσα ανάγκη,
από το δέρμα μου για σένα,
από την ψυχή μου για σένα και από το στόμα μου
και από το πόσο ανυπόφορος δίχως εσένα είμαι.

Πεθαίνω από εσένα και από εμένα, 
πεθαίνω και απ' τους δυο μας, από εμάς, 
από εκείνη τη σπαραγμένη δυάδα,
με πεθαίνω, σε πεθαίνω, την πεθάναμε.

Πεθαίνουμε στο δωμάτιο όπου βρίσκομαι μόνος,
στο στρώμα απ’ όπου λείπεις,
στο δρόμο όπου το χέρι μου πορεύεται αδειανό,
στο σινεμά και στα πάρκα, στα τραμ,
στα μέρη όπου ο ώμος μου είχε συνηθίσει το κεφάλι σου
και το χέρι μου το χέρι σου
και τα πάντα πάνω σου
που τα ξέρω όπως ξέρω τον εαυτό μου.

Πεθαίνουμε στο μέρος όπου χάρισα τον άερα
ώστε δίχως μου να υπάρχεις,
μα και στο μέρος όπου ο αέρας εξαντλείται
όταν πάνω σου ρίχνω το δέρμα μου
και γνωριζόμαστε μέσα μας, μακριά απ’ τον κόσμο,
ευτυχισμένοι, δοσμένοι, και βέβαια, ατέλειωτοι.

Πεθαίνουμε, το ξέρουμε, το αγνοούν, μας πεθαίνουμε,
μεταξύ μας, τώρα,
χωρισμένοι ο ένας απ’ τον άλλο,
καθημερινά,
πέφτοντας σε πολλαπλά αγάλματα,
σε χειρονομίες που δεν βλέπουμε,
στα χέρια μας που δεν μας χρειάζονται.

Μας πεθαίνουμε, αγάπη μου, πεθαίνω στην κοιλιά σου
που πλέον δεν δαγκώνω ούτε φιλώ,
στους γλυκύτατους, ζωηρούς μηρούς σου,
στη δίχως τέλος σάρκα σου, πεθαίνω από τις μάσκες,
από τρίγωνα ασαφή και ακατάπαυστα.
Πεθαίνω από το κορμί μου και το κορμί σου,
από το θάνατό μας πεθαίνω, αγάπη μου, πεθαίνω και πεθαίνουμε.
Στο πηγάδι της αγάπης όλες τις ώρες,
απαρηγόρητος, κραυγάζω μέσα μου,
θέλω να πω, σε καλώ,
σε καλούν όσοι γεννιούνται,
όσοι έρχονται από τα περασμένα, από σένα,
και όσοι σε σένα φτάνουν.
Μας πεθαίνουμε, αγάπη μου,
και δεν κάνουμε άλλο,
από το να πεθαίνουμε ολοένα, ώρα την ώρα,
και να μας γράφουμε, να μιλάμε
και να μας πεθαίνουμε.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη 


*****************

No es que muera de amor

No es que muera de amor, muero de ti.
Muero de ti, amor, de amor de ti,
de urgencia mía de mi piel de ti,
de mi alma de ti y de mi boca
y del insoportable que yo soy sin ti.

Muero de ti y de mí, muero de ambos,
de nosotros, de ese,
desgarrado, partido,
me muero, te muero, lo morimos.

Morimos en mi cuarto en que estoy solo,
en mi cama en que faltas,
en la calle donde mi brazo va vacío,
en el cine y los parques, los tranvías,
los lugares donde mi hombro acostumbra tu cabeza
y mi mano tu mano
y todo yo te sé como yo mismo.

Morimos en el sitio que le he prestado al aire
para que estés fuera de mí,
y en el lugar en que el aire se acaba
cuando te echo mi piel encima
y nos conocemos en nosotros, separados del mundo,
dichosa, penetrada, y cierto, interminable.

Morimos, lo sabemos, lo ignoran, nos morimos
entre los dos, ahora, separados,
del uno al otro, diariamente,
cayéndonos en múltiples estatuas,
en gestos que no vemos,
en nuestras manos que nos necesitan.

Nos morimos, amor, muero en tu vientre
que no muerdo ni beso,
en tus muslos dulcísimos y vivos,
en tu carne sin fin, muero de máscaras,
de triángulos obscuros e incesantes.
Muero de mi cuerpo y de tu cuerpo,
de nuestra muerte, amor, muero, morimos.
En el pozo de amor a todas horas,
inconsolable, a gritos,
dentro de mí, quiero decir, te llamo,
te llaman los que nacen, los que vienen
de atrás, de ti, los que a ti llegan.
Nos morimos, amor, y nada hacemos
sino morirnos más, hora tras hora,
y escribirnos y hablarnos y morirnos.


20/9/14

Το κορμί σου πλάι μου...


















Jaime Sabines

Το κορμί σου πλάι μου

Το κορμί σου πλάι μου,
εύκολο, γλυκό, σιωπηλό.
Το κεφάλι σου στο στήθος μου μετανιώνει
με τα μάτια κλειστά
κι εγώ σε κοιτάζω και καπνίζω
και τα μαλλιά σου χαϊδεύω, ερωτευμένος.
Αυτή η θνητή τρυφεράδα που αποσιωπώ
σε αγκαλιάζει καθώς εγώ
τα χέρια μου έχω ακίνητα.
Κοιτάζω το κορμί μου, το μυ
όπου η κούρασή σου ξαποσταίνει,
το απαλό σου στήθος, κρυμμένο και πιεσμένο,
και τη σιγανή και ισχνή αναπνοή της κοιλιάς σου
δίχως τα χείλη μου.
Χαμηλόφωνα σου μιλώ
για πράγματα που κάθε τόσο εφευρίσκω
και απομένω μόνος μου, θλιμμένος,
και σε φιλώ σαν να ήσουν πορταίτο.
Εσύ, δίχως λέξη, με κοιτάζεις,
πάνω μου κουρνιάζεις
και κλαις ένα κλάμα δίχως δάκρυα,
δίχως μάτια και φόβο.
Και εγώ πιάνω πάλι να καπνίσω,
ενώ τα πράγματα ακούν όσα δεν λέμε.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

****************

Tu cuerpo está a mi lado 

Tu cuerpo está a mi lado
fácil, dulce, callado.
Tu cabeza en mi pecho se arrepiente
con los ojos cerrados
y yo te miro y fumo
y acaricio tu pelo enamorado.
Esta mortal ternura con que callo
te está abrazando a ti mientras yo tengo
inmóviles mis brazos.
Miro mi cuerpo, el muslo
en que descansa tu cansancio,
tu blando seno oculto y apretado
y el bajo y suave respirar de tu vientre
sin mis labios.
Te digo a media voz
cosas que invento a cada rato
y me pongo de veras triste y solo
y te beso como si fueras tu retrato.
Tú, sin hablar, me miras
y te aprietas a mí y haces tu llanto
sin lágrimas, sin ojos, sin espanto.
Y yo vuelvo a fumar, mientras las cosas
se ponen a escuchar lo que no hablamos.