26/2/10

Μαντεύω λίγο ουρανό με το πυρακτωμένο φως



Διονύσης Καψάλης

Κάποτε θα ‘φτασα ψηλά στην ομορφιά·
ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει
πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει
πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά.

Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε:
έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα ‘πιανε τραγούδι,
μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι,
κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε.

Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει,
ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί·
ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει,

μια καλοσύνη της ακάλεστης κι αργή,
και το τραγούδι ανεπίδοτο θ’ ανέβει
μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή.


*******************

Αλλοτε θα ‘παιρνες αργόπλοα τα χρόνια
όπως ανέβαιναν του ύπνου το ποτάμι·
θαμποί παράδεισοι θα ‘φεγγαν απ’ το τζάμι,
όχθες με λίκνισμα του θέρους και τριζόνια.

Τώρα στο βύθισμα του υπνοδότη νόμου
ακούς τη φρίκη των βωμών, όλους τους κρότους
του σαρκασμού, και στην αργή καρδιά του σκότους
μετρά τις μέρες η κραυγή του υλοτόμου.

Αλλοτε, τώρα, χρόνια μπρος και χρόνια πίσω,
ασκώ μια μάταιη χημεία· τις εικόνες
τις εμφανίζει ο ουρανός - και ποιόν θα πείσω·

όταν κοιμάμαι κι ονειρεύεσαι αιώνες,
πρώτο μου πρόσωπο κομμένο στους αγκώνες,
μαντεύω λίγο ουρανό για ν’ αγαπήσω.

25/2/10

Aun


ANTONIO GAMONEDA

ΑΚΟΜΑ

Θυμάμαι το κρύο του ξημερώματος, τις σβούρες που κάναν τα έντομα πάνω από
φλιτζάνια ακίνητα, την πιθανότητα μιας κόλασης γεμάτης φως κάτω απ’ τα
ανοιχτά παραθύρια που αερίζουν την αρρώστια, τη θλιμμένη μυρωδιά
καυστικού νατρίου.
Πουλιά. Διασχίζουν βροχές και χώρες μέσα στο σφάλμα μαγνητών και ανέμων,
πουλιά που πετούσαν μεταξύ οργής και φωτός.
Επιστρέφουν ακατανόητα υπό το πρίσμα νόμων του ιλίγγου και της λήθης.
Δεν έχω φόβο ούτε και ελπίδα. Από ένα ξενοδοχείο ξένο στη μοίρα, βλέπω
μια παραλία μαύρη και, μακρινά, τα μεγάλα βλέφαρα μιας πόλης, της οποίας
ο πόνος με αφήνει αδιάφορο.
Είμαι από μεθυλένιο και έρωτα. Κρύωνα κάτω απ’ τους σωλήνες του θανάτου.
Τώρα αγναντεύω τη θάλασσα. Δεν έχω ούτε φόβο ούτε και ελπίδα.
Είσαι σοφός μα και δειλός, λαβωμένος μέσα στις υγρές γυναίκες,
η σκέψη σου δεν είναι παρά ανάμνηση της οργής.
Βλέπεις τα τρεμάμενα τριαντάφυλλα.
Αχ, οδοιπόρε! Τι παραλήρημα βλεφάρων!
Υπάρχει ένα βοτάνι που τ’ όνομά του κανείς δεν ξέρει∙ τέτοια υπήρξε η ζωή μου.
Επιστρέφω στο σπίτι διασχίζοντας το χειμώνα: λήθη και φως πάνω στα ρούχα,
τα υγρά. Οι καθρέφτες είναι άδειοι και στα πιάτα τυφλώνει η εκτυφλωτική μοναξιά.
Αχ! Τι αγνότητα, αυτή των παρατημένων μαχαιριών!
Αγάπησα όλες τις απώλειες.
Ακόμα βουίζει το αηδόνι στον αόρατο κήπο.


