27/7/14

Ιππόλυτος...



"Ιππόλυτος"
του Ευρυπίδη
σκην. Κονιόρδου
Επίδαυρος 2014

Κατάμεστο απ' άκρη σ' άκρη το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου για έναν "Ιππόλυτο" με βασικά χαρακτηριστικά το μέγεθος και την έκταση. Μια φιλόδοξη σκηνοθεσία από την Κονιόρδου, με τα πάγια χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, τη ζωντανή μουσική επί σκηνής, την παραπομπή σε ανατολίτικους πολιτισμούς και το ιαπωνικό δράμα, αλλά και πλήθος ετερόκλητων στοιχείων που μάλλον επιβάρυναν παρά διάνθιζαν την παράσταση. Έτσι, στο πρώτο μέρος δεν αποφεύχθηκε μια χαλάρωση από έναν ρυθμό αργό, ο οποίος όμως εντάθηκε στο δεύτερο μισό. Έξοχη η ερμηνεία του Πάνου, ενώ περισσότερο από κάθε άλλη φορά μας έπεισαν ο Κουρής και ο Σαράντης. Αυτός ο τελευταίος απέδωσε ουσιαστικά τον πρώτο πρωταγωνιστικό του ρόλο. Πολύ αδύναμη η ερμηνεία της Φριντζήλα, ενώ εκείνη της Κονιόρδου μάς άφησε αμφίθυμους, κυρίως λόγω της σκηνοθετικής σύλληψης για μια 'ακροβατική' απόδοση της τρέλας του έρωτα. Αντίστοιχα με τη σκηνοθεσία, ανομοιογενή στοιχεία συνδύαζαν τα κοστούμια (από διαφορετικές εποχές), αλλά και η μετάφραση, η οποία περιελάμβανε διαφoρετικά γλωσσικά ύφη (register), έως και πρωθύστερα σχήματα. Έτσι, πέρα από τον υψηλό λόγο, συναντούσαμε φράσεις όπως "τη γλώσσα μου να χαλαρώσω", "ξεκουμπίσου", "'μου ρχεται να βάλω τα κλάματα", "κακομοίρη", "την βούρλιξε", ενώ έγινε και λόγος για τα "βιβλία" που διδάσκουν τον έρωτα. Εξαίρετος ο χορός των ανδρών ως ομόψυχη και αλληλέγγυα ομήγυρη. Έξοχα τα σκηνικά του Μαντζούκη που συνέδεαν την ορχήστρα με το τμήμα πίσω από την σκηνή, το οποίο εντάχθηκε, μαζί με την περιβάλλουσα φύση, αρμονικά και εύστροφα στην παράσταση, φροντίζοντας για μια εντυπωσιακή έναρξή της και το διαχωρισμό σε βασίλειο των θνητών και βασίλειο των αθανάτων με τη λήξη της. Ο πλούτος και ο σύνθετος χαρακτήρας του έργου αποδίδεται με μια πλούσια και σύνθετη σκηνοθεσία. Η παράσταση (και θα επαναλάβουμε εδώ ό,τι είχαμε πει και για τη "Φλαντρώ") επιβάλλεται για λόγους θεατρικής και αισθητικής καλλιέργειας. 'Εχουμε συνειδητοποιήσει ότι η Κονιόρδου συνεχίζει την παράδοση των μεγάλων δασκάλων του θεάτρου και πως αυτή η τελευταία δεν σταματάει στον Κουν;

*Η παράσταση είναι αφιερωμένη στον Αλέξη Διαμαντόπουλο.

Έλενα Σταγκουράκη
27.07.2014

24/7/14

Το χρονικό μιας αμαρτίας...



ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

Απολογισμός της πρώτης θεατρικής περιόδου επί θητείας Χατζάκη στο Εθνικό, στο δεύτερο τεύχος του "Νέου Πλανοδίου" που από σήμερα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία.

Ε.Σ.

21/7/14

Φιλοκτήτης...



«Φιλοκτήτης»
του Σοφοκλή
σκην. Κώστας Φιλίππογλου
Επίδαυρος 2014

Το θέμα –το μόνο θέμα όλων των τραγωδιών και όλων των αιώνων– 
είναι η πληγή. Γύρω από μιατρομερή ανθρώπινη πληγή 
η ανθρωπότητα ξαστοχάκαι η Ιστορία περιμένει. 
Σαν όρνιο.» Θανάσης Τριαρίδης

«Η πληγή μου ζητά συνοδοιπόρο» εξομολογείται ο Φιλοκτήτης και μοιάζει να μην απευθύνεται μονάχα στο Νεοπτόλεμο, μα να προσπέφτει στο ίδιο το κοινό της τραγωδίας. Πώς όμως, που «οι άνθρωποι υποφέρουν, βασανίζουν ο ένας τον άλλο, πληγώνουν και πληγώνονται, και κανένα ποίημα, κανένα θεατρικό έργο δεν μπορεί να διορθώσει ένα λάθος που έγινε κάποτε και με τα χρόνια κατάντησε αθεράπευτη πληγή»*; Να βρήκε ο σημερινός Φιλοκτήτης τους συνοδοιπόρους που αναζητούσε;

Οι Αχαιοί εγκαταλείπουν το Φιλοκτήτη, μαζί με το δηλητηριασμένο –από το δάγκωμα φιδιού– πόδι του, στη Λήμνο και βάζουν πλώρη για την Τροία. Παρέρχονται δέκα χρόνια, και το αποτέλεσμα εξακολουθεί αβέβαιο. Χρησμός τούς πληροφορεί πως χωρίς το τόξο του Φιλοκτήτη, ιερό κληροδότημα του Ηρακλή, η νίκη είναι αδύνατη. Καθότι «γλυκός καρπός η νίκη», ο γιος του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμος, πείθεται από τον τετραπέρατο Οδυσσέα να τον βοηθήσει να αποσπάσει το τόξο με δόλο. Ύστερα από πολλές μεταπτώσεις και αμφιταλαντεύσεις του έντιμου κι ευσυνείδητου Νεοπτόλεμου και την παρέμβαση του «από μηχανής» Ηρακλή, ο Φιλοκτήτης θα τους ακολουθήσει στην Τροία ως μόνος δυνατός κάτοχος του τόξου. Η συμβολή του μάλιστα στη νίκη των Αχαιών, δηλαδή στο κοινό καλό, θα τον λυτρώσει από το βραχνά του και την κακοφορμισμένη πληγή του, μήνυμα που συνδέει άμεσα το ατομικό με το συλλογικό καλό. Ο Φιλοκτήτης, ο Ηρακλής, ο Οδυσσέας είναι «ήρωες, θύματα, θεοί και άνθρωποι, πρόσωπα συμπαγή, απόλυτα πεπεισμένα πως καθένα έχει το δίκιο με το μέρος του, πάντα πρόθυμοι να επαναληφθούν και να επαναλάβουν τα λάθη τους»*. Έτσι, στον Φιλοκτήτη του, ο Σοφοκλής θεματοποιεί την ανθρώπινη πλευρά των ηρώων του τρωικού πολέμου, φωτίζοντας όλες τις αδυναμίες τους. Ό,τι και να κάνει όμως κανείς, όσο και να προσπαθήσει, «το μέρισμά του στη ζωή καρπώνεται», τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Η σκηνοθετική απόδοση της σοφόκλειας τραγωδίας από τον Φιλίππογλου υπήρξε γοητευτική, παρά κάποιες ενστάσεις. Σημαντικότερο ίσως στοιχείο της ήταν η χρήση και μεταφορά ενός χαρακτηριστικού, ίδιου του κινηματογράφου, στο θέατρο, δηλαδή η ανύψωση κάθε φορά και είσοδος σε πρώτο πλάνο του εκάστοτε ομιλητή/χαρακτήρα. Εξίσου καίρια ήταν και η διαρκής αναζήτηση της ισορροπίας και της αρμονίας, γεγονός στο οποίο τα σκηνικά του ΜακΛέλλαν, με αυτά τα ταλαντευόμενα μαδέρια πάνω σε μεταλλικές βάσεις, συνέβαλαν καίρια. Λειτουργικός ο πρόλογος εκτός ορχήστρας. Έντεχνες και δυνατές εικαστικά σκηνές. Έξοχη σύλληψη η πρόσληψη του μηνύματος του «από μηχανής» Ηρακλή μέσω σκορπισμένων φυλλαδίων. Αντιθέτως, υβριστική υπήρξε για το χώρο της Επιδαύρου η μικροφωνική εγκατάσταση, όπως και το φουτουριστικό μουσικό φόντο. Ένα από τα στοιχήματα εξάλλου στο συγκεκριμένο χώρο είναι να επιτευχθεί ο στόχος δίχως εξωτερικά τεχνικά μέσα. Υπερβολική η είσοδος του έρποντος στη σκηνή Φιλοκτήτη. Άτοπα τα κωμικά στιγμιότυπα.

Η απόδοση του έργου στη νέα ελληνική από τον Γιώργο Μπλάνα υπήρξε εξόχως λυρική, αναδεικνύοντας το κείμενο και επιτρέποντας την απόλαυσή του. Εξαιρετικά τα λιτά και ολοένα εκ νέου διαμορφούμενα σκηνικά του ΜακΛέλλαν, όπως και οι φωτισμοί του Βλασόπουλου.

Αναφορικά με τους ηθοποιούς, οι ερμηνείες δεν μας έπεισαν, θυμίζοντάς μας κάμπιες που, αν και είχαν τη δυνατότητα να γίνουν πεταλούδες, τελικά δεν τα κατάφεραν. Άνευρος ο Νεοπτόλεμος του Χειλάκη –περιμέναμε μια περισσότερο βιωμένη ερμηνεία, για την οποία γνωρίζουμε πως είναι ικανός–, αβαθής ο Οδυσσέας του Μαρκουλάκη, και εντελώς μπαρόκ ο Φιλοκτήτης του Μαρμαρινού. Η ερμηνεία αυτού του τελευταίου κυμαινόταν μεταξύ αυταρέσκειας, στόμφου και γλυκερής μεμψιμοιρίας: ένα «αχ!» αβίωτο και ρητορικό, απέναντι σε ένα συναισθηματισμό που μόνο ήρωα αρχαίας τραγωδίας δεν θυμίζει. Δεδομένου ότι θεωρούμε πως ο Μαρμαρινός δεν ανήκει στην κατηγορία των ηθοποιών που ακολουθεί τυφλά και απόλυτα τις σκηνοθετικές οδηγίες, δίχως να βάλει ο ίδιος μέρος του εαυτού του και της κοσμοθεωρίας του στο ρόλο, όπως και ότι εντοπίσαμε έντονο το προσωπικό στοιχείο στον Φιλοκτήτη του, φρονούμε ότι φέρει εξίσου με τον σκηνοθέτη την ευθύνη του συγκεκριμένου ρόλου. Με άλλα λόγια, αν οι ερμηνείες ήταν καλύτερες, η παράσταση θα απογειωνόταν και θα μιλούσαμε για το γεγονός του φετινού καλοκαιριού.