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

************************


AÚN

Recuerdo el frío del amanecer, los círculos de los insectos sobre las
tazas inmóviles, la posibilidad de un abismo lleno de luz bajo las
ventanas abiertas para la ventilación de la enfermedad, el olor triste
de la sosa cáustica.
Pájaros. Atraviesan lluvias y países en el error de los imanes y los
vientos, pájaros que volaban entre la ira y la luz.
Vuelven incomprensibles bajo leyes de vértigo y olvido.
No tengo miedo ni esperanza. Desde un hotel exterior al destino, veo
una playa negra y, lejanos, los grandes párpados de una ciudad cuyo
dolor no me concierne.
Vengo del metileno y el amor; tuve frío bajo los tubos de la muerte.
Ahora contemplo el mar. No tengo miedo ni esperanza.
Eres sabio y cobarde, estás herido en las mujeres húmedas, tu
pensamiento es sólo recuerdo de la ira.
Ves la rosas temibles.
Ah caminante, ah confusión de párpados.
Hay una hierba cuyo nombre no se sabe; así ha sido mi vida.
Vuelvo a casa atravesando el invierno: olvido y luz sobre las ropas
húmedas. Los espejos están vacíos y en los platos ciega la soledad.
Ah la pureza de los cuchillos abandonados.
Amé todas las pérdidas.
Aún retumba el ruiseñor en el jardín invisible.

            Del Libro del frío (1992)

19/2/10

Σου δέομαι: Κρύψου




Γιάννης Ρίτσος

Τί όμορφη που είσαι. Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι: Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ' εμένα.

Καλυμένη απ' τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ' τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών.
Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα.
Αρθρώνονται απόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιές εκρήξεις απ' τη πράξη του έρωτα.
Το πέπλο σου ογκώνεται, λάμπει πάνω απ' τή νυχτωμένη πόλη με τα ημίφωτα μπάρ,
τα ναυτικά οινομαγειρεία.
Πράσινοι προβολείς φωτίζουνε το διανυκτερεύον φαρμακείο.
Μια γυάλινη σφαίρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία της υδρογείου.
Ο μεθυσμένος τρεκλίζει σε μία τρικυμία φυσημένη απ' την αναπνοή του σώματός σου.
Μη φεύγεις. Μη φεύγεις. Τόσο όλική, τόσο άπιαστη.

Ένας πέτρινος ταύρος πηδάει από το αέτωμα στα ξερά χόρτα.
Mια γυμνή γυναίκα ανεβαίνει τη ξύλινη σκάλα κρατώντας μια λεκάνη με ζεστό νερό.
Ο ατμός της κρύβει το πρόσωπο.
Ψηλά στον αέρα ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο βομβίζει σε αόριστα σημεία.

Φυλάξου. Εσένα ζητούν. Κρύψου βαθύτερα στα χέρια μου.
Το τρίχωμα της κόκκινης κουβέρτας που μας σκέπει, διαρκώς μεγαλώνει.
Γίνεται μία έγκυος αρκούδα η κουβέρτα.
Κάτω από τη κόκκινη αρκούδα ερωτευόμαστε απέραντα,
πέρα απο το χρόνο κι απο το θάνατο πέρα, σε μια μοναχική παγκόσμιαν ένωση.

Τί όμορφη που είσαι. Η ομορφιά σου με τρομάζει.
Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: Κρύψου.

15/2/10

Νέρινος καθρέφτης της μνήμης

 
 

  

Νέρινος καθρέφτης της μνήμης

Υδάτινη ταφόπλακα μιας πόλης,
υδάτινα σύννεφα,
υδάτινες πλατείες,
τρούλοι, αετώματα,
κι εγώ σε ψάχνω στις αψίδες,
σε ψάχνω στα πρόσωπα,
τους γονδολιέρηδες κοιτώ έναν-έναν,
μα η μορφή σου, υδάτινη,
στις κόγχες της ανάμνησης κουρνιάζει
και σ' ανταμώνω ξανά
σ' ενός κόλπου το υδάτινο τζάμι
μια σχεδία να κυβερνάς
και λόγια συνάμα και σκέψεις πολλές.
Στο νερό σε βρίσκω
το μελαγχολικό της βροχής
που τόσο αγαπάς σαν πέφτει
και που νότισε
των περιπάτων μας τις παρυφές.
Ύδωρ, νερό,
λίμνες, θάλασσες, βροχή:
ένα υδάτινο ερωτηματικό.