Η ευωδία του πεύκου από την εξαγνιστική βροχή που είχε προηγηθεί και ο γεμάτος αστέρια ουρανός μπορεί να μην απάλυναν τον πόνο του Φιλοκτήτη, παρηγόρησαν όμως τους θεατές από τη σκέψη πως «η μόνη μας συντροφιά (είναι) κάποιοι παράλογοι θεοί».

* Σήμους Χήνυ

Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 20.07.2014


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Φρέαρ" (http://frear.gr/?p=5943) 


17/7/14

Νέο Πλανόδιον, τεύχος 2...




ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 


Οι «Υπερασπίσεις της ποίησης» στις μέρες μας είναι κάτι παραπάνω από συχνές. Πολύ σπανίως ακούγεται η άλλη πλευρά. Σ’ αυτήν την πλευρά,  όχι στους προμάχους, αλλά στους «πολέμιους» και τους επικριτές της σύγχρονης ποίησης, δίνει τον λόγο το πολυσέλιδο «Θέμα» του ΝΠ2. Πέντε πολύκροτα Αναθέματα κατά ποιητών, κατά της εσωστρέφειας, της αυταρέσκειας και της παρακμής της τέχνης τους σήμερα, όλα διάσημων συγγραφέων, όλα στο είδος τους κλασσικά και πολυσυζητημένα. Γράφουν κατά σειρά δύο πεζογράφοι (ο Γερμανός Άλφρεντ Νταίμπλιν και ο Πολωνός Βίτολντ Γκομπρόβιτς), ένας ποιητής (ο Άγγλος Φίλιπ Λάρκιν), ένας κριτικός (ο Αμερικανός Τζόζεφ Επστάιν), και ένας ακόμη ποιητής και δοκιμιογράφος (ο επίσης Αμερικανός Ντέηνα Τζόια). Προλογίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

Ο Φάκελος Λογοκλοπή του ΝΠ1 προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και σχόλια, έντυπα και διαδικτυακά. Στο ΝΠ2 καταγράφουμε τον απόηχο της συζήτησης. Με νέα εκτενή του παρέμβαση, ο Νάσος Βαγενάς υπερασπίζεται τη θεωρία του ότι λογοκλοπή από ξενόγλωσσο ποιητικό κείμενο είναι εξ ορισμού αδύνατη, στην οποία του είχαμε ασκήσει κριτική. Εκτός από τη δική μας απάντηση, το τεύχος φιλοξενεί τρία ακόμη κείμενα πάνω στο ζήτημα – του Αργύρη Χιόνη (αδημοσίευτη επιστολή του 1990), του Γιάννη Πατίλη καί του Ντίνου Σιώτη.

Ακόμη, στο ΝΠ2:
–      Ο Χρήστος Μποκόρος, με αφετηρία την πρόσφατη έκθεσή του στο Μουσείο Μπενάκη, εξιστορεί την προσωπική του απόπειρα «να εικονίσει τα στοιχειώδη μας ζητούμενα». Ένας βαθύς αναλογισμός πάνω στον ρόλο της ζωγραφικής, «τέχνης των σταθερών εικόνων», τον καιρό αυτόν «της ταχύτητας και της ακατάπαυστης ανανέωσης».

–      Ο Γιώργος Βαρθαλίτης σε μια πρωτότυπη ποιητική ανθολογία παρουσιάζει και αποτιμά το έργο των σημαντικότερων Ελλήνων Μεταφραστών του Μεσοπολέμου. Οι αποδόσεις τους, αποφαίνεται, «είναι οι καλύτερες που έγιναν ποτέ στη γλώσσα μας».

–      Ο Νικόλας Σεβαστάκης θέτει το ερώτημα αν μπορούμε «Να ξεχάσουμε τον ολοκληρωτισμό;» και διερευνά τις πολιτικές και θεωρητικές χρήσεις του όρου από τα αυταρχικά καθεστώτα του 20ού αιώνα ώς τις μέρες μας.

–  Ο Γιώργος Πινακούλας αναρωτιέται αν «Υπάρχει νεοελληνικό μυθιστόρημα» και ανατρέχοντας διεξοδικά στις κοινωνικές και αισθητικές προϋποθέσεις του είδους εξηγεί γιατί η δική του απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική.

–   Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος ημερολογιακώ τω τρόπω μας αφηγείται τις εκδοτικές περιπέτειες μιας παπαδιαμαντικής μετάφρασης: της περίφημης Ιστορίας της  Ελληνικής Επαναστάσεως του Τόμας Γκόρντον.

–   Ο Δημήτρης Αρμάος ανασκοπεί τη μακρά παράδοση της αντικαβαφικής κριτικής και διαπιστώνει το πέρασμά της από την «μικροψυχία» στην «πρόοδο».

Από τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, στο ΝΠ2 δημοσιεύονται οι «Πατρίκιοι και Πληβείοι», ένας κύκλος ποιημάτων του Δημήτρη Καρακίτσου, καθώς επίσης διηγήματα της Ηρώς Νικοπούλου («Η ανακάλυψη του Μάινα») και του Ανδρέα Κεντζού («Ιερώνυμος»).

Στις μόνιμες στήλες, ο Γιάννης Πατίλης παρουσιάζει «Τρεις ερωτικές επιστολές προς τον Μίμη Φωτόπουλο»· ο Στιχάκιας, ο Χανς Μάγκνους Εντσενμπέργκερ, ο Ιγουασάκι Γιαταρό, ο Γιώργος Βαρθαλίτης και ο Φίλιπ Λάρκιν, καθένας με τον τρόπο του, σατιρογραφούν· ο Κωνσταντίνος Πουλής και ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος αντιλέγουν πάνω στο ζήτημα της πολιτικής βίας με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα· η Έλενα Σταγκουράκη αποτιμά το πρώτο έτος της θητείας του Σωτήρη Χατζάκη στο Εθνικό Θέατρο αλλά και τις προκαταβολικές αντιδράσεις εναντίον του· ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ο Δημήτρης Αρμάος, ο π. Ευάγγελος Γκανάς, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, ο Θάνος Γιαννούδης και ο Κωνσταντίνος Πουλής κρίνουν την πρόσφατη βιβλιοπαραγωγή.


ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ
Ιδέες. Κριτική. Λογοτεχνία.
εξαμηνιαία επιθεώρηση
τ. 2 | καλοκαίρι 2014


13/7/14

Προμηθέας δεσμώτης...



Επίδαυρος με πανσέληνο...

"Προμηθέας δεσμώτης" 
του Αισχύλου, 
σκην. Έκτ. Λυγίζος, 
Φεστιβάλ Επιδαύρου 2014

*******************

Το παιχνίδι μαθητών κυριολεκτικά πάνω στον Προμηθέα. Ή: Η αναζήτηση του αενάως μαθητευόμενου στη ζωή ανθρώπου πάνω στο μέτρο και τις αξίες της ύπαρξης, στη γνώση, την προσφορά, την ενοχή, τη μεταμέλεια, ερχόμενος αντιμέτωπος με την ενηλικίωση. Θαυμάσιοι σκηνοθετικοί οβολοί ως προς την απόλυτη αξιοποίηση του χώρου και των ηχητικών δυνατοτήτων του (μαγικός ο αντίλαλος από τους απέναντι λόφους που επέστρεφε την κραυγή για τον Προμηθέα, όπως και το καταληκτικό fade out), δίχως όμως απόκλιση από την τρέχουσα τάση ενός θεάτρου σωματικού, με μπόλικα υπονομευτικά κωμικά στιγμιότυπα. Η Γουλιώτη δικαιώνεται στην Επίδαυρο ως άλλη πρωθιέρεια, ο χώρος αυτός μοιάζει να της ταιριάζει περισσότερο από κάθε άλλον. Ο Λυγίζος υποκριτικά επαρκής και σκηνοθετικά ταπεινός (και μπράβο του!), σε μια παράσταση δίχως δεδηλωμένο πρωταγωνιστικό ρόλο και με τη δυαδικότητα ως βασική συνθήκη, συνθήκη που πείθει για τη δυαδική απόδοση των χαρακτήρων. Σε κάθε περίπτωση, μια ενδιαφέρουσα θεατρική εμπειρία.

Λεπτομέρειες σύντομα στο "Φρέαρ".

Έλενα Σταγκουράκη

8/7/14

Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή... (2)

 
























Ερωτικά επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας


Αδέσποτο

― Γεια σου, κοριτσάκι.
― Γεια σου κι εσένα, φίλε.
― Ποια 'ν' αυτή που πάει μπροστά;
― Και σένα τι σε νοιάζει;
― Έχω λόγο που ρωτώ.
― Η αφέντρα μας είναι.
― Να ελπίζω ή όχι;
― Θέλεις κάτι, δηλαδή;
― Μια νύχτα μόνο.
― Και δίνεις τι;
― Χρυσάφι.
― Ωραία! Πόσο;
― Να, δες, τόσο!
― Άσε, δε γίνεται!


*****************

Μακηδόνιος Υπατικός

"Τα λέμε αύριο", μου λες, "αύριο",
μα αυτό το αύριο πού' ν' το; Δεν έρχεται
η μία αναβολή έπεται της άλλης!
Τέτοια λόγια χαρίζεις, άδωρη, οληώρα
σ' αυτόν που σε ποθεί... ενώ... ενώ στους άλλους...
σ' όλους δεν προφταίνεις να κάνεις δώρα!
Τον πιστό σου άνθρωπο -εμένα-
τον πιστό σου τον περιφρονείς τον φίλο,
κι από ψωριάρη χειρότερα τον έχεις
σκύλο, "Τα λέμε το βραδάκι",
μου λες· "το βραδάκι τα λέμε".
Το βραδάκι, ναι, μα πες μου αλήθεια εσύ
των γυναικών το βραδάκι αλήθεια τι είναι...
Γεράματα είναι -να σου το πω εγώ-
γεράματα γιομάτα αμέτρητες ρυτίδες...



********************


Μακηδόνιος Υπατικός

Μιαν ωραία εσπέρα ήρθες στο σπίτι μου... -πού να τολμήσω
ο δόλιος να ελπίσω εγώ τέτοιαν ευτυχία... τόσο που σε ποθούσα!
Ένιωσες, φαίνεται, τον πόθο πού 'τρωγε, καλή, τα σπλάχνα μου
κι ήρθες εδώ να μου σαλέψουν τα φτωχά μυαλά
και να μου θαμπωθεί η φαντασία μου όλη
και να τρομάξω, ο καημένος... -να μην ξέρω πια τι κάνω.
Ίσαμε τ' άπατα των βυθών της σειέται μου η καρδιά
και η ψυχή μου στα κύματα θαλασσοπνίγεται της Κύπρης.
Στη στεριά -αχ- έχω τώρα καταντήσει ναυαγός
και θέλω κάτι να κάνεις, σε παρακαλώ, για να με σώσεις:
δέξου με, κόρη καλή, και δέσε με ξανά μες στο λιμάνι σου,
για να 'χω αραξοβόλι. 



Απόδοση στη νέα ελληνική: Γιώργος Κεντρωτής


3/7/14

Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή...

