Έλενα Σταγκουράκη

Μα είσαι αλλού...

 

CESARE PAVESE

ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ


Της νυχτός είναι ο λόφος στον αίθριο ουρανό μας.
Το κεφάλι σου, που μόλις κούνησες, κάδρο
κάνει, και συνοδιά τον επήρε. Είσαι σάν ’να
συννεφάκι πιασμένο στο δέντρο. Στα μάτια
σού γελά η αλλοκοτιά τ’ ουρανού των περάτων.

Από χώμα και φύλλα σού κλείνει ο λοφάκος
με τον μαύρο όγκο του το ζωηρό σου βλέμμα·
μιας γλυκιάς αυλακιάς έχεις ζάρα στο στόμα –
γιαλοί απόμακροι τα δυό σου χείλη. Πως παίζεις
στο μεγάλο το λόφο μού φαίνεται και στων
ουρανών τη λαμπράδα με χάρη περίσσια:
για δικιά μου χαρά ξαναστήνεις το αρχαίο το
σκηνικό καθαρά.

        Μα είσαι αλλού. Ζεις αλλού εσύ.
Αλλού φτιάχτηκε το τρυφερό σου αίμα. Οι λέξεις
που λες δεν αμιλλώνται με τη στέρφα θλίψη
του ουρανού. Συννεφάκι γλυκύτατο εφάνης
που μια νύχτα στ’ αρχαία κλαδιά επήγε κι εμπλέχθη.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


****************************

NOTTURNO


La collina è notturna, nel cielo chiaro.
Vi s'inquadra il tuo capo, che muove appena
e accompagna quel cielo. Sei come una nube
intravista fra i rami. Ti ride negli occhi
la stranezza di un cielo che non è il tuo.

La collina di terra e di foglie chiude
con la massa nera il tuo vivo guardare,
la tua bocca ha la piega di un dolce incavo
tra le coste lontane. Sembri giocare
alla grande collina e al chiarore del cielo:
per piacermi ripeti lo sfondo antico
e lo rendi più puro.

           Ma vivi altrove.
Il tuo tenero sangue si è fatto altrove.
Le parole che dici non hanno riscontro
con la scabra tristezza di questo cielo.
Tu non sei che una nube dolcissima, bianca
impigliata una notte fra i rami antichi. 


Δάνεια ανάρτηση από το Αλωνάκι της ποίησης.

11/2/10

Στίχοι της παρούσας

 
Ιωσήφ Βεντούρας

...
Δίπλα του η Λέα χάραζε με το μολύβι
Ζωγράφιζε σύννεφα
Σύννεφα με γραμμές
Εκείνος δεν ήταν στις γραμμές της

Δεν ήταν
...

Εσύ που ξυπνούσες συντροφιά με τη μηλιά
εσύ που σελάγιζες σ' ένα κοράλλι γέννας
εσύ που πότιζες το άνθος της αγάπης σου
εσύ που ζητούσες τη γεύση της κανέλλας

          και το σκοτάδι
          για ό,τι χάνεται σε άκρο βαθύ

Ήρθες να κλάψεις στο μετέωρο του ήλιου σου
ήρθες να περπατήσεις σε ξεραμένα φύλλα
ήρθες να βάλεις σημάδι το φεγγάρι
ήρθες να μετρήσεις το μελανί της πέτρας

          και το σκοτάδι
          που διαγράφει τον ουρανό

Χάθηκαν τα Σάββατα την άνοιξη
χάθηκαν οι Κυριακές το καλοκαίρι
χάθηκαν το φθινόπωρο οι γιορτές
χάθηκαν το χειμώνα οι φωτιές

...

Εκλάμψεις
Αριθμοί
Και μακριά
φτεροκοπούσε μία φωνή.

(Από το "Κυκλώνιο")

9/2/10

Αέρας Αύγουστος 10



Κώστας Κουτσουρέλης

Αέρας αύγουστος 10

  ΕΔΩ Ο ΗΛΙΟΣ είναι λίγος, σκοτεινός.
   Σφίγγει το φως του σαν σπασμένο αστέρι.
  Θάλασσα πουθενά. Γκρίζος αφρός

  έρπουν τα σύννεφα, νωθροί ουράνιοι εταίροι.
   Γύρω φανάρια ηλεκτρικά, τροχοί
  που όλο γυρίζουν, δόντι που πληγώνει·

  κολλάει στα τζάμια ριγιλή η βροχή,
   ιδρώτας από κόπο κι από σκόνη.
  Κοφτός των πλήκτρων ο χορός

  λέξεις καρφώνει και μετά τις ξεκαρφώνει –
   πότε ξυπνώντας μια κρυμμένη ενοχή,
  πότε μια μνήμη που την ξέχασε το χιόνι.

  Εδώ ο ήλιος είναι λίγος. Η απουσία
   άφησε αόμματο, τυφλό το μεσημέρι·
  χωρίς κοιλάδες απαλές την Αρκαδία·

  χωρίς του Αυγούστου την οσμή το καλοκαίρι.

Miradas

 



Manuel Altolaguirre

Βλέμματα

Τα μάτια τα δικά μου γέφυρες μοιάζουν
απ' όπου τα ύδατα περνούν
στη λήθη που οδηγούνε.
Στο ατσάλινο το μέτωπό μου επάνω,
προς τα στηθαία κοιτώντας,
οι σκέψεις μου διαβαίνουν.
Ο σκοτεινός αυχένας μου θάλασσα,
όπου οι ποταμοί χάνονται.
Τα όνειρά μου σύννεφα,
χάρη στα οποία και για τα οποία ζω.
Γέφυρες τα μάτια τα δικά μου
απ' όπου τα ύδατα περνούν
στη λήθη που οδηγούνε.

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*******************

Miradas

Ojos de puente los míos
por donde pasan las aguas
que van a dar al olvido.
Sobre mi frente de acero
mirando por las barandas
caminan mis pensamientos.
Mi nuca negra es el mar,
donde se pierden los ríos,
y mis sueños son las nubes
por y para las que vivo.
Ojos de puente los míos
por donde pasan las aguas
que van a dar al olvido.

4/2/10

Έμπνευση



Ρώμος Φιλύρας

Έμπνευση

Δεν είν' άλλο στον κόσμο απ' την έμπνευση μόνο,
μόνο αυτή ξελυτρώνει απ' τα γήινα δεσμά,
μόνο αυτή νανουρίζει τον πικρό μας τον πόνο
και μας σώνει απ' του Χρόνου το βαρύ τον κασμά.

Να σε βλέπω, να παίρνω τα όλα σου, όλα τα ωραία,
ναν τα λιώνω στου Στίχου τον κυλούμενο γύρο,
ναν τα κλώθω, να γίνουν, πολλά, ένα, μια ιδέα, 
κι απ' της έμπνευσης όλα ραντισμένα το μύρο.

1/2/10

Ο χορός των επίπλων


 

 

Ρεσιτάλ ηθοποιίας από τον Πέτρο Ξεκούκη
ως Ρώμο Φιλύρα

Χθες βράδυ το θεατρόφιλο κοινό απόλαυσε τον Πέτρο Ξεκούκη σε ένα ρόλο-στροφή στην καριέρα του. Υποδυόμενος τον ποιητή Ρώμο Φιλύρα κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στο Δρομοκαϊτειο Ίδρυμα, μάγεψε το κοινό, το οποίο ξέσπασε σ' επευφημίες κι ενθουσιώδες χειροκρότημα στο τέλος της παράστασης.

Πρόκειται για την παράσταση "Ο χορός των επίπλων" που ανεβαίνει στη σκηνή "Ζωή Λάσκαρη" του πολυχώρου "Αθηναϊς", σε διασκευή του Αντώνη Παπαϊωάννου και σκηνοθεσία Τόνιας Σταυροπούλου. Τα σκηνικά-κουστούμια είναι των Γιώργου Γιώνα και Δέσποινας Αποστολοπούλου, ενώ η μουσική και τα τραγούδια του Σπύρου Κουρκουνάκη.