Ερωτικά επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας


 
ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ

Καταγγέλλω σ' όλους τον Έρωτα για την αγριότητά του!
Δεν προκάνει καλά-καλά να ροδίσει η αυγή
κι εκείνος ανοίγει τα φτερά κι από την κλίνη μου το σκάει!
Τι παιδί και τούτο! Γλυκύδακρυ... γλώσσα δεν ποτάζει μέσα του...
άπιαστο στην τρεχάλα... ποτέ δεν τα χάνει... με μύτη σιμή
όλο γελά... στην πλάτη έχει φτερά, κουβαλάει φαρέτρα.
Κανείς δεν ξέρει ποιον έχει πατέρα - Αιθήρ, Χθων, Πέλαγος
δεν τονε θεωρούν παιδί τους. Όλοι παντού τον σιχαίνονται,
κι όσοι τονε μισούν λίγοι δεν είναι. Πλην όμως!... Πλην όμως,
τα μάτια σας τέσσερα, γιατί στις ψυχές στήνει καρτέρια!
Δεν τονε βλέπετε, πάλι πού 'ρθε στη φωλιά μου - νά 'τονε!
Βλέπω δεν με λησμονάς ποτέ, τοξότη μου!
Στης Ζηνοφίλης τα μάτια είχες κρυφτεί, μπαγάσα, 
και καρτέραγες εκεί να με βαρέσεις!


**************


ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ

Μέσα στ' αφτιά μου η φωνή του Έρωτα στιγμή δεν σταματά·
κι από τα μάτια μου τρέχει σιγανό το δάκρυ το γλυκό των Πόθων.
Ούτε η νύχτα ούτε το φως με γαληνεύουν - ταράζομαι·
κι απά' στην καρδιά μου βαθιά έχει χαραχτεί η μορφή της.
Ω Έρωτες, Έρωτες φτερωτοί, τι όλο εδώ γύρω μου πετάτε;
Κατσιάσαν τάχα τα φτεράκια σας και αλλού να σας-ε πάνε δεν μπορούν; - ρωτάω... 


*************



ΡΟΥΦΙΝΟΣ

Έρωτα, σ' το λέω καθαρά να το ξέρεις:
αν και τους δυο μαζί με ίδια βέλη χτυπάς,
είσαι θεός·
αλλά
θεός δεν είσαι,
αμά βαράς τον ένανε μονάχα.




Απόδοση στη νέα ελληνική: Γιώργος Κεντρωτής

30/6/14

Αρετίνα...





















ΑΡΕΤΙΝΑ

«Κι αν είναι άτακτος ο ακριβός μου,
ο Αρετίνος μου, ο επιρρεπής
στις αμαρτίες και ηδονές του κόσμου,
στο πλάι του δηλώνω διαπρεπής!


Εκείνος και αν μου βλέπει τα κορίτσια,
εγώ τ’ αγόρια βλέπω, δεν αργώ∙
και όσα κι αν μου κάνει αυτός καπρίτσια,
στων σκέρτσων πρώτη μπαίνω την Αργώ.


Καθόλου μην τον χάσω δεν φοβάμαι,
αφού ποτέ μας δεν είχαμε εμείς
δεσμό ή σχέση, να ’μαστε εκκρεμείς.


Εξάλλου, μόνο θηλυκό εγώ θα ’μαι,
-με θήτα κεφαλαίο και μεστό!-,
τσαχπίνικο, έξυπνο, όμορφο, ζεστό»


του Αρετίνου σκέφτεται η ragazza.
Οι δυο τους, una faccia, una razza!



Έλενα Σταγκουράκη


Εξ αφορμής:
 

 Όπου
ο PIETRO ARETINO
εν έτει 2013
βρίσκει το άλλο του μισό

Βρήκα επιτέλους μια για την ουρά μου,
την ταιριαστή κι αντάξιά της θήκη·
δεν της ανήκω και δεν μου ανήκει·
βρήκα, τ’ ομολογώ, τον μάστορά μου.

Γυρίστρω, ψεύτρα, πονηρή, ναζιάρα,
–το άλλο μου μισό– με κερατώνει,
μαλώνουμε συχνά κι όταν θυμώνει
–φυλάξου, Πέτρο!– πέφτει και σφαλιάρα.

Τα δυο μας, όταν τρίζει το κρεβάτι,
τι μουσική αλλόκοτη ποιούμε!
Και ύστερα απ’ την κάθε μας απάτη
χριστιανικά τον άλλο συγχωρούμε.

Είναι, που λεν, σαν τα νερά τα κρίνα·
τα κρύα εννοώ. Μια Αρετίνα.

"Ο Pietro Aretino εν έτει 2013" (Παρισιάνου, 2013)



Θεοδόσης Βολκώφ

26/6/14

"Η γειτονιά των αγγέλων"...

 

«Δεν υπάρχουν άγγελοι σου λέω…»


«Η γειτονιά των αγγέλων»
Ιάκωβου Καμπανέλλη
Σκην. Κώστας Τσιάνος
Εθνικό Θέατρο
Νοέμβριος 2013

«Όλα υπάρχουν στο σήμερα: το αύριο, το μεθαύριο και το χθες.» Ο ‘τρελός’ της Γειτονιάς των αγγέλων, ονόματι Δωδεκάλογος, (άμεση αναφορά Καμπανέλλη στον Παλαμά, και έμμεση στα γεγονότα της κηδείας του το ’43), πιστός στη λαϊκή ρήση «από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια», διατυπώνει ό,τι ο σοφός γέροντας και προσφάτως εκλιπών Στυλιανός Αλεξίου θ’ αποτύπωνε στο στίχο του: «Απέραντη η στιγμή – αν την προσέξεις». Μπορεί στο σήμερα να ενυπάρχει το χθες, ωστόσο κάποτε πρόκειται για ένα χθες γρήγορα ξεπερασμένο και ξεχασμένο.

Η γειτονιά των αγγέλων του Καμπανέλλη –για τον οποίο σκοπίμως αποφεύγουμε κάθε ανατριχιαστικό χαρακτηρισμό– είναι μια φτωχογειτονιά προσφύγων του ’60 που αγκαλιάζει τους ανθρώπους, τις ιστορίες τους, τους πόνους  και τις χαρές τους. Μέσα σ’ αυτή τη γειτονιά και μαζί με στιγμιότυπα καθημερινά, εκτυλίσσεται ο τραγικός έρωτας της πλούσιας Ξένιας και του εργατόπαιδου Ανδρέα που τους οδηγεί στο θάνατο. Πόσα όμως απ’ όλα αυτά μπορούν πραγματικά ν’ αποδοθούν το 2013 και να γίνουν κατανοητά απ’ το σημερινό θεατή; Τις γειτονιές αυτές, όπου όλοι ζούσαν μαζί, έχουν αντικαταστήσει απρόσωπες πολυκατοικίες, όπου οι ένοικοι διαμερισμάτων αγνοούν πολλές φορές την ύπαρξη του γείτονα, πόσω μάλλον στοιχεία για εκείνον ή το χαρακτήρα του. Μαζί με τις γειτονιές, και με την επακόλουθη κοινωνικοοικονομική ‘πρόοδο’, χάθηκε και μια ολόκληρη πραγματικότητα, αυτή της πονεμένης φτωχολογιάς που εξυμνούν τα τραγούδια μας και που συνδέεται με τα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» της ξενιτιάς, αλλά και με «το πηλοφόρι και το μυστρί» της εργατιάς και του μεροκάματου. Η σημερινή δε εξαθλίωση κάποιων κοινωνικών στρωμάτων λόγω κρίσης, ελάχιστες αναλογίες έχει να επιδείξει. Τότε ήταν όλοι ίσοι στη φτώχεια, διατηρούσαν την αξιοπρέπειά τους (η Τούλα αρνείται να δεχτεί το –έστω μια φορά– φορεμένο φόρεμα της Ξένιας) κι εύρισκαν ουσιαστική παρηγοριά στον διπλανό. Τι απ’ όλα αυτά ισχύει σήμερα; Και όπως είναι αναμενόμενο, ο αντίκτυπος της αλλαγής περνάει στο σανίδι του 2013.

Ίσως οι προθέσεις του σκηνοθέτη Τσιάνου να ήταν καλές, ωστόσο το αποτέλεσμα μάλλον δεν είναι άλλο, από το ν’ αντιμετωπίζεται ένα πρόσφατο κομμάτι της ιστορίας μας από εμάς τους ίδιους –συντελεστές και θεατές– ως φολκλόρ. Το γεγονός ότι «Η γειτονιά των αγγέλων» είναι έργο που δύσκολα μπορεί να καταταχθεί ειδολογικά, διόλου επιτρέπει την υπερβολή ή τη μετατροπή του σε μούζικαλ. Αν η πρώτη παράσταση το 1963 περιελάμβανε δέκα τραγούδια, αντί για τα δέκα εννιά που περιλαμβάνει σήμερα, σίγουρα δεν έφταιγε η ελλιπής έμπνευση του Θεοδωράκη, ούτε ο φόβος της λογοκρισίας (τόση εξορία και βασανιστήρια εξάλλου υπέστη). Πολύ περισσότερο, πρόκειται για ζήτημα ισορροπίας και στόχου. Η διάνθιση του έργου με τόσα πολλά τραγούδια δεν αναδεικνύει τίποτε άλλο, από την ελαφρότητα στην οποία ο σημερινός Έλληνας είναι επιρρεπής, καθώς και μια σίγουρη συνταγή επιτυχίας, αφού ο Θεοδωράκης –ως αναμφισβήτητος εκφραστής του ελληνικού αισθήματος!– πουλάει. Αντί λοιπόν η μουσική να πλαισιώνει το κείμενο, πλαισίωνε το κείμενο τη μουσική, με αποτέλεσμα κάτι πολύ όμοιο με την μουσικοθεατρική παράσταση «Ποιος τη ζωή μου». Στο τραγούδι, ο συνήθης ύποπτος Ζαχαρίας Καρούνης. Αυτή τη ροπή προς την ελαφρότητα αντανακλά και η αλλαγή της έκβασης του έργου σε ένα τέλος αίσιο, παγιωμένη πλέον τακτική στο Εθνικό. Πέρα από το ότι συνιστά επέμβαση στο έργο, το τέλος αυτό ελάχιστα συνάδει με την τραγικότητα των προηγούμενων σκηνών, και μόνο επιφανειακά την ανατρέπει. Τα λιτά, «υποδηλωτικά» σκηνικά του Μέντη ακολουθούσαν τις οδηγίες Καμπανέλλη.