Ο Ρώμος Φιλύρας, έγκλειστος στο Δρομοκαϊτειο από το 1927 έως το 1942, ζούσε σε μια τραγική κατάσταση μεταξύ λογικής και τρέλας. Ακόμα και η ευτυχία της τρέλας ήταν απαγορευμένη για εκείνον, καθώς ήταν καταδικασμένος σε επίγνωση αφενός της μερικής του τρέλας κι αφετέρου της πλήρους τρέλας των άλλων εγκλείστων. Έτσι, μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας, ο Φιλύρας μας μεταφέρει τραγικές σκηνές από το εσωτερικό του ιδρύματος και παράλληλα ατόφια ποίηση:

"Όλες οι εφιαλτικές μορφές που ονειρεύτηκε η ανθρώπινη φαντασία σαλεύουν κι αναδεύονται στο σκοτάδι. ... Τα κόκκαλα τρίζουν ανατριχιαστικά καθώς τα στριφογυρίζουν στα ατσαλένια τους δάκτυλα οι εφιάλτες και οι τρόμοι... Τα μάτια αναμμένα από τον πυρετό της αλλοφροσύνης σπαθίζουν το σκότος με τρομώδεις αναλαμπές... Το παραμιλητό λυσσομανά σαν ωκεανός.."

Πραγματικά, τι υπέροχος λογικός τρελός! Ποτέ η τρέλα δεν υπήρξε πιο διαυγής: "Τι όφελος να είμαστε τρελοί; Και μεις σκλάβοι της ανθρώπινης στενοκεφαλιάς." ή "Η ίδια ώρα χτυπά και για τρελούς και για γνωστικούς στα ωρολόγια όλων των φρενοκομείων και όλων των αστεροσκοπείων του κόσμου." και "Ο μόνος που μας θυμάται είναι ο θάνατος. Όλοι κι αν μας ξεχάσουν, αυτός θα μας θυμηθεί..."

Η ιδιαίτερη εκφραστικότητα του Ξεκούκη, η πλαστικότητα των κινήσεών του και η ευκολία μεταπίδησης από τον ένα ρόλο στον άλλο, η άρτια κι ευρηματική σκηνοθεσία και ο συνδυασμός οπτικοακουστικού υλικού με το κείμενο της παράστασης προσφέροντας συνεχή ερεθίσματα στο θεατή, συνιστούν τα συστατικά στοιχεία μιας επιτυχημένης παράστασης.

Το απόλυτο must της τρέχουσας θεατρικής περιόδου.


Έλενα Σταγκουράκη,
Αθήνα, 01.02.2010

30/1/10

Alta traición




José Emilio Pacheco

Εσχάτη προδοσία

Την πατρίδα μου δεν την αγαπώ.
Η αφηρημένη λάμψη της
δεν είναι απτή.
Κι όμως. Ακόμα κι αν ακούγεται άσχημα,
τη ζωή μου θα έδινα
για δέκα τοπία της,
κάποιους ανθρώπους της,
λιμάνια, πευκοδάση,
φρούρια,
μια ερειπωμένη πολιτεία της,
γκρίζα, τερατώδη,
μορφές διάφορες απ' την ιστορία της,
τα βουνά 
και τρία τέσσερα ποτάμια της.

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*************

Alta traición

No amo mi patria.
Su fulgor abstracto
es inasible.
Pero (aunque suene mal)
daría la vida
por diez lugares suyos,
cierta gente,
puertos, bosques de pinos,
fortalezas,
una ciudad deshecha,
gris, monstruosa,
varias figuras de su historia,
montañas
- y tres o cuatro ríos.