Ένας περαιτέρω αντίκτυπος της απώλειας της γειτονιάς και της δύσκολης πραγματικότητας του ’60 δεν μπορεί, παρά ν’ αντικατοπτριστεί στις ερμηνείες των ηθοποιών. Τα μαθημένα στην καλοζωία και το γέλιο πρόσωπα, απόηχος μιας «ευημερούσας» –μέχρι πρόσφατα– κοινωνίας, σε τίποτα δεν θυμίζουν «τις μελαγχολικές φυσιογνωμίες των θαμώνων ενός καφενείου», όπως τις περιγράφει δημοσιογράφος σε εφημερίδα του ’60, και δεν πείθουν ούτε ως προσωπεία. Έπειτα, πώς να μιλάμε σήμερα για μάγκες, για το εργατόπαιδο και μάγκα της γειτονιάς, Αντρέα; Όποιο συγκοινωνιακό μέσο κι αν ευθύνεται γι’ αυτό, ο Ρασούλης είχε δίκιο: «οι μάγκες δεν υπάρχουν πια». Αξιοπρεπής η προσπάθεια του Ψαρρά να τον υποδυθεί, αλλά, παρακολουθώντας την παράσταση, νιώσαμε τόσο έντονη την επιθυμία να είχαμε δει σ’ αυτόν το ρόλο τον πρωταγωνιστή του ’63, Κούρκουλο. Σχεδόν τον βλέπαμε, να χορεύει ένα παθιασμένο ζεϊμπέκικο –αντί να κάνει δυο άνοστα βήματα–, να μιλάει για μπέσα και ν’ ανατριχιάζουμε, να ζηλεύει και να τον λυπόμαστε. Όσο για την συν-πρωταγωνίστρια Ασλάνογλου, καταβάλλονται φιλότιμες προσπάθειες να παρουσιαστεί ως η σημερινή Καρέζη, είτε με το ρόλο της στο συγκεκριμένο έργο είτε σε άλλα, όπως «Το μεγάλο μας τσίρκο». Ευτυχώς που η ίδια παραμένει προσγειωμένη και δηλώνει πως «δεν μπορείς να συγκριθείς μαζί της». Μένει, μόνο, κάποια στιγμή, σε κάποιο ρόλο, να μας δείξει «τη δική της ματιά». Ο λόγος της περί αγάπης, ιδίως στις πρώτες σκηνές, συνιστά παρωδία. Αντιθέτως, αυθεντικές στιγμές υποκριτικής προσφέρει απλόχερα ο Ταξιάρχης Χάνος ως τρελός, ακολουθώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη «σχολή» Αρμένη, δίχως όμως μιμητικούς απόηχους. Έκφραση, ερμηνεία, κίνηση, φωνή! –τόσο στο γενικό χειρισμό της, όσο και στο τραγούδι– απολαυστικά. Ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής της παράστασης.

Θα επαινέσουμε και κάτι ακόμη: το πρόγραμμα της παράστασης. Εκεί που τα προγράμματα του Εθνικού βασίζονταν μέχρι πρότινος στις φωτογραφίες, το προβάδισμα δίνεται τώρα στα κείμενα, με τις φωτογραφίες της παράστασης σε χωριστό φυλλάδιο στο τέλος. Ελπίζουμε, αυτή να είναι και η γενικότερη γραμμή.

Στις γειτονιές του 2013, οι γειτονιές των αγγέλων είναι μάλλον δυσεύρετες…



Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 17.11.2013


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Φρέαρ", τεύχος 5.

23/6/14

Η γνώση ποτέ κανέναν δεν θα σώσει...














Διονύσης Καψάλης

4.

Κι όμως με τέτοια υλικά,
φθαρμένα, μελαγχολικά,


είναι πλασμένη η επιθυμία·
κι ούτε η άγρια χημεία

των χωρισμών μας ούτε η γνώση 
ποτέ μας κανέναν δεν θα σώσει,

ποτέ κανέναν, ούτε ο πόνος
για όσα χάλασε ο χρόνος, 

κι η κουρασμένη τελετή
του έρωτα καλά κρατεί.



19/6/14

Η γυναίκα της Ζάκυθος...





Εκ γυναικός τα χείρω…


«Η γυναίκα της Ζάκυθος»
Διονυσίου Σολωμού
Σκην. Δήμος Αβδελιώδης
Φεστιβάλ Αθηνών 2013


«Το χάραμα επήρα/ του ήλιου το δρόμο/ κρεμώντας τη λύρα/ τη δίκαιη στον ώμο», τα λόγια της γυναικείας μορφής στο όραμα του ιερομονάχου Διονυσίου. Λόγω της ιδιαιτερότητας του συγκεκριμένου σολωμικού κειμένου, και με την παρακαταθήκη μιας αποτυχημένης «Ερωφίλης» να βαραίνει στους ώμους, η δοκιμή του Αβδελιώδη στη «Γυναίκα της Ζάκυθος» αφενός προκαλούσε το ενδιαφέρον και την περιέργεια, αφετέρου προβλημάτιζε. Να όμως που η «δίκαιη λύρα» ανταμείβει και δικαιώνει.

Κείμενο που έχει δεχθεί πάμπολλες ερμηνείες κι αναπαραστάσεις, «Η γυναίκα της Ζάκυθος» συνιστά πραγματεία του Σολωμού πάνω στο Κακό, τη φύση, την προέλευση και τις εκδηλώσεις του. Παίρνει δε σάρκα και οστά στο πρόσωπο μιας γυναίκας που δεν κατονομάζεται –γεγονός που αυξάνει τη συμβολική αξία του χαρακτήρα– και η οποία συνιστά φορέα μισανθρωπίας, ζήλειας, φιλαργυρίας, μιζέριας, μικροπρέπειας, ξενοδουλείας, καθώς και αδιαφορίας κι απονιάς για ό,τι βρίσκεται πέραν του εαυτού και εκτός των θυρών της οικίας της. Ο ποιητής, δια στόματος Διονυσίου ιερομονάχου αφηγείται με πόνο ψυχής πώς οι άδικοι υπερτερούν σε αριθμό των δικαίων, πώς η γυναίκα της Ζάκυθος είναι η ίδια η ουσία του κακού, αποδιώχνοντας κακήν κακώς ανέστιες «Μισολογγίτισσες» που της ζητούν ελεημοσύνη, ευχόμενη την πτώση του Μισολογγιού κι εξυβρίζοντας ακόμη και την ίδια της την αδερφή, αλλά και πώς ο ίδιος προείδε το χαμό της και πώς εν τέλει η ίδια πνίγηκε (κρεμάστηκε) από το ίδιο της το μίσος. Επεξεργασμένο από το Σολωμό μεταξύ 1826-1833, το κείμενο έμεινε ανολοκλήρωτο, όντας εν τούτοις μοναδικό στο είδος του στην ελληνική γραμματεία.