Αργύρης Χιόνης 2



Δε θέλω ιδέες που χωράνε στο κεφάλι
Θέλω μονάχα μια ιδέα αλλά μεγάλη
Τόσο που να χωρέσει το κεφάλι μου
Που ολόκληρο να με χωρέσει
Μια ιδέα που γεννά
Και δε γεννιέται


*************

Αν είναι η δυστυχία
Πηγή δημιουργίας
Αν είναι η δημιουργία
Πηγή ευτυχίας
Η δυστυχία είν' ευτυχία

Πόνεσέ με πιο πολύ


************

Όσο περνούν τα χρόνια
Μεγαλώνουν οι κλειδαρότρυπες
Μικραίνουνε οι πόρτες


************

Όσο περνούν τα χρόνια
Λιγοστεύει η γη κάτω απ' τα πόδια σου
Μεγαλώνει ο ορίζοντας μπροστά σου

*************



Μετά από τόσες ερήμους που διάνυσα
Χωρίς ούτε σταγόνα βροχής
Συνεχίζω να ελπίζω
Στην ξαφνική παπαρούνα

28/1/10

Lo que siento por ti







Idea Vilariño

Αυτό που για ‘σένα νοιώθω 

Αυτό που εγώ για ‘σένα νοιώθω τόσο δύσκολο είναι... 
Από τριαντάφυλλα δεν είναι που στον άνεμο ανοίγουν, 
μα από ρόδα που ανθίζουν στο νερό. 

Αυτό που εγώ για ‘σένα νοιώθω… 
Αυτό το κάτι που γυρίζει 
ή που με τις τόσες σου εκφράσεις λυγίζει 
ή που με τα λόγια σου κομματιάζεις 
και που μετά σε μια σου κίνηση περιμαζεύεις 
και με εισβάλλει τις ώρες τις χλωμές 
αφήνοντας εντός μου μια δίψα γλυκιά ζαρωμένη. 

Αυτό που εγώ για ‘σένα νοιώθω 
τόσο οδυνηρό ως το φως το φτωχικό από τα αστέρια 
που πονεμένο, ξεπνοημένο φτάνει. 

Αυτό που εγώ για ‘σένα νοιώθω∙
και που ωστόσο τόσο προχωρεί 
που φορές-φορές ούτε σε φτάνει. 

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

********************** 

Lo que siento por ti 

Lo que siento por ti es tan difícil. 
No es de rosas abriéndose en el aire, 
es de rosas abriéndose en el agua.

Lo que siento por ti. Esto que rueda 
o se quiebra con tantos gestos tuyos
o que con tus palabras despedazas 
y que luego incorporas en un gesto 
y me invade en las horas amarillas
y me deja una dulce sed doblada. 

Lo que siento por ti, tan doloroso 
como pobre luz de las estrellas 
que llega dolorida y fatigada. 

Lo que siento por ti, y que sin embargo 
anda tanto que a veces no te llega. 

Περιοδικό Poetica, Δεκέμβριος 2009

25/1/10

Ο πληθυντικός αριθμός





Κική Δημουλά

Ο πληθυντικός αριθμός

Ο έρωτας,
όνομά ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θυληκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.



24/1/10

La calle






Octavio Paz  

Ο δρόμος  

Μακρύς είναι ο δρόμος κι έρημος.
Περπατώ στο μισοσκόταδο, σκοντάφτω και πέφτω
και σηκώνομαι και με βήματα τυφλά
τις βουβές πέτρες πατώ και τα φύλλα τα ξερά,
και κάποιος άλλος, πίσω μου, τα πατά κι εκείνος• 
όταν κοντοστέκομαι, κοντοστέκεται• 
όταν τρέχω, τρέχει. Γυρίζω να τον αντικρίσω. Κανείς.
Τα πάντα είναι βυθισμένα στο σκοτάδι κι έξοδος πουθενά• 
κόβω βόλτες, γυρίζω και γυρίζω, σε γωνιές
που πάντα βγάζουν στον ένα δρόμο,
όπου κανείς δε με περιμένει, ούτε με ακολουθεί, 
όπου ε γ ώ έναν άντρα ακολουθώ που σκοντάφτει
και σηκώνεται και θωρώντας με λέει: Κανείς.

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

********************* 

La calle 

Es una calle larga y silenciosa.
Ando en tinieblas y tropiezo y caigo
y me levanto y piso con pies ciegos
las piedras mudas y las hojas secas
y alguien detrás de mí también las pisa:
si me detengo, se detiene;
si corro, corre. Vuelvo el rostro: nadie.
Todo está oscuro y sin salida,
y doy vueltas y vueltas en esquinas,
que dan siempre a la calle
donde nadie me espera ni me sigue,
donde yo sigo a un hombre que tropieza
y se levanta y dice al verme: nadie.