Η σκηνοθεσία του Αβδελιώδη, μια ματιά με ουσία, αποτύπωσε καίρια το βάθος και το σκοτάδι του έργου. Προχωρώντας η αφήγηση, προχωρούσε με αργό βηματισμό, πλησιάζοντας το κοινό, και η πρωταγωνίστρια, αποκαλύπτοντας και φέρνοντας ολοένα πιο κοντά του το κείμενο και τους χαρακτήρες. Δύο τα κυρίαρχα πρόσωπα του κειμένου (ιερομόναχος – Γυναίκα), δύο οι τόνοι της αφήγησης και οι ρυθμοί, δύο και τα αγάλματα-σκηνικές αποτυπώσεις των προσώπων. Η πρωταγωνίστρια ενδυόταν κι εκδυόταν καθέναν από τους δύο ρόλους, πότε ευρισκόμενη υπό τη σκέπη του αγγέλου που την ακολουθούσε πίσω της (ως ιερομόναχος) και πότε απομακρυνόμενη απ’ αυτόν (ως Γυναίκα της Ζάκυθος). 

Το σύστημα εκφοράς λόγου, στο οποίο αρέσκεται ο Αβδελιώδης, δικαιώθηκε εν προκειμένω, τόσο από την επιλογή του κειμένου και της πρωταγωνίστριας, όσο και από το βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος διαχειρίστηκε το εν λόγω σύστημα, κατορθώνοντας πραγματικά να δώσει προβάδισμα στο μοναδικό αυτό κείμενο και να το αναδείξει. Ο τονισμός του συριστικού «σ» έφερνε στο μυαλό φίδι και άρμοζε στον μοχθηρό χαρακτήρα της Γυναίκας, όπως και οι βροντόφωνες εκρήξεις. Απ’ την άλλη, η όλη ερμηνεία του κειμένου θύμιζε ανάγνωση ευαγγελίου, σε απόλυτη αρμονία με τη βυζαντινή σκηνογραφία και μια θέαση έντονα χριστιανική.

 Ο άγγελος και οι επάλληλες πύλες στο βάθος της σκηνής θύμιζαν έντονα αγιογραφία. Το σκηνικό, τέμπλο εκκλησίας, με τις αντίστοιχες θεότητες δεξιά κι αριστέρα της κεντρικής («ωραίας») πύλης: δεξιά το Καλό, εν είδει αγγέλου, αριστερά το Κακό, εν είδει δαίμονα Σατύρου, αποτυπώνοντας έτσι τη διαρκή πάλη του ενός με το άλλο και την ταυτόχρονη συνύπαρξή τους μέσα στον άνθρωπο και τον κόσμο, δίχως την απόλυτη επικράτηση κάποιου απ’ τα δύο. Τα σκαλιά που οδηγούσαν από την πύλη στο μπροστινό μέρος της σκηνής συνιστούσαν το σύνδεσμο με αυτό που ο Αβδελιώδης καλεί «λαϊκό θέατρο», δηλαδή το αρχαίο δράμα που απευθυνόταν σε όλους τους πολίτες, εξού και το αμφιθεατρικό σχήμα των σκαλιών, υπό μορφή αρχαίου θεάτρου. Πρόκειται, επιπλέον, για διακριτική παραπομπή στην τραγωδία και την τραγικότητα της μορφής της Γυναίκας και κάθε κακού. Οι φωτισμοί του Αβδελιώδη και η σκηνογραφία από κοινού με τον Αριστείδη Πατσόγλου αποτέλεσαν γενικά ένα εκλεπτυσμένο φόντο, με Άποψη. 

Η Όλια Λαζαρίδου, σε ρόλο ιερομονάχου και Γυναίκας, υπήρξε καθηλωτική. Ευτυχής η επιλογή της για τον διπλό αυτό ρόλο. Με μια ειλικρινή, ποιοτική ερμηνεία, κατάφερε όντως να «πει» το κείμενο «χωρίς να το κακοποιήσει», ώστε αυτό ν’ ακουστεί, γεγονός –όπως σωστά επισημαίνει σε συνέντευξή της– σπάνιο. Ακόμη, έδωσε υπόσταση στο σύστημα άρθρωσης του Αβδελιώδη, πράγμα εξ ορισμού πολύ δύσκολο.

Η μόνη παραφωνία ήταν όντως ηχητική, με την μουσική να γειώνει και να εξουδετερώνει το κρεσέντο και την κορύφωση του δράματος, όπως και το φινάλε. Σε ένα τέτοιο, υποβλητικά φορτισμένο βυζαντινό σκηνικό, το ελαφρύ πιάνο δεν αρμόζει. Θα ’λεγε μάλιστα κανείς ότι δεδoμένης της πολύ συγκεκριμένης σκηνοθεσίας και σκηνογραφίας, η επιλογή αντίστοιχης μουσικής δεν θα ’ταν πράγμα δύσκολο.

Μια παράσταση με αγάπη και σεβασμό απέναντι στο κείμενο, το δημιουργό και το θεατρικό κοινό, και σε διάλογο με την ευρύτερη πολιτισμική παράδοση της Ελλάδας. Τώρα μάλιστα κ. Αβδελιώδη! Όσο για τη Λαζαρίδου; … Εκ γυναικός τα κρείττω!


Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 28.06.2013


Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό "Φρέαρ"