21/1/10

¡Hago versos señores!






Γράφω στίχους, σενιόρες! 

Γράφω στίχους, σενιόρες, στίχους γράφω 
μα απ’ το νου μην σας περάσει, ποιήτρια να με πείτε∙ 
με ευφραίνει ο οίνος – τι κι αν Σάτυρους σκεφτείτε- 
κι έχω μια οικονόμο που μόνη της μιλά.
Αυτός ο κόσμος, το λοιπόν, ευτράπελος που είναι! 
Συμβαίνουν πράγματα, σενιόρες, που δε θα φανερώσω: 
Λύπες εισπράττουν, μα ποτέ τους λίρες, 
οι δυστυχείς και οι φτωχοί, χωρίς στον ήλιο μοίρα. 

Ακόμα υπάρχουν ανύπαντρες με τους σκύλους τους,
ακόμα υπάρχουν σύζυγοι με ερωμένες, 
στους εξουσιαστές τους δεινούς κανείς δε λέει τίποτα 
και για θανάτους διαβάζουμε και γυρίζουμε σελίδα 
και κάτω μας πατούν κι ουδείς εξεγείρεται 
κι ο κόσμος μες στα μίση κι εμείς να λέμε «η ζήση!» 

Αυτά συμβαίνουν, κύριοι, κι όφειλα να τα πω! 


Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη 

***************************

¡Hago versos señores! 

Hago versos, señores, hago versos, 
pero no me gusta que me llamen poetisa, 
me gusta el vino como a los albañiles 
y tengo una asistenta que habla sola. 
Este mundo resulta divertido,
pasan cosas, señores, que no expongo, 
se dan casos, aunque nunca se dan casas 
a los pobres que no pueden dar traspaso.

Sigue habiendo solteras con su perro, 
sigue habiendo casados con querida, 
a los déspotas duros nadie nadie les dice nada, 
y leemos que hay muertos y pasamos la hoja, 
y nos pisan el cuello y nadie se levanta, 
y nos odia la gente y decimos: ¡la vida! 

Esto pasa, señores, y yo debo decirlo. 

Ιδανικες φωνές κι αγαπημένες





 Φωνές

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.


Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό. 


Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας -
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει. 


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
 

Bolero





Bolero 

Πόση ματαιοδοξία, σαν φανταζόμουν
πως τα πάντα εγώ μπορώ να σου τα δώσω:
την αγάπη και την ευτυχία,
οδηγίες και μουσική και παίξιμο.
Ένα είναι βέβαιο:
καθετί δικό μου σου το δίνω, να 'σαι βέβαιη.
μόνο που, ό,τι και να σου δώσω, δε σου αρκεί,
όπως κι εμένα δε μου αρκεί
ό,τι δικό σου κι αν μου δώσεις.

Γι' αυτό, ποτέ δε θα γίνουμε
το ζευγάρι το άψογο, η μία και αυτή καρτ ποστάλ,
αν δεν είμαστε σε θέση να παραδεχτούμε
ότι μόνο στην αριθμητική
ένα κι ένα κάνει δύο.

Έτσι, αρκεί ένα ραβασάκι
που απλά και μόνο γράφει:

Πάντα υπήρξες ο καθρέφτης μου∙
θέλω να πω, για να δω εμένα, έπρεπε εσένα να κοιτάζω.

Mετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*****************

Bolero 

Qué vanidad imaginar 
que puedo darte todo, el amor y la dicha, 
itinerarios, música, juguetes. 
Es cierto que es así: 
todo lo mío te lo doy, es cierto, 
pero todo lo mío no te basta 
como a mí no me basta que me des 
todo lo tuyo. 

Por eso no seremos nunca 
la pareja perfecta, la tarjeta postal, 
si no somos capaces de aceptar 
que sólo en la aritmética
el dos nace del uno más el uno. 

Por ahí un papelito 
que solamente dice: 

Siempre fuiste mi espejo,
quiero decir que para verme tenía que mirarte.

18/1/10

Bella





Pablo Neruda


Πανωραία

Πανωραία,
όπως στη δροσερή πάνω την πέτρα
της πηγής, το νερό
μια φαρδιά αστραπή από αφρό διανοίγει,
έτσι το χαμόγελο στην όψη σου,
πανωραία.

Πανωραία,
με τα λεπτεπίλεπτα χέρια και καλλίγραμμα πόδια,
ωσάν αλογάκι από ασήμι,
προχωρώντας, άνθος του κόσμου,
έτσι σε βλέπω,
πανωραία.

Πανωραία,
με χάλκινη φωλιά μπερδεμένη
στο κεφάλι σου, μια φωλιά
από χρώμα βαθύ μελί
όπου η καρδιά μου φλέγεται και γαληνεύει,
πανωραία.

Πανωραία,
τα μάτια σου χώρο αρκετό δε βρίσκουνε στο πρόσωπο,
τα μάτια σου χώρο αρκετό δε βρίσκουνε στον κόσμο.
Χώρες και ποτάμια υπάρχουν

στα μάτια σου,
η πατρίδα μου στα μάτια σου,
εκείνα φωτίζουν τον κόσμο,
όπου πορεύομαι,
πανωραία.

Πανωραία,
τα στήθη σου καρβέλια δυο ομοιάζουν
από γη σταρένια και χρυσά φεγγάρια,
πανωραία.

Πανωραία,
τη μέση σου
την έφτιαξε το χέρι μου, καθώς, ως ποταμός,
χρόνια χίλια έτρεχε επάνω στο κορμί σου,
πανωραία.

Πανωραία,
τίποτα δεν υπάρχει ωσάν τους  γοφούς σου,
ίσως η γης να κρύβει
σε ένα μέρος μυστικό
τις καμπύλες και τα αρώματα τα αιθέρια του κορμιού σου,
ίσως σε κάποιο μέρος,
πανωραία.

Πανωραία, ωραία μου,
η φωνή σου, το δέρμα σου, τα νύχια σου,
πανωραία, ωραία μου,
το είναι σου, το φως σου, η σκιά σου,
πανωραία,
όλα αυτά δικά μου είναι, πανωραία,
όλα αυτά δικά μου είναι, με αυτά κι εσύ μαζί,
ωραία μου,
καθώς περπατάς και ξαποσταίνεις,
καθώς τραγουδάς και ξαπλώνεις,
καθώς υποφέρεις και ονειρεύεσαι,
πάντοτε,
είσαι δική μου, ωραία μου,
πάντοτε.

Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*********************

Bella

Bella,
como en la piedra fresca
del manantial, el agua
abre un ancho relámpago de espuma,
así es la sonrisa en tu rostro,
bella.

Bella,
de finas manos y delgados pies
como un caballito de plata,
andando, flor del mundo,
así te veo,
bella.

Bella,
con un nido de cobre enmarañado
en tu cabeza, un nido
color de miel sombría
donde mi corazón arde y reposa,
bella.

Bella,
no te caben los ojos en la cara,
no te caben los ojos en la tierra.
Hay países, hay ríos,
en tus ojos,
mi patria está en tus ojos,
yo camino por ellos,
ellos dan luz al mundo
por donde yo camino,
bella.

Bella,
tus senos son como dos panes hechos
de tierra cereal y luna de oro,
bella.

Bella,
tu cintura
la hizo mi brazo como un río cuando
pasó mil años por tu dulce cuerpo,
bella.

Bella,
no hay nada como tus caderas,
tal vez la tierra tiene
en algún sitio oculto
la curva y el aroma de tu cuerpo,
tal vez en algún sitio,
bella.

Bella, mi bella,
tu voz, tu piel, tus uñas,
bella, mi bella,
tu ser, tu luz, tu sombra,
bella,
todo eso es mío, bella,
todo eso es mío, mía,
cuando andas o reposas,
cuando cantas o duermes,
cuando sufres o sueñas,
siempre,
cuando estás cerca o lejos,
siempre,
eres mía, mi bella,
siempre.